Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Περί της εισφοράς του Ν. 128/1975

Το ότι η επιβολή της εισφοράς στους δανειολήπτες είναι μη νόμιμη, είναι γνωστό. Το ότι κάποια δικαστήρια επιμένουν να την κρίνουν ως δήθεν νόμιμη είναι, επίσης, γνωστό.

Αυτή η ανασφάλεια δικαίου, λοιπόν, πράγματι υπάρχει ή είναι επίπλαστη; 





Α. Κατ' αρχάς ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1356/2012) έχει κρίνει ότι
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 1 παρ. 1 και 3 ν. 128/1975, επιβλήθηκε εισφορά σε βάρος των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν στην Ελλάδα υπέρ κοινού λογαριασμού, ανερχομένη σε ποσοστό 1%ο ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων, των χορηγουμένων από αυτά πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων. Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας διάταξης της παρ. 3 του άρ. 1 ν. 128/1975, κατά την οποία "επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος υπέρ λογαριασμού", σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε, όπως η ανωτέρω εισφορά αφορά και βαρύνει αποκλειστικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους δανειολήπτες πελάτες τους. Τούτο συνάγεται και κατ' αντιδιαστολή προς τη διάταξη του άρ. 22 παρ. 2 ν. 2515/1997 (με την οποία επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής της ίδιας εισφοράς και στα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού), έχουσα ως εξής: "Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος". Επί πλέον, με τη διάταξη του άρ. 6 ν. 1676/1986 επιβλήθηκε σε όλα επίσης τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, φόρος με την ονομασία "Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.)", ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 11 παρ. 3 αυτού, επιρρίπτεται από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους (ο φόρος αυτός έχει ήδη καταργηθεί με το άρ. 33 ν. 2873/2000). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρ. 30 παρ. 1 και 2 εδ. α' ν. 2789/2000, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση, που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο το τετραπλάσιο, αν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31.12.1985, β ') το τριπλάσιο, αν συνέβησαν-μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15.4.1998. Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων, στη βάση υπολογισμού του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό. Καταβολές, που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά τις ημερομηνίες της προηγουμένης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Ακολούθησε η αντικατάσταση των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 1, και 2 εδ. α' ν. 2789/2000 με το άρ. 42 ν. 2912/2001, ως εξής: Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) Το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Από τις τελευταίες διατάξεις του ν. 2912/2001, καθίσταται σαφές ότι ως συνολική οφειλή από τραπεζικό δάνειο ή αλληλόχρεο λογαριασμό νοείται η υφιστάμενη οφειλή από το κεφάλαιο του δανείου κλπ., προσαυξημένου με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι 50% αυτού, του συνολικού δε τούτου ποσού πολλαπλασιαζόμενου στη συνέχεια με συντελεστή 2, 3 ή 4. Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει αποτελεί την τελική του δανειολήπτη οφειλή, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη σχετική διατύπωση του άνω άρ. 42 ν. 2912/2001, όπου ορίζεται συγκεκριμένως ότι "υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων δεν δύναται να υπερβεί", ενώ με την προηγούμενη, ανάλογη, διάταξη του άρ. 30 ν. 2789/2000, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο αυτό, οριζόταν ότι "η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί" (δηλαδή με το ν. 2789/2000 αναφερόταν ως "συνολική οφειλή" εκείνη που συμπεριλάμβανε μόνον τόκους, ενώ με το ν. 2912/2001 αναφέρεται ως "συνολική οφειλή" η προερχόμενη εκ πάσης αιτίας). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη ως ανωτέρω τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ., θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο ν. 2789/2000, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του αρ, 30 του οποίου προέβλεπε την προαφαίρεση τούτων από τις καταβολές, ρύθμιση που ήδη δεν επαναλαμβάνεται.
Συνεπώς, ήδη το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας έχει αποφανθεί ότι η επιβολή της εισφοράς στους δανειολήπτες είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με το υφιστάμενο εθνικό δίκαιο. 

Β. Περαιτέρω, εφόσον η επιβολή της εισφοράς είναι μη νόμιμη, αντίστοιχα μη νόμιμη είναι η κεφαλαιοποίηση των κονδυλίων της εισφοράς (δηλαδή η άθροιση των κονδυλίων της εισφοράς στο εκάστοτε οφειλόμενο κεφάλαιο). 

Όμως, η άθροιση κονδυλίων στο οφειλόμενο κεφάλαιο παράγει συνέπειες, όπως ιδίως τόκους (τοκισμός) και τόκους εξ ανατοκισμού (ανατοκισμός), οι οποίοι επίσης, σε συνέχεια των ανωτέρω, είναι μη νόμιμοι, καθόσον κατά το προϊσχύσαν (βλ άρθρο 8 περ 6 Ν1083/1980 και την υπ’ αριθμ 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 12 του Ν.2601/1998, άρθρο 30 του Ν.2789/2000, άρθρο 47 του Ν.2783/2000, άρθρο 42 του Ν.2912/2001 και άρθρο 39 του Ν.3259/2004) ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο εφόσον έχει συμφωνηθεί συμβατικώς και μόνο επί καθυστερούμενων τόκων και όχι φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών (ΕφΛαμ 124/2007, ΠολΠρωτΑθ 7607/2007, ΜονΠρωτΑθ 7630/2006).


