Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΕιρΑκράτας 9/2017: Η κατανομή του βάρους της απόδειξης στη δίκη της ανακοπής

Με την 9/2017 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Ακράτας ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής λόγω παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/75.

Ωστόσο, η απόφαση περιλαμβάνει μια εξαιρετική τεκμηρίωση αναφορικά με την κατανομή του βάρους της απόδειξης στη δίκη της ανακοπής. 

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, όχι μόνο δεν δέχτηκε την ένσταση αοριστίας, όπως την δέχονται αρκετές -ύποπτα συνεπείς στην αστοχία- αποφάσεις (ιδίως των Μονομελών Πρωτοδικείων), αλλά απεναντίας, εφαρμόζοντας ανόθευτες μείζονες προτάσεις του δικανικού συλλογισμού,  

α) ερμηνεύει τη λειτουργία της δικονομικής συμφωνία περί της αποδεικτικής ισχύος των αποσπασμάτων των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ως ανταποδεικτική συμφωνία με τις εντεύθεν συνέπειες,

β) διατυπώνει το συμπέρασμα ότι το βάρος της απόδειξης των θετικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση ΔΠ το φέρει ο δανειστής και όχι ο εκάστοτε ανακόπτων,

γ) αναφέρει ότι η απαίτηση αναφοράς κονδυλίων συνιστά ανεπίτρεπτη κεκαλυμμένη αντιστροφή του βάρους της απόδειξης.
 
Παρατίθεται το κείμενο της απόφασης για μελέτη, ενώ για όποιον θέλει να το χρησιμοποιήσει ως νομολογιακή αναφορά, το αρχείο (σε μορφή pdf) είναι διαθέσιμο εδώ.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ένσταση αοριστίας και αναστολή εκτέλεσης, υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΔΕΕ

Διάβασα την τελευταία δημοσίευση του κου Χρήστου Τριανταφυλλίδη στο ΔΕΕ, σχετικά με το ορισμένο των λόγων της ανακοπής σε υποθέσεις τραπεζικών δανείων σε ελβετικό φράγκο και ομολογώ, ότι δοκίμασα μια ευχάριστη έκπληξη από το ανάγνωσμα. Αυτή η έκπληξη αποτέλεσε και την αφορμή για αυτή την ανάρτηση.

Όπως ίσως είναι γνωστό (όπως, άλλωστε, με άλλο τρόπο, περιγράφω και στον υπότιτλο αυτού του ιστολογίου) υπάρχει μια μερίδα δικαζόντων, η οποία δικάζοντας με προσωπική θέση και βούληση νομιμοποίησης, εξακολουθεί να απορρίπτει ανακοπές και αγωγές καταναλωτών κατά τραπεζών υπό την παρωχημένη αιτιολογία της αοριστίας.

Κατ' αρχάς, συγκέντρωσα μια σειρά τέτοιων αποφάσεων, οι οποίες "βγάζουν μάτια" (και για το λόγο αυτό, θα τις σχολιάσω σύντομα, στην σχετική ενότητα αυτού του ιστολογίου, πιστεύοντας ότι οι σχετικές αποφάσεις σε πρώτη φάση θα παράξουν άφθονο γέλιο).

Όμως, προτού φτάσω στο σχολιασμό των αποφάσεων αυτών (ο σχολιασμός είναι μόνο το πρώτο βήμα, άλλωστε...) αποφάσισα να εκθέσω τη νομική αβασιμότητα (κοινώς, την παρανομία), όλης αυτής της ύποπτα επίμονης μερίδας της Ελληνικής νομολογίας, που εφηύρε το κατασκεύασμα της αοριστίας, χάρη στην οποία Ελληνική δικαιοσύνη, πολιτεία και τράπεζες, συμπορεύονται, πλήσμονες υποκρισίας και αστικού καθωσπρεπισμού.

Για το λόγο αυτό, είχα δυο δυνατότητες. Η πρώτη δυνατότητα ήταν να συγκεντρώσω το σύνολο των αποφάσεων των Ελληνικών δικαστηρίων για να τεκμηριώσω τις απόψεις μου. Όμως, στην Ελληνική νομολογία, για κάθε απόφαση, υπάρχει και μια αντίθετη, κατά τρόπο που αναλώνεται όχι μόνο η αξιοπιστία ανθρώπων και θεσμών αλλά καταλήγει να αναιρείται η ίδια η έννοια της επιστημονικότητας του Δικαίου.

