Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Τα δάνεια που εκφράστηκαν σε CHF, με απλά λόγια

Οι ίδιες οι τράπεζες στα αγλλόφωνα κείμενα των ισολογισμών τους αλλά και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνουν ότι πρόκειται για "denominated loans" δηλαδή για εκφρασμένα δάνεια σε ξένο νόμισμα και όχι για αυτούσια δάνεια συναλλάγματος. 

Προφανώς είναι άλλο πράγμα ένα "CHF loan" (δάνειο σε αυτούσια CHF) κι άλλο πράγμα ένα "denominated in CHF loan" (δάνειο εκφρασμένο σε CHF, δηλαδή δάνειο σε ευρώ με ρήτρα αξίας νομίσματος CHF).

Ωστόσο, στα Ελληνικά δικαστήρια, οι τράπεζες παρέστησαν κι εξακολουθούν να παρίστανται ισχυριζόμενες ότι δήθεν δανείστηκαν ελβετικά νομίσματα και μάλιστα, ότι, ένεκα της ανατίμησης του ελβετικού φράγκου, χρειάστηκε δήθεν να καταβάλουν κι ενέχυρα στους πιστωτές τους.  

Όμως, το δήθεν ενέχυρο ήταν, στην πραγματικότητα, η ανάγκη για την αντίστοιχη κεφαλαιακή επάρκεια, με βάση τους Κανονισμούς της Βασιλείας! Πλέον το παραδέχονται και οι τράπεζες με τις προτάσεις τους στα δικαστήρια.

Κεφαλαιακή Επάρκεια ορίζεται ως το μέτρο εκείνο που μας δείχνει κατά πόσο το κεφάλαιο μιας τράπεζας (και γενικά ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος) είναι αρκετό προκειμένου η τράπεζα να μπορεί να ανταπεξέλθει σε πιθανές ζημίες από δάνεια τα οποία έχει ήδη δώσει, και να μπορέσει μελλοντικά να είναι και εκείνη συνεπής απέναντι στις δικές της υποχρεώσεις και τα δικά της χρέη. Η Βασιλεία Ι και ΙΙ καθόριζαν ελάχιστη κεφαλαιακή επάρκεια 8%, ήδη η Βασιλεία ΙΙΙ καθορίζει 12% κι άνω.

Δηλαδή, όταν η κάθε τράπεζα υποχρεώνεται να έχει κεφαλαιακή επάρκεια ανερχόμενη σε 12% επί των στοιχείων του ενεργητικού της (χορηγήσεις) αυτό σημαίνει ότι παρακολουθεί σε διαρκή βάση τις χορηγήσεις της και έχει στα ταμεία της κεφάλαια που αντιστοιχούν στο 12% του ενεργητικού της.

Όταν, λοιπόν, το CHF ανατιμήθηκε (σταδιακά από το 2010 και με αποκορύφωνα τον Ιανουάριο του 2015) τότε τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας αυξήθηκαν κι έτσι η κάθε τράπεζα χρειάστηκε να δεσμεύσει περισσότερα κονδύλια, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας.

Δηλαδή, ο ισχυρισμός περί ενεχύρου ήταν ακριβώς η ομολογία ότι η τράπεζα καρπώνεται ως κέρδος της τη συναλλαγματική ισοτιμία (δεν ερευνάται δικονομικά το κατά πόσο το αφήγημα αυτο συνιστά παραβίαση του άρθρου 116 ΚΠολΔ, το οποίο καταναλώθηκε πρόθυμα από τα δικαστήρια). 

Διότι εάν έπρεπε να πληρώσει υποτιθέμενους πιστωτές της με την ίδια ισοτιμία, τότε θα έπρεπε να υπάρχει ισόποση απαίτηση στο σκέλος του παθητικού του ισολογισμού της, που θα εκμηδένιζε τις απαιτήσεις αύξησης της κεφαλαιακής επάρκειας.

Αλλά ακριβώς επειδή οι τράπεζες ουδέποτε δανείστηκαν τα ελβετικά, ουδέποτε τα χορήγησαν (χορηγούσαν μόνο ευρώ, αφού οι συναλλαγές με μετρητά CHF ήταν απαγορευμένες σύμφωνα με τις εγκυκλίους των ίδιων των τραπεζών) και συνεπώς, ουδέποτε κλήθηκαν να τα επιστρέψουν και δη, με κυμαινόμενη ισοτιμία, δεν υπήρχε αντίστοιχο σκέλος στο παθητικό του ισολογισμού τους.

Έτσι, λοιπόν, τα CHF σήμερα αποδίδουν καθαρές κερδοφόρες θέσεις για τις τράπεζες (μια ματιά στους ισολογισμούς αρκεί, πχ εδώ στον πίνακα που συνήθως φέρει τίτλο "Συναλλαγματικός κίνδυνος"), συνιστάμενες τόσο στο επιτόκιο και το περιθώριο του επιτοκίου, όσο και στην ισοτιμία, την οποία εισπράττουν ως κέρδος τους.

Γι' αυτό, άλλωστε και ο δείκτης ευαισθησίας τους σε κάθε ανατίμηση του CHF τους αποδίδει κέρδη (αρκεί μια ματιά στους ισολογισμούς τους, πχ εδώ στον πίνακα που απεικονίζει την ευαισθησία στις μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών) ενώ κάθε υποτίμηση του ελβετικού φράγκου παράγει ζημίες. 

Διότι οι τράπεζες δεν χρωστούν ελβετικά, αλλά περιμένουν να εισπράττουν ευρώ με την ισοτιμία του ελβετικού. Οπότε τις εξυπηρετεί η ισοτιμία του CHF να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, αφού με τον τρόπο αυτό εισπράττουν περισσότερα ευρώ. 

Έχει αποδειχθεί, λοιπόν, ότι οι τράπεζες από το 2006 έως και το 2009 εμπορεύονταν μια εσάνς ελβετικού, χορηγώντας ευρώ και κερδοσκοπώντας στην πλάτη των δανειοληπτών. 

