Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ

Συνάδελφοι, αν θέλετε να βοηθήσετε τους εντολείς σας αλλά και όλους τους δανειολήπτες της χώρας σε δικονομικό επίπεδο, υποβάλετε αίτημα για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.
Το αίτημα μπορεί να υποβληθεί ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ, ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΒΑΘΜΙΔΩΝ (Ειρηνοδικεία, Μονομελή Πρωτοδικεία, Πολυμελή Πρωτοδικεία, Εφετεία ακόμα και στον ΑΠ).

Κάποια στιγμή θα υποβληθεί το πρώτο Ελληνικό ερώτημα στο ΔΕΕ (μέχρι στιγμής έχουμε υποβάλει μηδέν ερωτήματα στο ΔΕΕ, γιατί εδώ τα ξέρουμε όλα...) και θα γίνει η αρχή για να σπάσουν πολλά αποστήματα...
Ταυτόχρονα, μόνο έτσι υπάρχει η πιθανότητα να μπορέσετε να βοηθήσετε όλους τους πολίτες και ταυτόχρονα την υπόθεσή σας, δίχως να κινδυνεύετε να εγκλωβιστείτε σε γνωστές αγκυλώσεις της Ελληνικής δικαιοσύνης.

Δικονομικά: 
Εάν δικάζετε κατά την ειδική διαδικασία (πχ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής), τότε λάβετε υπόψη σας την παρ 1, στοιχ δ του 591 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία

"δ) Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα."
Συνεπώς, για την παραδεκτή προβολή του ερωτήματος και προς αποφυγή δυσάρεστων εκπλήξεων, θα πρέπει τούτο να το αναγνώσετε ολόκληρο στο ακροατήριο, ώστε να καταγραφεί στα πρακτικά.

Και ναι μεν με τον τρέχοντα ΚΠολΔ, φαίνεται υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων στις ειδικές διαδικασίες, οπότε κατά το 256 ΚΠολΔ θα αρκούσε η αναφορά στις προτάσεις σας, αλλά καλό είναι να μην επαφίεστε στη διακριτική και ερμηνευτική ευχέρεια κανενός.

Το κείμενο του ερωτήματος:
Σε περίπτωση, κατά την οποία το αξιότιμο Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί αμφιβολίες περί της εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται με την παρούσα αγωγή-ανακοπή-προτάσεις μας, κατά τα άρθρα 19, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (:ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (:ΣΛΕΕ), η υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΔΕΕ, το οποίο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας του Δικαίου της Ένωσης και επί του κύρους των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, ώστε:

1. Να ερωτηθεί, εάν το άρθρο 6 παρ 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι καθιερώνει δικονομικό κανόνα δημόσιας τάξης που υποχρεώνει τα εθνικά Δικαστήρια να λαμβάνουν αυτεπαγγέλτως υπόψη τους τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, που συνήφθη μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή, ακόμα και κατά το στάδιο της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, ιδίως δοθέντος ότι στην Ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με τα άρθρα 623, 624, 628, 629 ΚΠολΔ, όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση αλλά επιπλέον, η διαταγή πληρωμής εκδίδεται άνευ αντιμωλίας, μετά από τυπικό έλεγχο εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται η δανειακή σύμβαση, αρμόδιο για έκδοση Διαταγής Πληρωμής είναι δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και η διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν παρέχεται η δυνατότητα αναστολής.