Γ. Μάλιστα, η επιβολή της εισφοράς πάσχει και από άποψη αντίθεσης στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Συγκεκριμένα κατά το προϊσχύσαν ευρωπαϊκό δίκαιο η παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι
2. Δύνανται να υπαχθούν στον φόρο εισφοράς οι κατωτέρω πράξεις: 
α) … 
β) … 
γ) το δάνειο, το οποίο συνάπτει μία κεφαλαιουχική εταιρία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών-
δ) το δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από ένα εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ιδία λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.
 

Το άρθρο 10 της Οδηγίας 69/335/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι

Άρθρο 10 
Πλην του φόρου εισφοράς, τα Κράτη μέλη δεν εισπράττουν, όσον αφορά τις εταιρίες, ενώσεις προσώπων ή νομικά πρόσωπα, που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκoπούς, κανένα φόρο υπό οποιαδήποτε μορφή: 
α) για τις πράξεις, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 4-
β) για τις εισφορές, δάνεια ή παροχές, που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των πράξεων των αναφερομένων στο άρθρο 4-

Η παρ β του αρ 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι
Άρθρο 11 
Τα Κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε οποιοδήποτε φόρο οποιασδήποτε μορφής: 
α) την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή θέση σε κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως, καθώς και τα πιστοποιητικά, τα παραστατικά των τίτλων αυτών, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους-
β) τα δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων


Κατά το ισχύον Ευρωπαϊκό δίκαιο, με την Οδηγία 2008/7/ΕΚ κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε το κείμενο της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ. Η οδηγία ρυθμίζει την επιβολή από τα κράτη μέλη έμμεσων φόρων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων. Προβλέπει τη γενική απαγόρευση των εν λόγω φόρων, ιδίως του φόρου εισφοράς, παρόλο που ορισμένες χώρες έχουν ακόμη τη δυνατότητα να τον επιβάλλουν βάσει ορισμένων παρεκκλίσεων. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 16 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ ορίστηκε ότι

Άρθρο 16
Κατάργηση
Η οδηγία 69/355/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες που παρατίθενται στο μέρος Α του παραρτήματος ΙΙ, καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2009, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο μέρος Β του παραρτήματος II.
Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και ερμηνεύονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος III.
 

Στο Παράρτημα ΙΙΙ υπάρχει πίνακας αντιστοιχίας μεταξύ των διατάξεως της Οδηγίας 69/335 και της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ.



Έτσι, το άρθρο 3 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρο 4 παρ 2 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως προκύπτει από το παραπάνω Παράρτημα) ορίζει, πλέον, ότι

Άρθρο 3
Εισφορές κεφαλαίου
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και με την επιφύλαξη του άρθρου 4, οι ακόλουθες πράξεις θεωρούνται ως «εισφορές κεφαλαίου»:
α) …
β) …
γ) …
δ) …
ε) …
στ) …
ζ) …
η) …
θ) το δάνειο, το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρεία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών·
ι) το δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρεία με ένα εταίρο, με τη σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από έναν εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ίδια λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.
 

Η δε παρ 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως προκύπτει από το παραπάνω Παράρτημα) ορίζει, πλέον, ότι

2.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν οποιαδήποτε μορφή έμμεσου φόρου στις ακόλουθες πράξεις:
α) στη δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή θέση σε κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως καθώς και στα πιστοποιητικά των τίτλων αυτών, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους·
β) στα δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματεύσιμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και σε όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως η δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματεύσιμων τίτλων.
 

Σύμφωνα δε με την υπό αριθμητικό στοιχείο 9 επισήμανση του Παραρτήματος Ι της παραπάνω Οδηγίας στον φόρο δεν υπόκεινται

9. εταιρείες ελληνικού δικαίου με την επωνυμία:
i) Ανώνυμος Εταιρεία
ii) Ετερόρρυθμος κατά μετοχάς Εταιρεία
iii) Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης
 
Με τις διατάξεις των άρθρων 17-31 του ν. 1676/86 (ΦΕΚ Α204) ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας μας η Οδηγία 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 «περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων», όπως ισχύει, μετά την κωδικοποίηση και αναδιατύπωσή της ως Οδηγία 2008/7/ΕΚ.
 
Σύμφωνα με το αρ 8 του Ν. 1676/1986
Άρθρο 8.
Αντικείμενο φόρου.