Κατά τα λοιπά, ο όρος κρίνεται μη ελεγχόμενος (!) κατά το αρ 1 παρ 2 της Οδηγίας 93/13, έστω κι αν η εν λόγω διάταξη δεν ενσωματώθηκε ποτέ στο εθνικό δίκαιο. Έστω κι αν δεν επιτρέπεται ερμηνεία Κοινοτικού Δικαίου κατά τρόπο που απομειώνει το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Έστω κι αν ήδη υπάρχει πάγια, πλέον, νομολογία του ΔΕΕ επάνω στο θέμα. 

Φτάσαμε στο σημείο, όπου, για να δικαιωθούν τα εγκλήματα του λευκού κολάρου, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ο νόμος, αναγκαζόμαστε να τον εφεύρουμε. Και στη συνέχεια τον εφαρμόζουμε κιόλας. Πάντα χάριν τραπεζών. 

Έστω και αντισυνταγματικά (διότι ο ρόλος του δικαστή στο Ελληνικό δικαιϊκό σύστημα δεν είναι δικαιοπλαστικός, παρά μόνο επί αντισυνταγματική αντιποιήσει αρμοδιότητας της νομοθετικής εξουσίας).

Αλλά και πάλι θα μου πείτε: 
Νομικά θα μιλάμε τώρα;

Μάλλον, όχι. Απ' ότι φαίνεται ποτέ δεν ήταν νομικό το θέμα. 
Φαίνεται ότι εξ αρχής ήταν ζήτημα στάσης ζωής και αντίληψης απέναντι στα πράγματα. Και φαίνεται πως το κράτος δικαίου υποτάσσεται στην ανυπέρβλητη επιταγή "σκάσε και πλήρωνε"...

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Η κατάρρευση του αφηγήματος για τα δάνεια σε CHF


Μέχρι τώρα το αφήγημα των τραπεζών ενώπιον των Δικαστηρίων συνοψιζόταν στους εξής άξονες:

- Ότι οι τράπεζες δανείστηκαν τα CHF από τη διατραπεζική αγορά. 
- Ότι για το λόγο αυτό συνήψαν συμβάσεις παραγώγων τύπου cross currency swaps ή FX swaps. 
- Ότι οφείλουν να επιστρέψουν τα CHF με την τρέχουσα τρέχουσα ισοτιμία και ως εκ τούτου. 
- Ότι επιβαρύνονται με πιθανές ζημίες από έκθεσή τους σε συναλλαγματικό κίνδυνο, λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας.


Ερευνώντας τον ισχυρισμό στην ουσία του, βλέπουμε ότι είναι αναληθής. Δοθέντος ότι εκκρεμεί τέτοιας φύσης υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου μπορούμε κάλλιστα να δούμε ότι η εκεί εναγόμενη και αναιρεσίβλητη τράπεζα (Eurobank) εκ ενοποιημένων των οικονομικών καταστάσεων για το έτος χρήσης που έληξε την 31-12-2017 δεν είχε την παραμικρή υποχρέωση σε CHF από παράγωγα προς οποιονδήποτε.


Έτσι, η συναλλαγματική θέση των στοιχείων του ισολογισμού καταλήγει να παρουσιάζει χορηγήσεις δανείων στο νόμισμα αυτό ύψους 3,729 δις ευρώ, δίψως καμία υποχρέωση απόδοσης των CHF πουθενά. 

Για του λόγου το αληθές, ιδού η σελ 84 από τις Οικονομικές καταστάσεις για τη χρήση που έληξε την 31-12-2017.




Μάλιστα, από τις παραπάνω οικονομικές καταστάσεις προκύπτει ότι η τράπεζα έχει συνάψει προθεσμιακές συμβάσεις συναλλάγματος ύψους 3,762 δις ευρώ, δηλαδή προκύπτει είτε ότι ποτέ δεν δανείστηκε τα CHF, και πάντως δεν τα χρωστά σε κανέναν, ουδέ υποχρεούται να πληρώσει με την τρέχουσα ισοτιμία κανέναν.

Οι προθεσμιακές συμβάσεις συναλλάγματος ερμηνεύονται είτε υπό την έννοια ότι απλώς απέκτησε μια υποσχετική περί δανεισμού της με τα αντίστοιχα κεφάλαια, είτε ότι κι αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι τα δανείστηκε, ως εκ της προθεσμιακής φύσεως των συμβάσεων, κλείδωσε την ισοτιμία δανεισμού και την ισοτιμία επιστροφής, μη υποκείμενη σε κανέναν κίνδυνο από τη μεταβολή της ισοτιμίας.

Δοθέντος ότι σημερινό δημοσίευμα της έντυπης έκδοσης της έγκριτης εφημερίδας "Καθημερινή" αναφέρεται σε δημοσιογραφικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου φέρεται να αποφάσισε υπέρ της αναιρεσίβλητης τράπεζας, διατηρώ την ελπίδα, ότι το δημοσίευμα θα διαψευστεί, διατηρώ την ελπίδα ότι η Δικαιοσύνη  θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και πάντως, δεν θα ενταφιάσει δίκαια αιτήματα 70.000 δανειοληπτών, προκειμένου να διασωθεί η παραπάνω παράδοξη κατάσταση, που δημιουργήθηκε με αποκλειστική επιλογή κι ευθύνη των τραπεζών της χώρας.

Ιδίως, εφόσον πια αποδεικνύεται ότι ενώπιόν του Δικαστηρίου τέθηκε ένα ψήγμα του προβλήματος, εφόσον αποδεικνύεται ότι η τραπεζική απαίτηση εδράζεται σε καταπλεονεκτική σύμβαση και σε ΓΟΣ κατασκευασμένους με τέτοιο τρόπο, που παράγουν πρόσθετα ευκαιριακά κέρδη για την τράπεζα και αντίθετα, οδηγούν στην εξαθλίωση και την απόγνωση χιλιάδες δανειολήπτες και τις οικογένειές τους.