2. Να ερωτηθεί, εάν το άρθρο 6 παρ 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι καθιερώνει δικονομικό κανόνα δημόσιας τάξης που υποχρεώνει τα εθνικά Δικαστήρια να παραλείπουν την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, όταν αποδεικνύεται εγγράφως, ενώπιον δικαστηρίου που εκδίδει διαταγή πληρωμής, ότι η απαίτηση προέκυψε από ΓΟΣ, που έχουν ήδη νομολογηθεί, τελεσίδικα και αμετάκλητα, στο πλαίσιο Αγωγών Παραλείψεως, που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις κατά προμηθευτών, άκυροι ως καταχρηστικοί, όπως αυτοί απαριθμούνται στην έχουσα χαρακτήρα εθνικού μητρώου καταχρηστικών ρητρών, από υπ’ αριθμ Ζ1-798/25-06-2008 (ΦΕΚ Β/1353/11-07-2008) Υπουργική Απόφαση όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ Ζ1-21/17-01-2011 και κρίθηκε νόμιμη με την ΣτΕ 1210/2010 και αφού λήφθηκαν υπόψη οι αποφάσεις υπ' αριθμ 430/2005 και 1219/2001 ΑΠ, 5253/2003 και 6291/2000 Εφετείου Αθηνών καθώς και οι 1119/2002 και 1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ' αριθμ 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ 2 του Ν 2251/1994) με την οποία αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές», στην οποία παρατίθενται οι ΓΟΣ που έχουν κριθεί άκυροι ως καταχρηστικοί, μετά από άσκηση συλλογικών αγωγών ενώσεων καταναλωτών κατά των τραπεζών, λογιζομένων των τελευταίων ως προμηθευτών, ιδίως δοθέντος ότι αρμόδια προς έκδοση διαταγών πληρωμής στην Ελλάδα είναι δικαιοδοτικά όργανα και συγκεκριμένα τα Ειρηνοδικεία και τα Πρωτοδικεία της χώρας και η διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν υπάρχει δυνατότητα αναστολής.

3. Να ερωτηθεί εάν το αρ 8 της Οδηγίας έχει την έννοια ότι είναι δυνατή από τα κράτη μέλη η παροχή ευρύτερης και μεγαλύτερης προστασίας, ώστε να προστατεύεται ως καταναλωτής ο οποιοσδήποτε τελικός αποδέκτης του προϊόντος ή/και της υπηρεσίας που παρέχει ο προμηθευτής, παρόλο που τα πρόσωπα που μπορεί να προκύπτουν ως τελικοί αποδέκτες ενδέχεται να μην εμπίπτουν στο αρ 2 της Οδηγίας, πλην όμως αναγνωρίστηκε σε αυτά η καταναλωτική ιδιότητα δυνάμει του αρ 1 παρ 4 στοιχ α του Ν. 2251/1994, όπως η διάταξη αυτή ερμηνεύτηκε με την ΟλΑΠ 13/2015.

4. Να ερωτηθεί εάν το άρθρο 4 παρ 2 και έχει την έννοια ότι ο καταναλωτής βαρύνεται με το βάρος της αποδείξεως και συνεπώς, υποχρεούται να προσδιορίσει τα επιμέρους και απολύτως συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού που αμφισβητεί, προβαίνοντας σε σειρά μαθηματικών υπολογισμών, οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι δυσχερείς, μπορούν να διενεργηθούν μόνο από ειδικούς επαγγελματίες (οικονομολόγους τεχνικούς συμβούλους) και πρέπει να λάβουν υπόψη τους στοιχεία περισσότερα από όσα συνήθως προσκομίζονται εκ μέρους των προμηθευτών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ώστε να αποκαλύψει τα ποσά κατά τα οποία αχρεωστήτως επιβαρύνθηκε, από τη λειτουργία άκυρων ως καταχρηστικών ρητρών της συμβάσεως, προκειμένου να μην δεσμεύεται από τις καταχρηστικές ρήτρες της συμβάσεως, ώστε να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της χρησιμοποίησης και της λειτουργίας καταχρηστικών ΓΟΣ, ιδίως δοθέντος ότι σχετική απαίτηση διαμορφώθηκε εκ της νομολογίας των Ελληνικών δικαστηρίων.