Στο φόρο υπόκεινται:
α.  οι ημεδαπές τράπεζες, που λειτουργούν, σύμφωνα με τις διατάξεις  του ν. 5076/1931 και η Τράπεζα της Ελλάδος.
β. οι  αλλοδαπές ανώνυμες  τραπεζικές  εταιρίες, που  λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.
 
Με το αρ 18 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι
Άρθρο 18.
Φορολογούμενες πράξεις.

1.  Αποτελούν συγκέντρωση  κεφαλαίων  και υπάγονται  στο  φόρο οι κατωτέρω πράξεις:
α) …
β) …
γ) …
δ) …
ε) το δάνειο, που συνάπτει  πρόσωπο του  άρθρου  17, εφ`  όσον  ο δανειστής έχει δικαίωμα σε ποσοστό στα εταιρικά κέρδη,
στ)  το δάνειο,  που  συνάπτει πρόσωπο του άρθρου 17 με εταίρο, τη σύζυγο ή τέκνο, καθώς και το δάνειο, που συνάπτει με  τρίτο  πρόσωπο, εάν για  το  δάνειο τούτο  έχει  εγγυηθεί κάποιος  εταίρος,  με την προϋπόθεση ότι το δάνεια αυτά έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, που έχει και η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου

4.  Δεν υπάγονται  στο  φόρο, κατά  το  μέρος που  δεν  αποτελούν συγκέντρωση κεφαλαίων, οι κατωτέρω πράξεις:
ε`   στ) κάθε σύμβαση ή πράξη που είναι παρεπόμενη των πράξεων του άρθρου τούτου.
(Η περ. δ΄ της παρ. 4 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ και οι περιπτώσεις ε` και στ` αναριθμήθηκαν  σε δ` και ε` αντίστοιχα
με την παρ.2 άρθρο 24 Ν. 3763/2009,ΦΕΚ Α 80/27.5.2009.)

Περαιτέρω, με την παρ 3 του αρ 8 του Ν. 2459/1997 ορίστηκε ότι:
Καταργείται ο κατά περίπτωση επιβαλλόμενος Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών των άρθρον 6 έως και 16 του ν.1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α`) και η εισφορά του άρθρου 1 του ν.128/1975 (ΦΕΚ 173 Α`) στα δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται στα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2, καθώς και στους τόκους και προμήθειες των δανείων και πιστώσεων αυτών τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε δραστηριότητες που ασκούνται σε νησιά της παραγράφου 1.
 
Με την παρ 4 του Ν. 2601/1998 ορίστηκε ότι: 
4. Οι διατάξεις των άρθρων 6-16 του ν. 1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα και για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή πιστωτικών συνεταιρισμών του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α) και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 5-9 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α), από τον κατά περίπτωση χρόνο έναρξης της λειτουργίας τους.
 
Τέλος, με το αρ 40 παρ 5 του Ν. 2065/1992 ορίστηκε όρι
Κατά το άρθρο 40 παρ. 5 του Ν. 2065/1992 (Α 113):
Με εντολή του  Υπουργού Οικονομικών  το  πλεόνασμα του Κοινού Λογαριασμού του άρθρου 1 του ν. 128/1975 που τηρείται στην Τράπεζα της  Ελλάδας και ο οποίος χωρίζεται στους δευτεροβάθμιους λογαριασμούς με  τίτλο:
    α) "Λογαριασμός ενισχύσεων εξαγωγών" Κ.Α. 611555
    β) "Λογαριασμός  επιδοτήσεων επιτοκίου"  Κ.Α.  611451 
δύναται  να μεταφέρεται  σε πίστωση  του  λογαριασμού Νο 200-1 "Ε. Δ. Συγκέντρωση εισπράξεων  - πληρωμών"  και  να  εισάγεται   στο   Γενικό  Κρατικό Προϋπολογισμό σαν έσοδο αυτού.


Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω προκύπτει κατ’ αρχάς ότι η εισφορά του Ν. 128/1975 αποτελεί έμμεσο φόρο (βλ. παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975) ο οποίος αποδίδεται από τις τραπεζικές ανώνυμες εταιρείες στο Ελληνικό Δημόσιο και αποτελεί έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού (βλ. αρ 40 παρ 5 Ν. 2065/1992). 



Όμως, στον φόρο υπόκεινται κατ’ αρχήν οι ημεδαπές ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες που λειτουργούν υπό το καθεστώς του Ν. 5076/1931 (ΦΕΚ Α 186/07-07-1931) «περί ανωνύμων εταιρειών και τραπεζών» (βλ. αρ 8 του Ν. 1676/1986). Απεναντίας, δεν αποτελούν κατ’ αρχήν αντικείμενο του φόρου οι πιστώσεις και οι παρεπόμενες ή απορρέουσες εξ αυτών απαιτήσεις, όπως επί παραδείγματι το δάνεισμα ή οι πάσης φύσεως τόκοι.


Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως αυτή κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε με την Οδηγία 2008/7/ΕΚ και λογίζεται ότι έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με τα άρθρα 17-31 του Ν. 1676/86 (ΦΕΚ Α204), θα μπορούσε να επιβληθεί έμμεσος φόρος υπό τη φύση της εισφοράς σε δάνειο, το οποίο συνάπτει μία κεφαλαιουχική εταιρία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών ή σε δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από ένα εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ιδία λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου (βλ. παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ όπως κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε ως άρθρο 3 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ).

Και τούτο διότι τα παραπάνω δάνεια έχουν το χαρακτήρα εισφοράς προς το σκοπό της επαύξησης της εταιρικής περιουσίας κι ως εκ τούτου δύνανται να υπαχθούν σε έμμεση φορολογία (βλ. απόφαση Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-392/00).

Όμως, στην πλειονότητα των καταναλωτικών δανείων (=δανείων που χορηγήθηκαν σε καταναλωτές), δεν πληρώνονται οι προϋποθέσεις επιβολής φόρου εισφοράς, αφού 
α) ερευνητέο δεν είναι δάνειο που συνήψε μία κεφαλαιουχική εταιρία, αλλά δάνειο που συνήφθη από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των καταναλωτών 
β) στη σύμβαση δεν ορίζεται ότι ο εκάστοτε πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών, αφού, άλλωστε, επί φυσικών προσώπων δεν υπάρχει καν εταιρεία επί των κερδών της οποίας θα μπορούσε να αποβλέψει ο πιστωτής
γ) δεν ερευνάται δάνειο το οποίο συνηψε μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, αφού οι καταναλωτές και ιδίως τα φυσικά πρόσωπα δεν είναι εταίροι της τράπεζας ή σύζυγοι ετέρων της τράπεζας ή τέκνα εταίρων της τράπεζας 
δ) δεν ερευνάται δάνειο που συνήφθη με τρίτο πρόσωπο, όντας το δάνειο εγγυημένο από κάποιον εταίρο, αφού ουδείς εταίρος της τράπεζας εγγυάται για τις χορηγηθείσες πιστώσεις 
ε) και ουδόλως το εκάστοτε χορηγηθέν δάνειο κατευθύνθηκε ουδέ επιτέλεσε τη λειτουργία αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου, αφού άλλωστε, ιδίως επί των φυσικών προσώπων δεν υφίσταται οποιαδήποτε εταιρεία , ουδέ το δάνειο επαύξησε οποιαδήποτε εταιρική περιουσία ή κεφάλαιο. 

Όμως, πέραν των παραπάνω ειδικών κατηγοριών δανείων, τα κράτη-μέλη της ΕΕ απαγορεύεται να επιβάλλουν οποιονδήποτε φόρο, οποιασδήποτε μορφής σε δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων (βλ αρ. 11 της Οδηγίας 69/355/ΕΟΚ, όπως κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε ως άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα άρθρα 17-31 του ν. 1676/86, όπως ο τελευταίος ισχύει).

Τα δε τραπεζικά δάνεια στην Ελληνική επικράτεια αποτελούν διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους, από του έτους 2003 (βλ. αρ 10 Ν. 3156/2003 και ήδη αρ 3 του Ν. 4354/2015, με τα οποία επιτράπηκε η τιτλοποίηση και η μεταβίβαση απαιτήσεων που απορρέουν από δάνεια, αντιστοίχως), αφού ως χρεωστικός τίτλος ορίζεται χρηματοοικονομικό στοιχείο που αποφέρει χρηματορροές κεφαλαίου και τόκου σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (ο ορισμός λήφθηκε από το Παράρτημα του Ν. 4308/2014, ΦΕΚ Α' 251/24-11-2014, σελ. ΦΕΚ: 7698).

Έτσι, κατ’ εφαρμογή όλων των παραπάνω και σε εκτέλεση της παρ 4 του αρ 18 του Ν. 1676/1986 επί κάθε καταναλωτικής συμβάσεως (=συμβάσεως που συνάπτουν καταναλωτές με προμηθευτή) αποδεικνύεται παράνομη η επιβολή της εισφοράς του Ν. 128/1975, αφού τα δάνεια των καταναλωτών δεν ανήκουν σε καμία εκ των πράξεων της παρ 1 του αρ 18 του Ν. 1676/1986, επί των οποίων θα μπορούσε να επιβληθεί νομίμως φόρος εισφοράς. 

Άλλωστε, η εκάστοτε δανειακή σύμβαση δεν αποτελεί ούτε άμεση, ούτε έμμεση ή και παρεπόμενη πράξη ή σύμβαση επί οποιασδήποτε πράξης συγκέντρωσης κεφαλαίου, ώστε να είναι η καθ’ οιονδήποτε επιβάρυνσή της με φόρο εισφοράς.