Ελπίζω και εύχομαι.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Το Βατερλώ της κοινής λογικής στην επερχόμενη ρύθμιση για τα κόκκινα δάνεια

Με βάση δημοσιογραφικές και μόνο πληροφορίες και υπό την προϋπόθεση της εγκυρότητας και της πληρότητάς τους, μπορεί να γίνει μια πρώτη εκτίμηση του επερχόμενου σχεδίου για τη ρύθμιση των λεγόμενων κόκκινων δανείων (non performing loans ή npl). Αλλά τούτη η προσέγγιση θα έχει μια ιδιαιτερότητα. Θα προσπαθήσουμε να δούμε τις προτεινόμενες ρυθμίσεις με οικονομικά δεδομένα. Όχι με νομικά.

Σύμφωνα με το σχέδιο τέθηκαν 5 κριτήρια για την υπαγωγή στην νέα εξωδικαστική διαδικασία. Αυτά είναι

1. Το ύψος των δανείων, δηλαδή το υπόλοιπο της οφειλής, όπως διαμορφώνεται σήμερα μαζί με τους τόκους, να μην ξεπερνάει τις 130.000 ευρώ

2. Η αξία της πρώτης κατοικίας που θέλει να προστατεύσει να μην ξεπερνά τις 250.000 ευρώ

3. Οι καταθέσεις που έχει ο οφειλέτης να μην είναι πάνω από το 50% της οφειλής του

4. Το σύνολο της ακίνητης περιουσίας που διαθέτει να μην υπερβαίνει το 200% της οφειλής του

5. Το εισόδημά του να μην ξεπερνά τις 12.500 ευρώ όταν πρόκειται για μονομελή οικογένεια και τις 21.000 ευρώ όταν πρόκειται για ζευγάρι,όριο που προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί, έως τρία παιδιά. Η ρύθμιση μπορεί να φτάσει τα 25 έτη, με επιτόκιο euribor + 2%.

Κατ' αρχάς, έτσι τιθέμενα τα κριτήρια δείχνουν ότι οι άνθρωποι που τα αποφάσισαν είναι εκτός πραγματικότητας, εκτός κοινωνίας και εκεί θέλουν να παραμείνουν. Το ορισμένο ύψος συνολικής οφειλής 130.000 ευρώ μαζί με τους τόκους, μετά από 10 χρόνια κρίσης, είναι εμπαιγμός. Ιδίως δε την στιγμή που επί σειρά ετών οι τράπεζες προωθούσαν τις "κλασματικές δόσεις" ή την μερική καταβολή δόσης με κεφαλαιοποίηση του υπολοίπου των τόκων και έντοκες περιόδους χάριτος με κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της, διογκώνοντας τις οφειλές των δανειοληπτών. 

Δεύτερον, είναι εμπαιγμός και για τον πρόσθετο λόγο, ότι αγνοεί τις συνθήκες της αγοράς ακινήτων προ του 2009, οπότε και ελήφθησαν τα δάνεια στην πλειοψηφία τους. Τότε, για ένα νεόδμητο τριάρι 80τμ στο Ίλιον Αττικής ήθελες πάνω από 140.000 ευρώ και οι τράπεζες χρηματοδοτούσαν το 100% της τότε αξίας του σπιτιού. 

Τρίτον, τα κριτήρια δημιουργούν κίνητρο παύσης πληρωμών και ρευστοποίησης ακινήτων και ευνοούν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Δείτε: 
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε έναν δανειολήπτη που εντάσσεται στο Νόμο κι έχει: 
  • οφειλή 130.000 ευρώ 
  • εμπορική αξία κατοικίας 200.000 ευρώ (έχει μόνο ένα ακίνητο), 
  • δεν έχει καταθέσεις 
  • και έχει εισόδημα 12.000 ευρώ 
Επισημάνω επίσης ότι το επιτόκιο euribor + 2%, δεν είναι αυτό που δείχνει. Κατά πλάσμα δικαίου οι ελληνικές τράπεζες λαμβάνουν την τιμή του euribor ως δήθεν μηδενική αν και στην πραγματικότητα είναι αρνητική, δηλαδή το αληθές περιθώριο προσεγγίζει το 2,5% κι όχι το 2% όπως φαίνεται με μια πρώτη ματιά.

Υποθέτουμε επίσης, ότι η ρύθμιση ισοδυναμεί με μια νέα εκταμίευση με την οποία εξοφλούνται οι παλαιές οφειλές. 

Με τις υποθέσεις αυτές, λοιπόν, εάν ο παραπάνω δανειολήπτης μπει σε ρύθμιση με την τράπεζα με τότε θα πληρώσει στην ΕΤΕ


Ο ίδιος δανειολήπτης εάν μπει στη ρύθμιση του νόμου, τότε θα πληρώσει στην Eurobank περίπου

Δηλαδή, με τα τρέχοντα κριτήρια πιστοληπτικής ικανότητας, όπως τα δέχονται οι ίδιες οι τράπεζες, η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του ανθρώπου αυτού (ηλικία 40 ετών, μηδενικές οφειλές σε άλλους πιστωτές, ύψος οφειλής 130.000 ευρώ και εισόδημα 12.000 ευρώ) θα ήταν έως 349 ευρώ το μήνα (κατά το μέρος αυτό η ρύθμιση παραβιάζει Κοινοτική Οδηγία, αφού παραβλέπει την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη).  

Σημειώνω δε ότι για 130.000 οφειλής, με τις παραπάνω δόσεις θα έχει πληρώσει μετά από 25 έτη το συνολικό ποσό των (25 Χ 12 Χ 673 =) 201.900 ευρώ. Δηλαδή θα έχει πληρώσει περισσότερα από όσα αξίζει τώρα η κατοικία και δίχως να υπολογίζω μείωση της αξίας λόγω της φθοράς του χρόνου και της παλαιότητας που θα μεσολαβήσει στο χρονικό διάστημα των 25 ετών.