5. Να ερωτηθεί εάν το άρθρο 4 παρ 2 και έχει την έννοια ότι ο καταναλωτής, ο οποίος παραπονείται ότι σε βάρος του εφαρμόστηκαν καταχρηστικές ρήτρες από σύμβαση που συνήφθη μεταξύ αυτού και του προμηθευτή έχει επιπρόσθετα το δικονομικό βάρος της αποδείξεως και του προσδιορισμού των επιμέρους και απολύτως συγκεκριμένων κονδυλίων που αμφισβητεί επί του λογαριασμού, προβαίνοντας σε σειρά μαθηματικών υπολογισμών, οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι δυσχερείς, μπορούν να διενεργηθούν μόνο από ειδικούς επαγγελματίες (οικονομολόγους τεχνικούς συμβούλους) και πρέπει να λάβουν υπόψη τους στοιχεία περισσότερα από όσα συνήθως προσκομίζονται εκ μέρους των προμηθευτών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ώστε να αποκαλύψει τα ποσά κατά τα οποία αχρεωστήτως επιβαρύνθηκε, από τη λειτουργία άκυρων ως καταχρηστικών ρητρών της συμβάσεως και σε περίπτωση παραλείψεως διενέργειας και προσδιορισμού αυτών των μαθηματικών υπολογισμών, η παράλειψη αυτή μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο, για την εκ μέρους του εθνικού Δικαστηρίου παράλειψη διαπίστωσης της καταχρηστικότητας συμβατικής ρήτρας που τέθηκε από προμηθευτή σε προδιατυπωμένη σύμβαση προσχωρήσεως, στην οποία αναγκάστηκε να προσχωρήσει ο καταναλωτής, με αποτέλεσμα την απόρριψη οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου που άσκησε ο καταναλωτής σε βάρος του προμηθευτή, λόγω αοριστίας.

6. Να ερωτηθεί εάν τα άρθρα 6 παρ 1, 7 παρ 1 και 8 της Οδηγίας έχουν την έννοια ότι το δεδικασμένο που παρήχθη από την ευδοκίμηση αγωγών παραλείψεων που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις κατά προμηθευτών απαιτεί ως πρόσθετη προϋπόθεση, για την επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου αυτού έναντι πάντων (κατά την παρ 20 του αρ 10 του Ν. 2251/1994) ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη 324 ΚΠολΔ του εθνικού δικονομικού δικαίου, με αποτέλεσμα να υπάρχει η πιθανότητα, το δεδικασμένο που παρήχθη από την ευδοκίμηση Συλλογικών Αγωγών παραλείψεως, να μην μπορεί να επεκταθεί και να μην μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση κατά την οποία εθνικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται ενδίκου βοηθήματος που ασκεί καταναλωτής κατά προμηθευτή.

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Είναι παράνομη η απόρριψη ανακοπής λόγω αοριστίας;

Διευκρινίζω ότι η παρούσα ανάρτηση δεν έχει (ακόμα) ποινικό σκέλος. 

Αυτό τον καιρό πραγματεύομαι το περιεχόμενο της σχετικής μήνυσης, οπότε, όταν το ολοκληρώσω θα το αναρτήσω προς γνώση των δανειοληπτών, ώστε να μπορούν να καταθέτουν μηνύσεις κατά δικαστών που απορρίπτουν ανακοπές (ή και μεμονωμένους λόγους ανακοπής) λόγω αοριστίας και απορρίπτουν την επέκταση του δεδικασμένου των αποφάσεων επί Συλλογικών Αγωγών στις ατομικές δίκες των καταναλωτών.

Το αστικό σκέλος, που αποδεικνύει ως μη νόμιμη την αποδοχή της ένστασης αοριστίας και την εντεύθεν απαγγελία της σε απόφαση ανακοπής που ασκεί καταναλωτής κατά διαταγής πληρωμής τράπεζας, έχει ως εξής:

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

ΠΠΑθηνών 799/2017 και 800/2017: Τα σχέδια των αποφάσεων

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 799/2017 και 800/2017 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί Συλλογικών Αγωγών που άσκησαν καταναλωτικές οργανώσεις κατά των τραπεζών «ΕΘΝΙΚΗ» και «Alpha Bank». Με κλικ επάνω στους αριθμούς των αποφάσεων μπορείτε να καταβάσετε τα κείμενα σε μορφή pdf στον υπολογιστή σας.