Απεναντίας, αποδεικνύεται ότι τα δάνεια αποτελούν διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους κατά την παρ 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ) επί των οποίων απαγορεύεται η επιβολή έμμεσων φόρων, περιλαμβανομένης της εισφοράς του Ν. 128/1975.


Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Στη χώρα που η δικαιοσύνη αργεί

Αγαπητο μου ημερολόγιο, 
Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σου μια πραγματική ιστορία. Μια ιστορία θεσμικής  αποτυχίας. Μια ιστορία τρελή και τραγική μαζί, που μου προκαλεί τόσο έντονη αηδία, ώστε μόνος τρόπος για να το ξεπεράσω είναι να σου την αφηγηθώ.

Την 01-02-2017, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δίκασα ανακοπή κατά τα άρθρα 633 και 933 ΚΠολΔ, κατά της υπ' αριθ 33503/2014 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 05/09/2016 επιταγής προς εκτέλεση.

Η απαίτηση εφέρετο να απορρέει από δάνειο σε ελβετικό φράγκο, ύψους 450.229,11 CHF.
Κατά τη σύνταξη της ανακοπής πρότεινα:
α) τέσσεις (4) τυπικούς λόγους ανακοπής, συνιστάμενους σε παραβίαση δικαιοδοσίας, παραβίαση της αρχής του εγγράφου τύπου και σε διαδικαστικό απαράδεκτο που συνέτρεξε κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και 
β) έντεκα (11) λόγους ουσίας, που αφορούσαν σχεδόν όλο το καταναλωτικό δίκαιο.

Για του λόγου το αληθές το δικόγραφο περιείχε πίνακα περιεχομένων από τον οποίο προκύπτει και το περιεχόμενό του που είχε ως εξής:

Η 1η σελίδα της ανακοπής με τα περιεχόμενα του δικογράφου

Η 2η και η 3η σελίδα της ανακοπής με τα περιεχόμενα του δικογράφου

Η ανακοπή εκδικάστηκε την 01-02-2017.
Για του λόγου το αληθες ιδού το απόσπασμα από την βάση δεδομένων "SOLON.GOV.GR"


Η δικάσιμος της ανακοπής



Εν αναμονή αποφάσεως επί της νομίμως ασκηθείσας ανακοπής η αντίδικος προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου της ανακόπτουσας και προσδιόρισε πλειστηριασμό για την 31-05-2017 στο Κατάστημα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε λόγω της αποχής των συμβολαιογράφων.



Στη συνέχεια, ορίστηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 11-10-2017, πλην όμως ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της αποχής των συμβολαιογράφων.



Δυνάμει δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ (Ν. 4335/2015) προσδιόρισε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού την 09-05-2018 και νέο τρόπο διενέργειας αυτού, αποκλειστικά δια ηλεκτρονικών μέσων, κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον Ν. 4335/2015.


Στο μεταξύ, απόφαση επί της ανακοπής δεν υπήρχε. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδόθηκε την 19-03-2018. Ήταν η υπ' αριθ 999/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Για του λόγου το αληθές, ιδού το απόσπασμα από την βάση δεδομένων "SOLON.GOV.GR"

Η έκδοση απόφασης μετά από 13,5 μήνες

Επειδή κάθε μέρα ελέγχω τις υποθέσεις μου για τυχόν αποφάσεις, την ίδια ημέρα είδα την απόφαση. Αλλά το περιεχόμενό της μου ήταν άγνωστο. Το πλήρες κείμενο της απόφασης, που δημοσιεύτηκε την 19-03-2018, δεν υπήρχε, ούτε καν σε σχέδιο. Συνεργάτιδά μου μετέβη στην Ευελπίδων με εξουσιοδότησή μου, αλλά δεν της επετράπη καμία πρόσβαση στο κείμενο της απόφασης (είτε σε σχέδιο, είτε καθαρογραμμένη). Το περιεχόμενο της απόφασης το πληροφορήθηκα για πρώτη φορά από την συνάδελφο που παραστάθηκε για λογαριασμό της τράπεζας, μετά από τυχαία συνάντηση στην Ευελπίδων. Ενόψει της αναβολής της δίκης (και του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που είχε στο μεταξύ προσδιοριστεί για την 09-05-2018) οι συνεργάτες μου, σχεδόν καθημερινά, μετέβαιναν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας να λάβουν ένα αντίγραφο της απόφασης. Επί 44 ημέρες δεν ήταν δυνατό να ληφθεί αντίγραφο της απόφασης. 

Έτσι, υπέβαλα αίτημα επίσπευσης της διαδικασίας στο οποίο επεσήμανα ότι έχει προσδιοριστεί πλειστηριασμός επί ακινήτου επί τη βάσει της παραπάνω διαταγής πληρωμής για την 09-05-2018 κι επείγει να προκύψει το κείμενο της απόφασης, ώστε να υποβληθεί αίτημα αναστολής του πλειστηριασμού, με τη διαδικασία της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης (σύμφωνα με την νομολογία του ΑΠ). 