Ο ίδιος δανειολήπτης θα μπορούσε να λάβει δάνειο έως το ποσό των 65.400 ευρώ και όχι παραπάνω. Συνεπώς, δεν τον συμφέρει να αποπειραθεί να πληρώσει οφειλή 130.000 ευρώ, βαρος το οποίο εξάλλου δεν αντέχει. 

Η δε δόση του για το ποσό των 130.000 ευρώ διαμορφώνεται μεταξύ 673 και 694 ευρώ ανά μήνα, τη στιγμή που τα ετήσια εισοδήματά του είναι 12.000 ευρώ, δηλαδή 1.000 ευρώ μηνιαίως. Μετά την καταβολή της δόσης θα του απομένει το ιλιγγιώδες ποσό των (1.000 - 673 =) 327 ευρώ το μήνα. 327 ευρώ το μήνα για να ζήσει!
(θυμάστε τι έλεγε ο Βενιζέλος για την Μολδαβία;;;) 

Δηλαδή, οι πεφωτισμένοι που έλαβαν τις σχετικές αποφάσεις κουρέλιασαν και τις Εύλογες Δαπάνες Διαβίωσης, όπως οι ίδιοι της καθιέρωσαν και τις δημοσίευσαν στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασία του Καταναλωτή, του Υπουργείου Οικονομίας και Απάντυξης.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, αυτός ο δανειολήπτης έχει συμφέρον να μην ρυθμίσει ποτέ. Έχει συμφέρον να επιτρέψει τη ρευστοποίηση της κατοικίας του αφού έτσι θα εισπράξει τουλάχιστον την εμπορική της αξία, ύψους 200.000 ευρώ. Με τα χρήματα αυτά θα αποπληρώσει τα 130.000 της τράπεζας και θα του απομείνουν 70.000 ευρώ για να αγοράσει ένα νέο σπίτι δίχως να χρωστάει σε κανέναν πια. Ο δανειολήπτης αυτός θα διατηρήσει οικονομική δυνατότητα 1.000 ευρώ το μήνα και δεν θα δεχτεί να καταστεί χρεοδουλοπάροικος της τράπεζας.

Αλλά κι αν δεν βρεθεί πλειοδότης και επαναληφθεί η διαδικασία του πλειστηριασμού, τότε  αφενός η τιμή του ακινήτου θα είναι μειωμένη και σημαίνει ότι τελικώς μπορεί να αποκτήσει το ακίνητο μέσα από διαδικασία πλειστηριασμού και ανθρώπου της εμπιστούνης του, σε ύψος πολύ κοντά στο μέγιστο δάνειο που θα μπορούσε να λάβει και να εξυπηρετήσει. 

Αλλά ακόμα κι αν δεν βρει ρευστά διαθέσιμα, και πάλι, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να τον συμφέρει να αφήσει να ρευστοποιηθεί η οικία του, αφού με το 66% της δόσης (περίπου 400 ευρώ) θα μπορεί να μισθώσει ένα ποιοτικό ακίνητο, γλυτώνοντας τον ΕΝΦΙΑ και τα φορολογικά τεκμήρια, απομένοντας με οικονομική δυνατότητα περίπου 600 ευρώ το μήνα, αντί των 327 που του αφήνει η μεγαλόψυχη τράπεζα (κυβέρνηση δεν υπάρχει μη γελιόμαστε, οι τραπεζίτες κυβερνούν με τις ευχές των δικαστών). Και χωρίς οφειλή, αφού άλλωστε στην υπόθεσή μου, δεν υπάρχει άλλο ακίνητο για ρευστοποίηση.

Με λίγα λόγια, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι ένα Βατερλώ της κοινής λογικής. Πρόκειται για μια παταγώδη αποτυχία. Τολμώ, δε να διακινδυνεύσω την πρόβλεψη, ότι δεν θα μειώσει τα κόκκινα δάνεια αλλά ενδέχεται να τα αυξήσει, ιδίως σε κομμάτια του πληθυσμού που έχουν διαρρήξει τους συναισθηματικούς δεσμούς με τα ακίνητά τους, μετά από 10 χρόνια οικονομικής κόπωσης και αιμορραγίας.

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Η Μακεδονία είναι το πρόσχημα

Αναρτώ το κείμενο της κας Νίνας Γεωργιάδου, που δημοσίευσε η ίδια στο προφίλ της στο facebook την 21-01-2019, αφού προηγουμένως έλαβα την άδειά της προς τούτο, διότι το βρήκα εξαιρετικό.
Δεν προβαίνω σε κανέναν σχολιασμό, αφού δεν θέλω να επέμβω στο πνεύμα και στην πένα της γράφουσας.
Το κείμενο έχει ως εξής:


Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ
Όταν ο χρυσός της Μακεδονίας, ξεπουλήθηκε στην Eldorado για ένα κομμάτι ψωμί, μαζί με την περιβαλλοντική ανασκολόπηση της Χαλκιδικής, πόσο μία και πόσο ελληνική ήταν η Μακεδονία;
Όταν οι ΜΑΤατζήδες σακάτευαν γέρους στις Σκουριές και μπούκαραν στα σπίτια, σαν στρατός κατοχής, πού είχες κρύψει τη σάρισα;
Όταν ο Όμιλος Μυτιληναίου και Κοπελούζου, που 'ναι θυγατρική του Καναδικού Ομίλου PSP, πήρε την εκμετάλλευση της Εγνατίας, του μεγαλύτερου οδικού άξονα της Μακεδονίας, που είναι μία και ελληνική αλλά τα πηγαινέλα της τα ελέγχουν οι Καναδοί και τα διόδιά της τα τσεπώνει ο Κοπελούζος και όταν η γερμανική DIMERA πήρε το 67% του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, και η γερμανική Fraport πήρε όλο το αεροδρόμιο της Μίκρας και βγήκε για ξεπούλημα στους ξένους δανειστές το κτίριο της ΕΡΤ και το στρατόπεδο Μέγας Αλέξανδρος και οι φυλακές Κασσάνδρας κι εκατοντάδες στρέμματα στο Μετόχι Σταυρονικήτα στη Σάνη της Χαλκιδικής, και η ΔΕΗ Κοζάνης και η Αγορά Μοδιάνο, το Στρατόπεδο Γκόνου, το Camping Επανομής, το Camping Αγίας Τριάδας, το Στρατόπεδο ΣΕΔΕΣ και η Μαρίνα Αρετσούς τι συλλαλητήρια έκανες, Μακεδονικέ χαλβά;
Ίσα-ίσα για τα στρατόπεδα Μ. Αλέξανδρος, Γκόνου και ΣΕΔΕΣ είπες να πουληθούν, μη τυχόν και γίνουν καταυλισμοί προσφύγων κι ας είσαι γέννημα και θρέμμα της προσφυγιάς. Μπάσταρδη γενιά, που θυμάσαι τη μάχη στα Γαυγάμηλα αλλά όχι τους κυνηγημένους παππούδες σου.
Κι όταν ξεμπούκαραν ορδές από εγχώριους τζογαδόρους στο γειτονικό καζίνο κι έκανες τα ψώνια σου σε ημερήσιες εκδρομές για να πάρεις πολλά κι ακόμη πιο πολλά, ήταν κατά τη ρήση του Μεγαλέξαντρου, σ' άλλο να χρωστάς το ζην και σ' άλλον το ευ ζην;
Κι όταν οι μπατριώτες επιχειρηματίες μετέφεραν πλεχτήρια, πριονιστήρια, γαζωτήρια στην πάνω,εκτός συνόρων, γειτονιά για περισσότερα κέρδη και καλύτερα λεφτά, τι εξηγήσεις σου έδιναν οι βετεράνοι σημερινοί οργανωτές της πατριωτικής σου αγανάχτησης για το πώς γίνονται σκόνη τα σύνορα όταν συμφέρει;
Κι όταν κάποιοι φώναζαν πως το Κόσσοβο θα γίνει ο αρχιμπάτσος των Βαλκανίων με 10000 αμερικάνους στρατιώτες και μια ηλεκτρονική υποδομή να παρακολουθεί όλη τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, ήθελε τότε αρετή και τόλμη η ελευθερία, όχι αγιαστούρες και καρναβαλιστές.
Θα συμφωνήσω σε ένα, μαζί σου. Δεν είσαι απαραίτητα φασίστας.
Μόνο άθυρμα. Μαριονέτα κι έρμαιο.
Στη φτώχεια και τον ξεπεσμό, με πατριωτικά λαμέ.
Μπόσικος σε κηρύγματα μίσους.
Παλικαράς στους πιο μικρούς και πιο αδύναμους.
Όχι απαραίτητα φασίστας. Εκκολαπτόμενος, μπορεί. Σίγουρα πάντως, ανθρωπάκι.
Στης καταπίεσης τα φραγγέλια, άμβωνες κι ευαγγέλια.
Ενοχοποιημένο κι εξομολογητέο, απ' αυτούς που αφόρισαν το Ρήγα και την Επανάσταση, ευλογούσαν προεστούς και κοτζαμπάσηδες και θυμήθηκαν τον Παπαφλέσσα όταν ήταν για τα καλά νεκρός.
Κι έπειτα έστελναν την ευλογία των ουρανών στους Ναζί και όρκους πίστης στους δικτάτορες και τώρα τακίμια με τα μπάσταρδα του Αδόλφου.
Όχι απαραίτητα φασίστας. Σίγουρα πάντως, άθυρμα. Μπορεί και λίγο κάθαρμα.


Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Περί της εισφοράς του Ν. 128/1975

Το ότι η επιβολή της εισφοράς στους δανειολήπτες είναι μη νόμιμη, είναι γνωστό. Το ότι κάποια δικαστήρια επιμένουν να την κρίνουν ως δήθεν νόμιμη είναι, επίσης, γνωστό.

Αυτή η ανασφάλεια δικαίου, λοιπόν, πράγματι υπάρχει ή είναι επίπλαστη; 