Έτσι, κατέφυγα στη δεύτερη δυνατότητα. Αυτή η δυνατότητα ήταν να θεμελιώσω όλους μου τους ισχυρισμούς αποκλειστικά σε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, ως αυθεντική ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δεσμευτική και για τα Ελληνικά Δικαστήρια.

Με αυτό το ιστορικό προέκυψε το παρακάτω κείμενο, στο οποίο -θεωρώ ότι- κονιορτοποιείται η ένσταση της αοριστίας και αποδεικνύεται, ότι τα Ελληνικά δικαστήρια δικάζουν και εκδίδουν παράνομες αποφάσεις, όταν απορρίπτουν ένδικο βοήθημα καταναλωτή σε βάρος προμηθευτή, υπό το ψευδεπίγραφο πρόσχημα της αοριστίας.

Στην πορεία της έρευνας αυτής βέβαια προέκυψε και επιπλέον το εξής: Ότι η κατάργηση του 938 ΚΠολΔ, με την οποία ήταν δυνατό να διαταχθεί αναστολή εκτελέσεως σε διαδικασία εκτέλεσης, κατά τον τρόπο με τον οποίο έγινε, δηλαδή αδιάκριτα και δίχως να παρέχει δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης, σε διαδικασία εκτέλεσης που κινείται μετά από εκτελεστό τίτλο που απέκτησε προμηθευτής σε βάρος καταναλωτή, ερειζόμενο σε σύμβαση περιέχουσα άκυρους ως καταχρηστικούς ΓΟΣ, δημιουργεί αντίθετο με το Κοινοτικό Δίκαιο κενό και καθιστά παράνομη την εξ αυτής της αιτίας αδυναμία αναστολής εκτέλεσης. Έτσι, αναλύθηκε και το ζήτημα αυτό, με την θεμελίωσή του να γίνεται αποκλειστικά σε αποφάσεις του ΔΕΕ.

Για όλα τα παραπάνω συμπεριλήφθηε κι ένα αίτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Αφορμή για το συγκεκριμένο αίτημα ήταν ότι όλο αυτό τον καιρό που διάβαζα αποφάσεις και έγραφα αυτό το κείμενο, ανακάλυψα πόσα προδικαστικά ερωτήματα έχουν απευθύνει τα Ελληνικά δικαστήρια στο ΔΕΕ, αναφορικά με τα θέματα αυτά. Να σας πω πόσα είναι;

ΚΑΝΕΝΑ.  

Φαίνεται ότι εξωθεσμικοί παράγοντες δημιούργησαν το στεγανό που φέρει τον θεσμικό τίτλο "Ελληνική δικαιοσύνη" και είναι καιρός, αυτά τα στεγανά να σπάσουν, προς όφελος και μιας δικαιοδοτικής ενοποίησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η χρήση του κειμένου είναι προφανώς ελεύθερη αλλά ο γράφων προτείνει τη συμπερίληψή του σε ανακοπές, στις οποίες είναι ιδιαίτερα δημοφιλής η αοριστία. Εννοείται ότι το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε διαδικασίες αγωγών (αρνητικών αναγνωριστικών, καταψηφιστικών ή αγωγών κακοδικίας) ή ακόμα και μηνύσεων (κατά την άποψή μου, εφόσον το κείμενο αυτό έχει περιληφθεί σε ένδικο βοήθημα, τυχόν μεταγενέστερη παράνομη απόφαση παρέχει δυνατότητα έρευνας της τυχόν τελεσθείσας παράβασης καθήκοντος...).

Κάθε εμπλουτισμός ή διόρθωση είναι ευπρόσδεκτη.
Για όποιον χρειάζεται το κείμενο (σε επεξεργάσιμη μορφή word) μπορεί να το κατεβάσει από ΕΔΩ, ενώ ακολουθεί προεπισκόπηση για τη μελέτη του.


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Απόφαση ΔΕΕ C-110/14: Καταναλωτής ακόμα και ο δικηγόρος έναντι της τράπεζας

Με την εν λόγω απόφασή του το ΔΕΕ διατυπώνει μια σειρά από σκέψεις, σχετικά με την συνάφεια που μπορεί να έχει ένα υψηλό γνωστικό επίπεδο του πελάτη τράπεζας, όπως πχ το γνωστικό επίπεδο ενός δικηγόρου, όταν αυτός απευθύνεται σε τράπεζα, προκειμένου να δανειοδοτηθεί. 