Όταν τελικώς, έλαβα στα χέρια μου αντίγραφο της απόφασης διαπίστωσα ότι η συνάδελφος είχε δίκιο. Η απόφαση ανέβαλε την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί της Συλλογικής Αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η 334/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Για του λόγου το αληθες, ιδού και το διατακτικό της απόφασης και η πράξη θεώρησης της λήψης επικυρωμένου αντιγράφου αυτής την ίδια ημέρα που μου επιτράπηκε η λήψη της.



Το διατακτικό της απόφασης
Η εμφάνιση της απόφασης την 03-05-2018 και η αυθημερόν λήψη επικυρωμένου αντιγράφου
Μια ημέρα νωρίτερα, μην έχοντας πλέον άλλο δικονομικό χρόνο, συνέταξα αίτηση προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης την οποία απηύθυνα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. 

Σε αυτήν ανέφερα όλο το παραπάνω ιστορικό. Δηλαδή, ανέφερα, ότι ασκήθηκε ανακοπή κατά του εκτελεστού τίτλου, ότι βραδύνει η επί της ουσίας έκδοση αποφάσεως επί των ανακοπών μου, ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι μη οριστική, διότι αναβάλει την εκδίκαση της ανακοπής του 633 ΚΠολΔ και διότι παραπέμπει την ανακοπή του 933 ΚΠολΔ, περιέγραψα το ακίνητο και τις πράξεις εκτέλεσης, τόνισα ότι η αναστολή εκτέλεσης προβλέπεται από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέβαλα αίτημα για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος το ΔΕΕ και ένσταση αντισυνταγματικότητας της κατάργησης του 938 ΚΠολΔ. Για του λόγου το αληθες, ιδού τα περιεχόμενα του δικογράφου της αιτούμενης προσωρινής ρύθμισης

Τα περιεχόμενα της αίτησης με την οποία ζητήθηκε η προσωρινή ρύθμιση της διαμορφωθείσας κατάστασης

Ειδικότερα, για να θεμελιώσω την αίτησή μου περί προσωρινής ρύθμισης ισχυρίστηκα ότι η συζήτηση της ανακοπής έγινε στον χρόνο που ορίστηκε από το Δικαστήριο. Ότι εκδόθηκε απόφαση μετά από 13,5 μήνες από τη συζήτηση της ανακοπής. Ότι η αναστολή έχει ήδη νομολογηθεί από το ΔΕΕ. Ότι η αναστολή αποτελεί δικαιοδοτικό καθήκον του εθνικού δικαστή, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ και την Οδηγία 93/13. Ότι εν προκειμένω, η απόφαση δεν τελείωσε τη δίκη. Ότι ενόψει της καθυστέρησης της έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο, αποκαλύφθηκε κενό νόμου, διότι ο ιστορικός νομοθέτης του Ν. 4335/2015 κατήργησε το 938 ΚΠολΔ, αφού προηγουμένως περιέλαβε διάταξη σύμφωνα με την οποία απόφαση επί της ανακοπής θα έπρεπε να εκδίδεται εντός 2 μηνών από τη συζήτησή της. Ότι σε αυτή την περίπτωση ο καθ' ου η εκτέλεση θα είχε τη δικονομική δυνατότητα της εκ των υστέρων άσκησης έφεσης και αναστολής της εκτέλεσης με το 937 ΚΠολΔ. Ότι εν προκειμένω, δημιουργείται λειτουργικό παράδοξο, σύμφωνα με το οποίο ο ανακόπτων του οποίου η ανακοπή ερευνάται ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από τον ανακόπτοντα του οποίου η ανακοπή απερρίφθη, καθώς ο δεύτερος έχει δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως ενώπιον του Εφετείου την οποία ο πρώτος, παραδόξως, δεν έχει, παρόλο που η ανακοπή του δεν απερρίφθη. Ότι θα πρέπει να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Ότι ζητείται να κηρυχθεί αντισυνταγματική η κατάργηση του 938 ΚΠολΔ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κάποιους από τους παραπάνω ισχυρισμούς μου, τους επανέλαβε στην απόφαση, ως ακολούθως 


Οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν στη δίκη της αιτηθείσας προσωρινής ρύθμισης, όπως τους περιγράφει η υπ' αριθ 6880/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Εντελώς τυχαία, ξέχασε να λάβει υπόψη του, ότι η αναστολή έχει ήδη νομολογηθεί από το ΔΕΕ. Ότι η αναστολή αποτελεί δικαιοδοτικό καθήκον του εθνικού δικαστή, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ και την Οδηγία 93/13. Ξέχασε δε να απαντήσει και στο αίτημα να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, καθώς και στο αίτημα να κηρυχθεί αντισυνταγματική η κατάργηση του 938 ΚΠολΔ. 
Άλλως τα απέρριψε σιγή...