Α. Κατ' αρχάς ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1356/2012) έχει κρίνει ότι
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 1 παρ. 1 και 3 ν. 128/1975, επιβλήθηκε εισφορά σε βάρος των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν στην Ελλάδα υπέρ κοινού λογαριασμού, ανερχομένη σε ποσοστό 1%ο ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων, των χορηγουμένων από αυτά πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων. Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας διάταξης της παρ. 3 του άρ. 1 ν. 128/1975, κατά την οποία "επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος υπέρ λογαριασμού", σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε, όπως η ανωτέρω εισφορά αφορά και βαρύνει αποκλειστικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους δανειολήπτες πελάτες τους. Τούτο συνάγεται και κατ' αντιδιαστολή προς τη διάταξη του άρ. 22 παρ. 2 ν. 2515/1997 (με την οποία επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής της ίδιας εισφοράς και στα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού), έχουσα ως εξής: "Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος". Επί πλέον, με τη διάταξη του άρ. 6 ν. 1676/1986 επιβλήθηκε σε όλα επίσης τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, φόρος με την ονομασία "Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.)", ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 11 παρ. 3 αυτού, επιρρίπτεται από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους (ο φόρος αυτός έχει ήδη καταργηθεί με το άρ. 33 ν. 2873/2000). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρ. 30 παρ. 1 και 2 εδ. α' ν. 2789/2000, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση, που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο το τετραπλάσιο, αν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31.12.1985, β ') το τριπλάσιο, αν συνέβησαν-μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15.4.1998. Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων, στη βάση υπολογισμού του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό. Καταβολές, που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά τις ημερομηνίες της προηγουμένης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Ακολούθησε η αντικατάσταση των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 1, και 2 εδ. α' ν. 2789/2000 με το άρ. 42 ν. 2912/2001, ως εξής: Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) Το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Από τις τελευταίες διατάξεις του ν. 2912/2001, καθίσταται σαφές ότι ως συνολική οφειλή από τραπεζικό δάνειο ή αλληλόχρεο λογαριασμό νοείται η υφιστάμενη οφειλή από το κεφάλαιο του δανείου κλπ., προσαυξημένου με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι 50% αυτού, του συνολικού δε τούτου ποσού πολλαπλασιαζόμενου στη συνέχεια με συντελεστή 2, 3 ή 4. Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει αποτελεί την τελική του δανειολήπτη οφειλή, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη σχετική διατύπωση του άνω άρ. 42 ν. 2912/2001, όπου ορίζεται συγκεκριμένως ότι "υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων δεν δύναται να υπερβεί", ενώ με την προηγούμενη, ανάλογη, διάταξη του άρ. 30 ν. 2789/2000, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο αυτό, οριζόταν ότι "η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί" (δηλαδή με το ν. 2789/2000 αναφερόταν ως "συνολική οφειλή" εκείνη που συμπεριλάμβανε μόνον τόκους, ενώ με το ν. 2912/2001 αναφέρεται ως "συνολική οφειλή" η προερχόμενη εκ πάσης αιτίας). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη ως ανωτέρω τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ., θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο ν. 2789/2000, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του αρ, 30 του οποίου προέβλεπε την προαφαίρεση τούτων από τις καταβολές, ρύθμιση που ήδη δεν επαναλαμβάνεται.
Συνεπώς, ήδη το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας έχει αποφανθεί ότι η επιβολή της εισφοράς στους δανειολήπτες είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με το υφιστάμενο εθνικό δίκαιο. 

Β. Περαιτέρω, εφόσον η επιβολή της εισφοράς είναι μη νόμιμη, αντίστοιχα μη νόμιμη είναι η κεφαλαιοποίηση των κονδυλίων της εισφοράς (δηλαδή η άθροιση των κονδυλίων της εισφοράς στο εκάστοτε οφειλόμενο κεφάλαιο). 

Όμως, η άθροιση κονδυλίων στο οφειλόμενο κεφάλαιο παράγει συνέπειες, όπως ιδίως τόκους (τοκισμός) και τόκους εξ ανατοκισμού (ανατοκισμός), οι οποίοι επίσης, σε συνέχεια των ανωτέρω, είναι μη νόμιμοι, καθόσον κατά το προϊσχύσαν (βλ άρθρο 8 περ 6 Ν1083/1980 και την υπ’ αριθμ 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 12 του Ν.2601/1998, άρθρο 30 του Ν.2789/2000, άρθρο 47 του Ν.2783/2000, άρθρο 42 του Ν.2912/2001 και άρθρο 39 του Ν.3259/2004) ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο εφόσον έχει συμφωνηθεί συμβατικώς και μόνο επί καθυστερούμενων τόκων και όχι φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών (ΕφΛαμ 124/2007, ΠολΠρωτΑθ 7607/2007, ΜονΠρωτΑθ 7630/2006).


Γ. Μάλιστα, η επιβολή της εισφοράς πάσχει και από άποψη αντίθεσης στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Συγκεκριμένα κατά το προϊσχύσαν ευρωπαϊκό δίκαιο η παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι
2. Δύνανται να υπαχθούν στον φόρο εισφοράς οι κατωτέρω πράξεις: 
α) … 
β) … 
γ) το δάνειο, το οποίο συνάπτει μία κεφαλαιουχική εταιρία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών-
δ) το δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από ένα εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ιδία λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.
 

Το άρθρο 10 της Οδηγίας 69/335/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι

Άρθρο 10 
Πλην του φόρου εισφοράς, τα Κράτη μέλη δεν εισπράττουν, όσον αφορά τις εταιρίες, ενώσεις προσώπων ή νομικά πρόσωπα, που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκoπούς, κανένα φόρο υπό οποιαδήποτε μορφή: 
α) για τις πράξεις, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 4-
β) για τις εισφορές, δάνεια ή παροχές, που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των πράξεων των αναφερομένων στο άρθρο 4-

Η παρ β του αρ 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι
Άρθρο 11 
Τα Κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε οποιοδήποτε φόρο οποιασδήποτε μορφής: 
α) την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή θέση σε κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως, καθώς και τα πιστοποιητικά, τα παραστατικά των τίτλων αυτών, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους-
β) τα δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων


Κατά το ισχύον Ευρωπαϊκό δίκαιο, με την Οδηγία 2008/7/ΕΚ κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε το κείμενο της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ. Η οδηγία ρυθμίζει την επιβολή από τα κράτη μέλη έμμεσων φόρων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων. Προβλέπει τη γενική απαγόρευση των εν λόγω φόρων, ιδίως του φόρου εισφοράς, παρόλο που ορισμένες χώρες έχουν ακόμη τη δυνατότητα να τον επιβάλλουν βάσει ορισμένων παρεκκλίσεων. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 16 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ ορίστηκε ότι

Άρθρο 16
Κατάργηση
Η οδηγία 69/355/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες που παρατίθενται στο μέρος Α του παραρτήματος ΙΙ, καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2009, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο μέρος Β του παραρτήματος II.
Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και ερμηνεύονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος III.
 

Στο Παράρτημα ΙΙΙ υπάρχει πίνακας αντιστοιχίας μεταξύ των διατάξεως της Οδηγίας 69/335 και της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ.