Από την εν λόγω απόφαση κράτησα ιδίως, τις σκέψεις 21, 22 και 23 σύμφωνα με τις οποίες

21   Η έννοια του «καταναλωτή», κατά το άρθρο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/13, έχει, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 28 έως 33 των προτάσεών του, αντικειμενικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από τις συγκεκριμένες γνώσεις που ενδέχεται να έχει το οικείο πρόσωπο, ούτε από τις πληροφορίες που αυτό πράγματι διαθέτει.
22    Ο εθνικός δικαστής ο οποίος επιλαμβάνεται διαφοράς αφορώσας σύμβαση που ενδέχεται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής υποχρεούται να εξακριβώσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και, ιδίως, τους όρους της συμβάσεως αυτής, κατά πόσον ο δανειολήπτης μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καταναλωτής» κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Faber, C‑497/13, EU:C:2015:357, σκέψη 48).
23    Για τον σκοπό αυτό, ο εθνικός δικαστής πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως και, κυρίως, τη φύση του αγαθού ή της υπηρεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της εξεταζόμενης συμβάσεως, που δύνανται να αποδείξουν για ποιό σκοπό αποκτάται το αγαθό ή παρέχεται η υπηρεσία.


Η έννοια του καταναλωτή λοιπόν έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. 

Δεν έχει υποκειμενικό. Δεν εξαρτάται από γνώσεις που ενδέχεται να έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, ούτε καν από τις πληροφορίες που αυτό διαθέτει. Δεν το λέω εγώ. Το ΔΕΕ το λέει...

Ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξακριβώσει εάν ο εκάστοτε δανειολήπτης φέρει την καταναλωτική ιδιότητα, λαμβάνοντας υπόψη του τους όρους της συμβάσεως.
Επίσης, δεν το λέω εγώ. Το ΔΕΕ το λέει...

Αντίθετα και απέναντι στις παραπάνω εύλογες, είναι η αλήθεια διατυπώσεις, υπάρχει, ως συνήθως, μια πρόθυμη μερίδα Ελλήνων δικαστών, οι οποίοι στις αποφάσεις τους περιλαμβάνουν αξιολογικές κρίσεις του στυλ 
"...ο τάδε  είναι έμπορος με γνώση της αγοράς και συναλλακτική εμπειρία..." ή 
"ο τάδε έχει σπουδάσει καλιγωτής στο τμήμα καλιγώματος ψύλλων του πανεπιστημίου της Κάτω Ραχούλας κι ως εκ τούτου έχει το γνωσιακό υπόβαθρο να αντιληφθεί τους όρους της σύμβασης που υπέγραφε...". 

Όπως καταλαβαίνετε, αυτή η μερίδα των πρόθυμων δικαστών, στην ουσία εκτίθεται, κάθε μέρα που περνάει, ολοένα και περισσότερο. 

Είναι σαν να τους έχει βάλει στο στόχαστρό του το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πρόθεση να αποδομήσει κάθε διαπίστωση και κάθε παραδοχή τέτοιου είδους και περιεχομένου, η οποία περιλαμβάνεται στις ύποπτα άστοχες νομιμοποιητικές τους αποφάσεις.

Όπως και να έχει, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ σε συνδυασμό με τις κατά περίπτωση αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από διάφορα δικαστήρια της χώρας, γεννά αποζημιωτικά δικαιώματα κάποιου πολίτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, χάρη σε αδικοπραξία Ελληνικού δικαστηρίου.

Άψογα. Προκειμένου να διασωθούν τραπεζικές απαιτήσεις αμφισβητούμενης νομιμότητας, επιλέγεται η οδός της νομιμοποίησής τους, ένεκα της οποίας θα καταλήξουν οι εν λόγω απαιτήσεις να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό και να πολλαπλασιάζουν το χρέος της χώρας.

Για να διασωθούν οι τράπεζες. 
Οι οποίες από την αρχή της κρίσης επιδοτήθηκαν πολλαπλώς από το Ελληνικό Δημόσιο ήτοι έλαβαν ανακεφαλαιοποιήσεις άνω των 80 δις €. Το σύνολο των Ελληνικών τραπεζών έλαβαν κρατικές ενισχύσεις μέσω παροχής ρευστότητας και εγγυήσεων του Ελληνικού δημοσίου, ύψους τουλάχιστον, 175 δις ευρώ. 