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ 6880/2018 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η οποία επανέλαβε διαπίστωσε ως βάσιμους όλους τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν, μέσω της μείζονος πρότασης που συνέταξε η οποία είχε επί λέξει ως εξής
Η μείζων πρόταση της υπ' αριθ 6880/2018 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Και μετά από αυτά...απέρριψε την αίτηση προσωρινής ρύθμισης, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονταν οι λόγοι της ανακοπής, ώστε το δικαστήριο να εκτιμήσει και να πιθανολογήσει την βασιμότητά τους! Ιδού το απόσπασμα της απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου
Ο λόγος απόρριψης της αίτησης προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης

Αγαπημένο ημερολόγιο,
Θα με ρωτήσεις γιατί σου τα λέω όλα αυτά.

Η απάντηση είναι γιατί σήμερα, 09-05-2018, το ακίνητο της ανακόπτουσας εκπλειστηριάστηκε.
Και πλειοδότησε η τράπεζα.
Και κατακυρώθηκε στην τράπεζα το ακίνητο.

Ενώ όλες οι ανακοπές της δεν έχουν απορριφθεί. 
Για την ακρίβεια, δεν έχουν καν δικαστεί.
Χωρίς να ευθύνεται για αυτό η ανακόπτουσα.  

Αδυνατώ να χωνέψω ότι βγήκε απόφαση μετά από 13,5 μήνες αλλά το κόστος της λειτουργικής αδυναμίας της δικαιοσύνης καλούνται να το επωμιστούν οι πολίτες. 

Αδυνατώ να χωνέψω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο ΔΕΝ δίκαζε αίτηση αναστολής επί ανακοπής και το οποίο εξάλλου, ως προς την ανακοπή είναι κατά τόπο και καθ' ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, αφού προηγουμένως, το στρέβλωσε, ωσαν να εκδικάζει αναστολή του 632 ΚΠολΔ.

Αδυνατώ να χωνέψω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ζητούσε να πιθανολογήσει την βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, που ήδη ερευνάται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Και πάντως, προφανώς δεν ήταν αβάσιμη η ανακοπή, διότι διαφορετικά θα είχε ήδη απορριφθεί από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών! 

Αδυνατώ να χωνέψω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο η υπόθεση εισήχθη με τη γενική δωσιδικία των ασφαλιστικών μέτρων απαίτησε να πιθανολογήσει την βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, βασιμότητα που απομένει να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα, άλλωστε και με την αναβλητική απόφαση!

Αδυνατώ να χωνέψω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ξέχασε να λάβει υπόψη του, ότι η αναστολή εκτέλεσης στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας 93/13 έχει ήδη νομολογηθεί από το ΔΕΕ ως αυτεπαγγέλτως ασκούμενο δικαιοδοτικό καθήκον του εθνικού δικαστή, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ και την Οδηγία 93/13. 

Αδυνατώ να χωνέψω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ξέχασε να απαντήσει στο αίτημα να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, το οποίο, δοθέντος ότι η απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, ήταν υποχρεωτικό για το δικαστήριο, εφόσον υπεβλήθη το σχετικό αίτημα νομίμως (βλ άρθρο 12 της Σύστασης). 

Αδυνατώ να χωνέψω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ξέχασε να απαντήσει  στο αίτημα να κηρυχθεί αντισυνταγματική η κατάργηση του 938 ΚΠολΔ. 

Άλλως, αδυνατώ να χωνέψω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, απέρριψε σιγή τα παραπάνω αιτήματα, αποδίδοντας νέες διαστάσεις στην συνταγματική επιταγή περί αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων.

Αδυνατώ να χωνέψω την εκ θεμελίων κατάρρευση των θεσμών της χώρας, την έλλειψη προσωπικοτήτων, τον βιασμό θεσμών και νόμων, υπέρ αυτών που με τα προϊόντα τους και τις τακτικές τους δημιούργησαν την κρίση.

Και όταν αδυνατώ να χωνέψω κάτι, γίνομαι δύστροπος. 
Ξεχνάω τους καλούς τρόπους, την αστική αβρότητα, τον επαγγελματικό κυνισμό.
Βλέπεις, δεν αδιαφορώ για τους θεσμούς, έστω κι αν από μόνοι τους φροντίζουν να εκπίπτουν. Απεναντίας. Στοχοπροσηλώνομαι στην αποκατάστασή τους.

Με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος.
Μέχρι την τελική δικαίωση.
Όχι τη δική μου.

Της νομιμότητας.