Έτσι, το άρθρο 3 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρο 4 παρ 2 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως προκύπτει από το παραπάνω Παράρτημα) ορίζει, πλέον, ότι

Άρθρο 3
Εισφορές κεφαλαίου
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και με την επιφύλαξη του άρθρου 4, οι ακόλουθες πράξεις θεωρούνται ως «εισφορές κεφαλαίου»:
α) …
β) …
γ) …
δ) …
ε) …
στ) …
ζ) …
η) …
θ) το δάνειο, το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρεία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών·
ι) το δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρεία με ένα εταίρο, με τη σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από έναν εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ίδια λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.
 

Η δε παρ 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως προκύπτει από το παραπάνω Παράρτημα) ορίζει, πλέον, ότι

2.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν οποιαδήποτε μορφή έμμεσου φόρου στις ακόλουθες πράξεις:
α) στη δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή θέση σε κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως καθώς και στα πιστοποιητικά των τίτλων αυτών, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους·
β) στα δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματεύσιμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και σε όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως η δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματεύσιμων τίτλων.
 

Σύμφωνα δε με την υπό αριθμητικό στοιχείο 9 επισήμανση του Παραρτήματος Ι της παραπάνω Οδηγίας στον φόρο δεν υπόκεινται

9. εταιρείες ελληνικού δικαίου με την επωνυμία:
i) Ανώνυμος Εταιρεία
ii) Ετερόρρυθμος κατά μετοχάς Εταιρεία
iii) Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης
 
Με τις διατάξεις των άρθρων 17-31 του ν. 1676/86 (ΦΕΚ Α204) ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας μας η Οδηγία 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 «περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων», όπως ισχύει, μετά την κωδικοποίηση και αναδιατύπωσή της ως Οδηγία 2008/7/ΕΚ.
 
Σύμφωνα με το αρ 8 του Ν. 1676/1986
Άρθρο 8.
Αντικείμενο φόρου.

Στο φόρο υπόκεινται:
α.  οι ημεδαπές τράπεζες, που λειτουργούν, σύμφωνα με τις διατάξεις  του ν. 5076/1931 και η Τράπεζα της Ελλάδος.
β. οι  αλλοδαπές ανώνυμες  τραπεζικές  εταιρίες, που  λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.
 
Με το αρ 18 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι
Άρθρο 18.
Φορολογούμενες πράξεις.

1.  Αποτελούν συγκέντρωση  κεφαλαίων  και υπάγονται  στο  φόρο οι κατωτέρω πράξεις:
α) …
β) …
γ) …
δ) …
ε) το δάνειο, που συνάπτει  πρόσωπο του  άρθρου  17, εφ`  όσον  ο δανειστής έχει δικαίωμα σε ποσοστό στα εταιρικά κέρδη,
στ)  το δάνειο,  που  συνάπτει πρόσωπο του άρθρου 17 με εταίρο, τη σύζυγο ή τέκνο, καθώς και το δάνειο, που συνάπτει με  τρίτο  πρόσωπο, εάν για  το  δάνειο τούτο  έχει  εγγυηθεί κάποιος  εταίρος,  με την προϋπόθεση ότι το δάνεια αυτά έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, που έχει και η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου

4.  Δεν υπάγονται  στο  φόρο, κατά  το  μέρος που  δεν  αποτελούν συγκέντρωση κεφαλαίων, οι κατωτέρω πράξεις:
ε`   στ) κάθε σύμβαση ή πράξη που είναι παρεπόμενη των πράξεων του άρθρου τούτου.
(Η περ. δ΄ της παρ. 4 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ και οι περιπτώσεις ε` και στ` αναριθμήθηκαν  σε δ` και ε` αντίστοιχα
με την παρ.2 άρθρο 24 Ν. 3763/2009,ΦΕΚ Α 80/27.5.2009.)

Περαιτέρω, με την παρ 3 του αρ 8 του Ν. 2459/1997 ορίστηκε ότι:
Καταργείται ο κατά περίπτωση επιβαλλόμενος Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών των άρθρον 6 έως και 16 του ν.1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α`) και η εισφορά του άρθρου 1 του ν.128/1975 (ΦΕΚ 173 Α`) στα δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται στα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2, καθώς και στους τόκους και προμήθειες των δανείων και πιστώσεων αυτών τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε δραστηριότητες που ασκούνται σε νησιά της παραγράφου 1.
 
Με την παρ 4 του Ν. 2601/1998 ορίστηκε ότι: 
4. Οι διατάξεις των άρθρων 6-16 του ν. 1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα και για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή πιστωτικών συνεταιρισμών του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α) και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 5-9 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α), από τον κατά περίπτωση χρόνο έναρξης της λειτουργίας τους.
 
Τέλος, με το αρ 40 παρ 5 του Ν. 2065/1992 ορίστηκε όρι
Κατά το άρθρο 40 παρ. 5 του Ν. 2065/1992 (Α 113):
Με εντολή του  Υπουργού Οικονομικών  το  πλεόνασμα του Κοινού Λογαριασμού του άρθρου 1 του ν. 128/1975 που τηρείται στην Τράπεζα της  Ελλάδας και ο οποίος χωρίζεται στους δευτεροβάθμιους λογαριασμούς με  τίτλο:
    α) "Λογαριασμός ενισχύσεων εξαγωγών" Κ.Α. 611555
    β) "Λογαριασμός  επιδοτήσεων επιτοκίου"  Κ.Α.  611451 
δύναται  να μεταφέρεται  σε πίστωση  του  λογαριασμού Νο 200-1 "Ε. Δ. Συγκέντρωση εισπράξεων  - πληρωμών"  και  να  εισάγεται   στο   Γενικό  Κρατικό Προϋπολογισμό σαν έσοδο αυτού.


Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω προκύπτει κατ’ αρχάς ότι η εισφορά του Ν. 128/1975 αποτελεί έμμεσο φόρο (βλ. παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975) ο οποίος αποδίδεται από τις τραπεζικές ανώνυμες εταιρείες στο Ελληνικό Δημόσιο και αποτελεί έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού (βλ. αρ 40 παρ 5 Ν. 2065/1992). 