Οι οποίες έλαβαν και σημαντική οικονομική ενίσχυση με την μορφή της ανακεφαλαιοποιησης το 2012, ύψους 40 δις ευρώ βάσει δανείων που έλαβε το Ελληνικό Δημόσιο και τα πληρώνουν οι φορολογούμενοι. 

Οι οποίες ενισχύθηκαν στο παρελθόν με τους ν 3845/2010 (ΦΕΚ 65/06-05-2010,) ν 3872/2010 (ΦΕΚ 148/03-09-2010) ν 3965/2011(ΦΕΚ 113/18-11-2011) ν 4031/2011 (ΦΕΚ 256/09-12-2011) ν 4056/2012 (ΦΕΚ 52/12-03-2012) και ΠΝΠ (ΦΕΚ 203Α/14.09.2011).

Οι οποίες ενισχύθηκαν με την παροχή ρευστότητας από την προσφυγή τους στο Μηχανισμό Έκτακτης Παροχής Ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), ήτοι του λεγόμενου «Emergency Liquidity Assistance (ELA)» συνολική παροχή ρευστότητας 90 δις ευρώ. 

Οι οποίες έλαβαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και από την προσφυγή τους στο Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.), δια του Πυλώνα II συνολική παροχή ρευστότητας 85 δις ευρώ.

Και τώρα, με άστοχες αποφάσεις κάποιων πρόθυμων Ελλήνων δικαστών, θα ωφεληθούν εκ νέου, αφού αυτές, χάρη σε νομολογημένους ως δήθεν νόμιμους εκτελεστούς τίτλους (βλ Διαταγές Πληρωμών) θα εισπράξουν ακόμα και με αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας των δανειοληπτών, το επιτασσόμενο κεφάλαιο, αλλά τελικά, το Ελληνικό Δημόσιο πιθανότατα θα κληθεί ξανά, να πληρώσει το μάρμαρο, ακόμα κι αν χρειαστεί προσφυγή των δανειοληπτών στο ΕΔΑΔ...

Τελικά, η παρακμή μιας χώρας φαίνεται πρώτιστα από την παρακμή της δικαιοσύνης της...
Πώς αντέχετε τόση κατάντια;

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Nέες αποφάσεις του ΔΕΕ

Η πρώτη απόφαση αφορά το δεδικασμένο από Συλλογικές Αγωγές (αγωγές παραλείψεως) και τον τρόπο με τον οποίο, το δεδικασμένο αυτό επεκτείνεται ακόμα και σε προμηθευτή, ο οποίος δεν συμμετείχε ως διάδικος στην αρχική δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της Συλλογικής Αγωγής, εφόσον ο τελευταίος χρησιμοποιεί ΓΟΣ που επιφέρει παρόμοια αποτελέσματα με τον κριθέντα άκυρο ως καταχρηστικό.

Το σημαντικότερο στοιχείο της απόφασης δεν είναι ότι επαναλαμβάνει τις διατάξεις του αρ 10 του Ν. 2251/1994 αλλά ότι ως ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ για την επέκταση του δεδικασμένου, τάσσει 
ότι ο επαγγελματίας αυτός έχει το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής, τόσο κατά της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της ισοδυναμίας των υπό σύγκριση ρητρών, η οποία έγκειται στο κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη όλων των ειδικών περιστάσεων κάθε υποθέσεως, οι ρήτρες αυτές είναι ουσιαστικώς πανομοιότυπες, ιδίως όσον αφορά τα αποτελέσματα που παράγουν εις βάρος των καταναλωτών
Οπότε, υπό το πρίσμα αυτό, νόμω αβάσιμη και αντισυνταγματική φαίνεται η σπουδή ελλήνων δικαστών να αναγνωρίζουν ότι δήθεν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και επίκλησης του δεδικασμένου, καθώς δεν υπάρχει δήθεν ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της δίκης που κρίθηκε και της επίδικης, κάθε φορά υπόθεσης. 

Κάποια ελληνικά δικαστήρια, κατά προσφιλή τους μέθοδο, υπολαμβάνουν ψευδή μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αφού αγνοούν τους ειδικούς δικονομικούς κανόνες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (η οποία συνιστά αναγκαστικό δίκαιο, βλ σκέψη 29 της παραπάνω απόφασης) και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, παραβιάζουν και την ΟλΑΠ 16/2013 και καταλήγουν να εφαρμόζουν εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ανεφάρμοστοι εν προκειμένω, με σκοπό να ικανοποιήσουν με σπουδή τη διάσωση καταχρηστικών τραπεζικών απαιτήσεων.