ΥΓ: Οι περισσότεροι δικηγόροι ίσως δεν θα έγραφαν τίποτα από τα παραπάνω. Αλλά δεν ανήκω σε αυτούς. Δεν φοβάμαι μην τσαλακώσω την εικόνα μου. Κάθε νίκη και κάθε ήττα δείχνουν ότι γίνεται ένας τεράστιος αγώνας. Και σε αυτό τον αγώνα θα δίνω ότι έχω, για όσο αντέξω.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Το ψέμα που έγινε νομολογία


Οι τράπεζες πολύ συχνά (σχεδόν πάντα!) όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ισχυρισμό δανειολήπτη, που πλήττει τη νομιμότητα της μετακύλησης, του τοκισμού και του ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/1975 προβάλλουν ως αντίκρουση τον ισχυρισμό, ότι δήθεν ο καθηγητής κ. Σ. Ψυχομάνης έγραψε στις σελίδες 16 και 17, στο Νομικό Βήμα (σε άγνωστο τόμο) το έτος 1995, το παρακάτω κείμενο-αιτιολογία που δικαιολογεί τον τοκισμό και τον ανατοκισμό της εισφοράς, που έχει ως εξής:



Όπως βλέπετε, ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός ως υποστατός. Και μάλιστα, φέρεται να  νομολογήθηκε από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και τον Άρειο Πάγο.

Πάντως, το άρθρο παγίως δεν το προσκομίζουν ποτέ. 

Ας αποδείξουμε το ψέμα. 

Παραθέτουμε, λοιπόν, τις σελίδες 16 και 17 του εν λόγω άρθρου του καθηγητή κ. Σ. Ψυχομάνη, που δημοσιεύτηκε στον τόμο 43 του Νομικού Βήματος το έτος 1995, αποδεικνύοντας ότι οι τράπεζες ισχυρίζονται ψεύδη και ανακρίβειες, κατασκευάζοντας δίκαιο κι ερμηνείες κατά το δοκούν, σε μια αποδεδειγμένη απόπειρα εξαπάτησης των Δικαστηρίων, για την οποία, μάλιστα επαίρονται ότι σε κάποιες περιπτώσεις «έπιασε» (γι’ αυτό επικαλούνται και σχετική νομολογία, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι κι αυτή η νομολογία υπάρχει). 


Για του λόγου το αληθές οι επίμαχες σελίδες του εν λόγω άρθρου έχουν ως ακολούθως
Οι σελίδες 16 και 17 του εν λόγω άρθρου του καθηγητή κ. Σ. Ψυχομάνη, που δημοσιεύτηκε στον τόμο 43 του Νομικού Βήματος το έτος 1995. Πατήστε πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση

Συγκεκριμένα ο καθηγητής υποστηρίζει ότι (βλ σελ 16 του άρθρου): 
«Ως βασικό επιτόκιο θεωρείται το ελάχιστο επιτόκιο στο οποίο συµπεριλαµβάνεται και το ποσοστό της προµήθειας, όπου επιτρέπεται είσπραξή της επιπλέον των τόκων µε το οποίο η τράπεζα διατίθεται να προβεί σε διάφορες κατηγορίες χρηµατοδοτήσεων. Δεν περιλαµβάνονται όµως σε αυτό οι εισφορές για επιδότηση επιτοκίων και εξαγωγών.» 

Στη συνέχεια, ο καθηγητής εξηγεί τι περιλαμβάνει το Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΕΠΕ) και πώς γίνεται ο υπολογισμός του ΕΠΕ. 

Πουθενά δεν αναφέρει αυτό που λένε οι τράπεζες, δηλαδή ότι 
«καθόσον η εισφορά του Ν. 128/75 νομίμως μετακυλύεται στην πιστούχο με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και νομίμως κεφαλαιοποιείται και ανατοκίζεται»

Πρόκειται για ισχυρισμό-εφεύρημα που σηματοδοτεί:  
  • Τη μηδενική αξιοπιστία των τραπεζών ως διαδίκων ενώπιον των Δικαστηρίων. 
  • Την κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση παραβίαση του καθήκοντος αληθείας του 116 ΚΠολΔ.
  • Την ταυτόχρονα τετελεσμένη απάτη σε όσα Δικαστήρια δέχτηκαν τον ισχυρισμό.
  • Την ταυτόχρονα τετελεσμένη απόπειρα απάτης σε όσα Δικαστήρια προβλήθηκε κι εξακολουθεί να προβάλλεται ο ισχυρισμός.
  • Εάν πράγματι νομολογήθηκε (δεν έχω δει ποτέ τις σχετικές αποφάσεις που επικαλούνται οι τράπεζες), είναι τουλάχιστον ανησυχητική η αναπαραγωγή ανυπόστατων νομικών από μερίδα της νομολογίας, δίχως πρώτα να διαπιστωθεί η αλήθεια των ισχυρισμών των διαδίκων.
ΥΓ: Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τον συνάδελφο, Κώστα Βουλκίδη, ο οποίος έκανε τη σχετική έρευνα και κατάφερε να ανεύρει και να αναρτήσει τις παραπάνω φωτογραφίες προς αποκατάσταση της αλήθειας.

de jure app