Θυμίζω ότι είχε προηγηθεί η 334/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει με όμοιο τρόπο για τα δάνεια σε CHF της Eurobank, ενώ αναμένεται η έκδοση αντίστοιχης αποφάσεως για τα όμοια δάνεια της Τράπεζας Πειραιώς.

Οι καταναλωτικές οργανώσεις είναι το Ινστιτούτο Καταναλωτών (ΙΝΚΑ) Κρήτης, το Ινστιτούτο Καταναλωτών (ΙΝΚΑ) Αιτωλοακαρνανίας και η Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδας (ΓΟΚΕ).

Στις αγωγές συμμετείχαν ο Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου (ΣΥΔΑΝΕΦ) και περίπου 1000 δανειολήπτες και εγγυητές, που είχαν λάβει δάνειο αυτής της φύσης.
  
Με τις νέες αποφάσεις κρίθηκε ότι οι όροι των συμβάσεων των δανείων αυτών, που προέβλεπαν ότι ο δανειολήπτης υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό που δανείστηκε με βάση την εκάστοτε τρέχουσα ισοτιμία είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, λόγω της αδιαφάνειάς τους.

Συγκεκριμένα έκριναν:
  1. Η υπογραφή και παραλαβή προδιατυπωμένων συμβάσεων και επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση των προσυμβατικών (=πριν από την υπογραφή της σύμβασης) υποχρεώσεων των τραπεζών, για επαρκή ενημέρωση και πληροφόρηση,
  2. η προσυμβατική (=πριν τη σύναψη της σύμβασης) ενημέρωση που παρείχαν οι τράπεζες ήταν ελλιπήςμ
  3. η ενημέρωση αυτή έπρεπε να γίνεται από ειδικά καταρτισμένους και ειδικά πιστοποιημένους υπαλλήλους, οι οποίοι θα είχαν την απαιτούμενη γνώση για την προώθηση ενός τόσο σύνθετου προϊόντος,
  4. ακόμα και κάποια παραδείγματα που μεταχειρίζονταν οι τράπεζες ήταν παραπλανητικά, ώστε να εμφανίζουν τα δάνεια αυτά άκρως ελκυστικά,
  5. θα έπρεπε να επεξηγείται από τις συμβάσεις ειδικά η λειτουργία της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε σχέση με την διακύμανση του επιτοκίου, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να διαγνώσουν τις οικονομικές συνέπειες που είχε η σύναψη μιας τέτοιας σύμβασης,
  6. η διαφήμιση της ισχύος του ελβετικού νομίσματος στο πλαίσιο ενδεχόμενης επένδυσης στο νόμισμα αυτό, θα ήταν ενδεχομένως θεμιτή. Αλλά στο πλαίσιο ενημέρωσης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο ήταν αθέμιτη.

Εξαιρετικά σημαντικό είναι ότι οι αποφάσεις δέχονται ότι τα δάνεια ΔΕΝ ήταν δάνεια σε αυτούσιο συνάλλαγμα αλλά δάνεια που είχαν ρήτρα συναλλάγματος, αφού ο δανειολήπτης φερόταν να «λαμβάνει» το δάνειο σε ευρώ, μετά από «μετατροπή» του CHF, στο οποίο είχε συμφωνηθεί η αρχική δανειοδότηση.

Ως προς το σημείο αυτό, οι αποφάσεις δέχονται ότι επρόκειτο για προϊόντα συνδεδεμένα με την αγορά συναλλάγματος.

Έτσι, παρά τις καταβολές των δανειοληπτών, το ποσό της οφειλής τους αυξανόταν, λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας.


Με βάση αυτά απαγορεύτηκε στις τράπεζες «ΕΘΝΙΚΗ» και «Alpha Bank» να διατυπώνουν, να επικαλούνται και να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους, τέτοιους όρους.


Οι αποφάσεις ταυτίζονται με την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-186/16, καθώς και με την παλαιότερη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-26/13.

Ακολουθούν τα κείμενα των αποφάσεων για μελέτη.


de jure app