Οι δικαστές αυτοί, αν και είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους, παραβιάζουν τελικώς και τα δυο, δημιουργώντας αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, υπό τις προϋποθέσεις της απόφασης C-168/15. Ενδεχόμενη αναγωγική ευθύνη δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθόσον εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαφράς αμέλειας...

Η δεύτερη απόφαση εκδόθηκε στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑568/14 έως C‑570/14. Σύμφωνα με αυτήν
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία δεν επιτρέπει στον δικαστή, σε περίπτωση ασκήσεως ατομικής αγωγής από καταναλωτή με αίτημα την αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιεχόμενης σε σύμβαση του τελευταίου με επαγγελματία, να διατάξει αυτεπαγγέλτως, για όσο χρόνο το κρίνει σκόπιμο, τη λήψη προσωρινών μέτρων εν αναμονή της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης επί εκκρεμούς συλλογικής αγωγής με την οποία θα δοθεί λύση που θα ισχύσει και για την ατομική αγωγή, ακόμη και όταν τέτοια μέτρα είναι αναγκαία προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων τα οποία επικαλείται ο καταναλωτής βάσει της οδηγίας 93/13.

Υπό την παραπάνω παραδοχή, ομοίως με εσφαλμένες μείζονες προτάσεις του δικανικού συλλογισμού, κάποια ελληνικά δικαστήρια, αρέσκονται να εκδίδουν απορριπτικές αποφάσεις, ιδίως σε αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία ασκούν καταναλωτές-δανειολήπτες δανείων CHF εναντίον τραπεζών. Συνήθης αιτιολογία των αποφάσεων αυτών είναι ότι οι αιτήσεις των δανειοληπτών είναι απορριπτέες, είτε διότι δεν υπάρχει το κατεπείγον, είτε διότι με αυτές δήθεν διώκεται η πλήρης ικανοποίηση δικαιώματος.

Έτσι, με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, που περιγράφτηκε παραπάνω, κάποια ελληνικά δικαστήρια, υπολαμβάνουν ψευδή μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αφού αγνοούν τους ειδικούς δικονομικούς κανόνες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (η οποία συνιστά αναγκαστικό δίκαιο, βλ σκέψη 23 της παραπάνω απόφασης) και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, παραβιάζουν και την ΟλΑΠ 16/2013 και καταλήγουν να εφαρμόζουν εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ανεφάρμοστοι εν προκειμένω, με σκοπό να ικανοποιήσουν με σπουδή, τη διάσωση καταχρηστικών τραπεζικών απαιτήσεων.

Η μόνη διαφορά εν προκειμένω είναι η εξής: Οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπόκεινται σε κανένα τακτικό ένδικο μέσο κι ως εκ τούτου, για αυτές, ήδη από την έκδοσή τους, πληροίται η απαίτηση της νομολογίας του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία, αποζημιωτική ευθύνη του κράτους μέλους μπορεί να ιδρυθεί εφόσον η απόφαση, εκ της φύσεώς της, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Έτσι, οι δικαστές αυτοί, αν και είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους, παραβίασαν τελικώς και τα δυο, δημιούργησαν ήδη άμεση αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, αφού στην ειδική αυτή περίπτωση, πληρούνται και οι προϋποθέσεις της απόφασης C-168/15, αλλά και εφόσον η καταχρηστικότητα των ΓΟΣ περί χορήγησης δανείων έχει ήδη κριθεί, έστω και σε πρώτο βαθμό με την 334/2016 ΠΠΑθΕνδεχόμενη αναγωγική ευθύνη δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθόσον εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαφράς αμέλειας...

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

3 δώρα, 2 νύξεις, 1 σκέψη και ευχές για καλές γιορτές ;)

Με αφορμή τις εκατοντάδες χιλιάδες των ανακοπών που έχουν απορριφθεί μέχρι τώρα, με προμετωπίδα την ψευδεπίγραφη ένσταση της αοριστίας (σχόλιο: την οποία άκριτα κάποιοι δικαστές επιμένουν να επαναλαμβάνουν, ωσάν να μην πήραν χαμπάρι ότι ακόμα και ο ΑΠ σταμάτησε να την διατυμπανίζει ως απόλυτο τραπεζικό υπερόπλο και όλως παραδόξως αυτό ποτέ δεν φάνηκε να τους έβαλε σε σκέψεις...) αναρτώ 3 δωράκια (και 2 έξτρα νύξεις), τα οποία ελπίζω να φανούν χρήσιμα στους δανειολήπτες-καταναλωτές. Ή έστω, στους δικηγόρους τους... 