Όμως, στον φόρο υπόκεινται κατ’ αρχήν οι ημεδαπές ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες που λειτουργούν υπό το καθεστώς του Ν. 5076/1931 (ΦΕΚ Α 186/07-07-1931) «περί ανωνύμων εταιρειών και τραπεζών» (βλ. αρ 8 του Ν. 1676/1986). Απεναντίας, δεν αποτελούν κατ’ αρχήν αντικείμενο του φόρου οι πιστώσεις και οι παρεπόμενες ή απορρέουσες εξ αυτών απαιτήσεις, όπως επί παραδείγματι το δάνεισμα ή οι πάσης φύσεως τόκοι.


Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως αυτή κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε με την Οδηγία 2008/7/ΕΚ και λογίζεται ότι έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με τα άρθρα 17-31 του Ν. 1676/86 (ΦΕΚ Α204), θα μπορούσε να επιβληθεί έμμεσος φόρος υπό τη φύση της εισφοράς σε δάνειο, το οποίο συνάπτει μία κεφαλαιουχική εταιρία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών ή σε δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από ένα εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ιδία λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου (βλ. παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ όπως κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε ως άρθρο 3 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ).

Και τούτο διότι τα παραπάνω δάνεια έχουν το χαρακτήρα εισφοράς προς το σκοπό της επαύξησης της εταιρικής περιουσίας κι ως εκ τούτου δύνανται να υπαχθούν σε έμμεση φορολογία (βλ. απόφαση Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-392/00).

Όμως, στην πλειονότητα των καταναλωτικών δανείων (=δανείων που χορηγήθηκαν σε καταναλωτές), δεν πληρώνονται οι προϋποθέσεις επιβολής φόρου εισφοράς, αφού 
α) ερευνητέο δεν είναι δάνειο που συνήψε μία κεφαλαιουχική εταιρία, αλλά δάνειο που συνήφθη από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των καταναλωτών 
β) στη σύμβαση δεν ορίζεται ότι ο εκάστοτε πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών, αφού, άλλωστε, επί φυσικών προσώπων δεν υπάρχει καν εταιρεία επί των κερδών της οποίας θα μπορούσε να αποβλέψει ο πιστωτής
γ) δεν ερευνάται δάνειο το οποίο συνηψε μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, αφού οι καταναλωτές και ιδίως τα φυσικά πρόσωπα δεν είναι εταίροι της τράπεζας ή σύζυγοι ετέρων της τράπεζας ή τέκνα εταίρων της τράπεζας 
δ) δεν ερευνάται δάνειο που συνήφθη με τρίτο πρόσωπο, όντας το δάνειο εγγυημένο από κάποιον εταίρο, αφού ουδείς εταίρος της τράπεζας εγγυάται για τις χορηγηθείσες πιστώσεις 
ε) και ουδόλως το εκάστοτε χορηγηθέν δάνειο κατευθύνθηκε ουδέ επιτέλεσε τη λειτουργία αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου, αφού άλλωστε, ιδίως επί των φυσικών προσώπων δεν υφίσταται οποιαδήποτε εταιρεία , ουδέ το δάνειο επαύξησε οποιαδήποτε εταιρική περιουσία ή κεφάλαιο. 

Όμως, πέραν των παραπάνω ειδικών κατηγοριών δανείων, τα κράτη-μέλη της ΕΕ απαγορεύεται να επιβάλλουν οποιονδήποτε φόρο, οποιασδήποτε μορφής σε δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων (βλ αρ. 11 της Οδηγίας 69/355/ΕΟΚ, όπως κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε ως άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα άρθρα 17-31 του ν. 1676/86, όπως ο τελευταίος ισχύει).

Τα δε τραπεζικά δάνεια στην Ελληνική επικράτεια αποτελούν διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους, από του έτους 2003 (βλ. αρ 10 Ν. 3156/2003 και ήδη αρ 3 του Ν. 4354/2015, με τα οποία επιτράπηκε η τιτλοποίηση και η μεταβίβαση απαιτήσεων που απορρέουν από δάνεια, αντιστοίχως), αφού ως χρεωστικός τίτλος ορίζεται χρηματοοικονομικό στοιχείο που αποφέρει χρηματορροές κεφαλαίου και τόκου σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (ο ορισμός λήφθηκε από το Παράρτημα του Ν. 4308/2014, ΦΕΚ Α' 251/24-11-2014, σελ. ΦΕΚ: 7698).

Έτσι, κατ’ εφαρμογή όλων των παραπάνω και σε εκτέλεση της παρ 4 του αρ 18 του Ν. 1676/1986 επί κάθε καταναλωτικής συμβάσεως (=συμβάσεως που συνάπτουν καταναλωτές με προμηθευτή) αποδεικνύεται παράνομη η επιβολή της εισφοράς του Ν. 128/1975, αφού τα δάνεια των καταναλωτών δεν ανήκουν σε καμία εκ των πράξεων της παρ 1 του αρ 18 του Ν. 1676/1986, επί των οποίων θα μπορούσε να επιβληθεί νομίμως φόρος εισφοράς. 

Άλλωστε, η εκάστοτε δανειακή σύμβαση δεν αποτελεί ούτε άμεση, ούτε έμμεση ή και παρεπόμενη πράξη ή σύμβαση επί οποιασδήποτε πράξης συγκέντρωσης κεφαλαίου, ώστε να είναι η καθ’ οιονδήποτε επιβάρυνσή της με φόρο εισφοράς.

Απεναντίας, αποδεικνύεται ότι τα δάνεια αποτελούν διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους κατά την παρ 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ) επί των οποίων απαγορεύεται η επιβολή έμμεσων φόρων, περιλαμβανομένης της εισφοράς του Ν. 128/1975.


de jure app