Δωράκι Α. Ούτε οι δικονομικές ενστάσεις, ούτε καν οι δικονομικές διαδικασίες (!), δεν μπορούσαν, στην πραγματικότητα, ποτέ, να αποτελέσουν επαρκή λόγο για την κάμψη της αρχής της αποτελεσματικότητας της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, αφού όπως φαίνεται ξεκάθαρα στις σκέψεις 52 και 53 της απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση C-34/13
52     Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι κάθε περίπτωση κατά την οποία τίθεται το ζήτημα εάν μια εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων (απόφαση Asociación de Consumidores Independientes de Castilla y León, C‑413/12, EU:C:2013:800, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

53     Περαιτέρω, τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας 93/13 (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 62).


Δωράκι Β. Ότι απαιτείτο εξ αρχής ενέργεια των δικαστών και όχι νομιμοποιητική παράλειψη, όπως συνέβη εν προκειμένω, αφού όπως διατυπώθηκε στις σκέψεις 52 και 53 της από 21-04-2016 απόφασης του ΔΕΕ επί της υπόθεσης C-377/14 (Ernst Georg Radlinger, Helena Radlingerová κατά Finway a.s)

52     Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία ανισότητα, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary, C‑32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

53     Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προς εξασφάλιση της επιδιωκόμενης από την εν λόγω οδηγία προστασίας, η ως άνω κατάσταση ανισότητας μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με θετική παρέμβαση, μη εξαρτώμενη από τους συμβαλλομένους στη σύμβαση, και συγκεκριμένα παρέμβαση του εθνικού δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Pohotovosť, C‑470/12, EU:C:2014:101, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).



Δωράκι Γ. Ότι υποχρέωση των εθνικών Δικαστηρίων ήταν εξ αρχής, εφόσον διαπίστωναν μια οποιαδήποτε αοριστία, να διατάξουν αυτεπαγγέλτως αποδείξεις, με αποτέλεσμα κάθε απορριπτική απόφαση, που κατέστη τελεσίδικη, να είναι ήδη παράνομη ως αντισυνταγματική, αφού, όπως διατυπώθηκε στη σκέψη 44 της υπόθεσης C-618/10 (Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino)


44      Συναφώς, κληθέν να αποφανθεί επί αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που είχε υποβάλει εθνικό δικαστήριο το οποίο είχε επιληφθεί στο πλαίσιο διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατόπιν ανακοπής ασκηθείσας εκ μέρους καταναλωτή κατά διαταγής πληρωμής, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω δικαστήριο όφειλε να διατάξει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να εξακριβώσει αν μια ρήτρα περί απονομής αποκλειστικής κατά τόπον αρμοδιότητας περιλαμβανόμενη σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας αυτής (προπαρατεθείσα απόφαση Pénzügyi Lízing, σκέψη 56).


Νύξη 1: Με αφορμή την ανάρτηση του φίλου μου, του Θανάση, υπενθυμίζω ότι εάν εθνικό δικαστήριο παραβίασε την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, τότε αυτό συνιστά αποζημιώσιμη αδικοπραξία, αφού όπως έκρινε το ΔΕΕ, με τις σκέψεις 18 έως και 31 στην απόφαση επί της υπόθεσης C-168/15

18     Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου για ζημίες που υφίστανται οι ιδιώτες λόγω παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης με τις οποίες βαρύνεται το κράτος αυτό είναι σύμφυτη προς το σύστημα των Συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση (βλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 35, της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 31, και της 14ης Μαρτίου 2013, Leth, C‑420/11, EU:C:2013:166, σκέψη 40).
19     Η αρχή αυτή ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, τούτο δε ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή διέπραξε την παραβίαση αυτή (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 32, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 31, της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 30, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 46).
20     Η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και οσάκις η επίμαχη παραβίαση οφείλεται σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού λειτουργήματος το οποίο επιτελεί η δικαστική εξουσία ως προς την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από τους κανόνες δικαίου της Ένωσης και του γεγονότος ότι το αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό δικαστήριο συνιστά, εξ ορισμού, το τελευταίο δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του οποίου οι ιδιώτες μπορούν να προβάλλουν τα δικαιώματα που τους παρέχονται βάσει των κανόνων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι θα θιγόταν η πλήρης αποτελεσματικότητα των εν λόγω κανόνων και ότι θα εξασθενούσε η προστασία των δικαιωμάτων αυτών αν δεν παρεχόταν στους ιδιώτες η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποκαταστάσεως της ζημίας που υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλομένης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 32 έως 36 και 59, της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 31, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C‑160/14, EU:C:2015:565, σκέψη 47).
21     Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει αν τούτο συμβαίνει στην περίπτωση των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης αποφάσεων της 15ης και της 16ης Δεκεμβρίου 2008.
22     Τούτου δοθέντος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ευθύνης κράτους για τις ζημίες που υπέστησαν ιδιώτες λόγω καταλογιστέας σε αυτό παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας που έχουν υποστεί εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, συγκεκριμένα δε ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου της Ένωσης αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ότι η παράβαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη και ότι υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως αυτής και της ζημίας που υπέστησαν οι εν λόγω ιδιώτες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 51, και της 14ης Μαρτίου 2013, Leth, C‑420/11, EU:C:2013:166, σκέψη 41).
23     Η ευθύνη του κράτους μέλους για ζημίες προκληθείσες από απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, η οποία αντιβαίνει σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, διέπεται από τις ίδιες προϋποθέσεις (βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 52).
24     Όσον αφορά, ειδικότερα, τη δεύτερη εκ των προϋποθέσεων που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, η ευθύνη αυτή θεμελιώνεται μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο (βλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 53, και της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψεις 32 και 42).
25     Προκειμένου να καθορισθεί αν υφίσταται κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ των στοιχείων που δύνανται να ληφθούν συναφώς υπόψη καταλέγονται, ιδίως, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως που αφήνει ο κανόνας αυτός στις εθνικές αρχές, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχομένης πλάνης περί το δίκαιο, το αν η στάση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενδέχεται να συνετέλεσε στη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ αντιθέτων προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικών μέτρων ή πρακτικών και η εκ μέρους του οικείου δικαστηρίου παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του περί προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 56, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 54 και 55, και της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Test Claimants in the FII Group Litigation, C‑446/04, EU:C:2006:774, σκέψη 213).
26     Εν πάση περιπτώσει, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης χαρακτηρίζεται ως κατάφωρη οσάκις αντιβαίνει προδήλως στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 56, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Test Claimants in the FII Group Litigation, C‑446/04, EU:C:2006:774, σκέψη 214, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 52).
27     Όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, εάν υποτεθεί ότι, εκδίδοντας τις αποφάσεις της 15ης και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, το Okresný súd Prešov (πρωτοδικείο Prešov) απεφάνθη σε τελευταίο βαθμό, θα πρέπει επιπλέον το εν λόγω δικαστήριο, με τις αποφάσεις αυτές, να έχει διαπράξει κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, παραβαίνοντας προδήλως τις διατάξεις της οδηγίας 93/13 ή τη σχετική με την οδηγία αυτή νομολογία του Δικαστηρίου.
28     Επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το σύστημα προστασίας των καταναλωτών που καθιερώνεται με την οδηγία 93/13 συνεπάγεται την αναγνώριση της δυνατότητας του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας ρήτρας (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, C‑240/98 έως C‑244/98, EU:C:2000:346, σκέψεις 26, 28 και 29, της 21ης Νοεμβρίου 2002, Cofidis, C‑473/00, EU:C:2002:705, σκέψεις 32 και 33, και της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro, C‑168/05, EU:C:2006:675, σκέψεις 27 και 28).
29     Βεβαίως, το Δικαστήριο, στη σκέψη 38 της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro (C‑168/05, EU:C:2006:675), δέχθηκε ότι, καταρχήν, η φύση και η σπουδαιότητα του δημόσιου συμφέροντος επί του οποίου εδράζεται η διασφαλιζόμενη βάσει της οδηγίας 93/13 προστασία των καταναλωτών δύνανται να δικαιολογήσουν περαιτέρω ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας και, ως εκ τούτου, να αναπληρώνει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία ανισότητα. Εντούτοις, στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο δεν συνήγαγε καμία συνέπεια από την κρίση αυτή, δεδομένου ότι είχε επιληφθεί του ζητήματος αν καταναλωτής δύναται να επικαλεσθεί την ακυρότητα συμβάσεως παραπομπής στη διαιτησία για πρώτη φορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που έχει επιληφθεί αγωγής ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως.
30     Το Δικαστήριο μόλις στην απόφασή του της 4ης Ιουνίου 2004, Pannon GSM (C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 32), αποφάνθηκε ρητώς για πρώτη φορά ότι η αποστολή που ανατίθεται βάσει του δικαίου της Ένωσης στα εθνικά δικαστήρια δεν περιορίζεται απλώς στη δυνατότητα να αποφαίνονται επί του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αλλά συνεπάγεται και υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό, εφόσον διαθέτουν τα αναγκαία προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία.
31     Ως εκ τούτου, από της εκδόσεως της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα υπενθυμίσει την υποχρέωση αυτή την οποία υπέχει το εθνικό δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψεις 42 και 43, της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank, C‑472/11, EU:C:2013:88, σκέψη 22, και της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary, C‑32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 41).

Και καταλήγει το ΔΕΕ, με τις σκέψεις 38 έως και 41 της ίδιας απόφασης, να υπενθυμίζει ότι


38     Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του κράτους, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στα εθνικά δικαστήρια, το κράτος υποχρεούται να άρει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 42, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 58, της 24ης Μαρτίου 2009, Danske Slagterier, C‑445/06, EU:C:2009:178, σκέψη 31, της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 62, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C‑160/14, EU:C:2015:565, σκέψη 50).
39     Ως εκ τούτου, οι κανόνες περί υπολογισμού του ύψους ζημίας προκληθείσας λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης καθορίζονται βάσει του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, εξυπακουομένου ότι οι εθνικές ρυθμίσεις περί καθορισμού των κανόνων αυτών πρέπει να τηρούν τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
40     Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τη σχέση μεταξύ αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση τέτοιας ζημίας και των λοιπών ενδίκων βοηθημάτων που παρέχει η έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους, όπως είναι η αγωγή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού.
41     Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τέταρτο και πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι κανόνες περί αποκαταστάσεως ζημίας προκληθείσας λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, όπως οι σχετικοί με τον υπολογισμό του ύψους της ζημίας αυτής ή τη σχέση μεταξύ αγωγής με αίτημα την αποζημίωση αυτή και των λοιπών ενδεχομένως διαθέσιμων ενδίκων βοηθημάτων, καθορίζονται βάσει του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
Νύξη 2: Μα θα μου πείτε ότι νομολογία του ΑΠ που να υποχρεώνει τα δικαστήρια σε αποδοχή της νομολογίας του ΔΕΕ δεν υπάρχει. Ε; Χμ... για δείτε λίγο την ΟλΑΠ 16/2013 σύμφωνα με την οποία 

«…η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης.»


ΥΓ1: Και τώρα σκέφτομαι το εξής απλό:
Εάν το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, να στρέφεται πάντοτε αναγωγικά σε βάρος του εκάστοτε υπαίτιου, (πχ. ακόμα κι ενάντια σε οδηγούς ανασφάλιστων οχημάτων που προκαλούν αυτοκινητικά ατυχήματα με υλικές ζημίες μερικών εκατοντάδων ευρώ!), με ποιον ακριβώς τρόπο διασφαλίζονται οι δικαστές που επιδίκαζαν επί σειρά ετών κι αντίθετα με το Κοινοτικό Δίκαιο διαταγές πληρωμής υπέρ των τραπεζών, ότι δεν θα πληρώσουν το μάρμαρο;

Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανείς. Ίσα-ίσα, η συνολική (κυρίως, η πολιτική) ιστορία του τόπου εξασφαλίζει, ότι για άλλη μια φορά και με μεγάλη χαρά θα αποτελέσει εύκολο στόχο η οικειοθελής αυτοθυσία τόσων και τόσο πρόθυμων Ιφιγενειών...



ΥΓ2: Αν από την ανάρτησή μου εγερθεί η οποιαδήποτε αντίρρηση, αντίδραση ή οτιδήποτε άλλο, τότε σας διαβεβαιώνω ότι θα εξετάσω τις αιτιάσεις πολύ προσεκτικά και σκεπτόμενος με βάση το νόμο, θα τις απορρίψω ως αόριστες. Στο όνομα του Ελληνικού λαού, πάντα!
Χο, χο, χο!!!

Με αυτά τα δικηγορικά δωράκια, κλείνω το 2016 ευχόμενος χρόνια καλύτερα, με υγεία πνευματική, ψυχική και σωματική, με περισσότερο φως και περισσότερη δικαιοσύνη, για όλες και όλους. 

de jure app