Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

19/2013 Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Κορίνθου: Διαβάστε την άποψη της Προέδρου.



Διαβάστε (με τονισμένα γράμματα, παρακάτω και υπό αριθμητικό στοιχείο 5) την άποψη της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου, σχετικά με την συνταγματικότητα, τόσο της επιβολής όσο και του ύψους των παραβόλων για την άσκηση προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων. 

Κατά την προσωπική μου άποψη, αξίζει ιδιαίτερης προσοχής και συγχαρητηρίων. (Το πλήρες κείμενο της απόφασης δημοσιεύεται στη ΝΟΜΟΣ)


 
Αριθμός 19/2013

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του την 24η Ιανουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση:

Ασπασία Καλαφάτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Γεώργιο Μπακρισιώρη και Δέσποινα Κοσμίδη - Εισηγήτρια, Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα την Αναστασία Μούτσου, δικαστική υπάλληλο, γ ι α να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης στη Δ.Ο.Υ. Κορίνθου 27.2.2006, τ ο υ ....... ....... , κατοίκου Κορίνθου (........ αριθ. ..), ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παπαϊωάννου,  κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Κορίνθου και παραστάθηκε με την εξουσιοδοτημένη υπάλληλο της Υπηρεσίας αυτής ............. .    
Εξάλλου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου .................. , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τουμπανιάρη.
Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι που εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
         
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, η οποία νομίμως επανεισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά την έκδοση της 307/2012 προδικαστικής απόφασης και την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με αυτή και για την οποία καταβλήθηκε παράβολο ύψους πέντε ευρώ με την κατάθεση της προσφυγής (βλ. το υπ΄αρ. ..., Σειρά ..., ειδικό έντυπο παραβόλου) και συμπληρωματικό παράβολο ύψους εκατό ευρώ (βλ. το υπ΄αρ. ..., Σειρά ..., ειδικό έντυπο παραβόλου), ο προσφεύγων επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθ. 684/30.12.2005 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του συνολικό πρόστιμο ύψους 129.129,00 ευρώ, λόγω αποδιδόμενων σε αυτόν παραβάσεων του π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.), για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1. έως 31.12.1998.

2. Επειδή με το άρθρο 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Κ.Διοικ.Δ.) καθιερώνεται η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής (παράγραφος 1), η δε τύχη του (κατάπτωση, διπλασιασμός ή απόδοση στον προσφεύγοντα) συναρτάται με την έκβαση και τις εν γένει περιστάσεις της δίκης, κατά τους ειδικότερους ορισμούς των σχετικών διατάξεων του ιδίου αυτού άρθρου. Οπως δε έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 1658, 1583, 1206/2011, 3409/2010, 3470/2007 κ.α.), η υποχρέωση καταβολής του παραβόλου αποβλέπει στην αποτροπή άσκησης απερίσκεπτων ένδικων βοηθημάτων και, συνακόλουθα, στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και ως τέτοια, δεν αντίκειται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και στις διατάξεις του άρθρου 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό (πρβλ. ΑΕΔ 33/1995, ΟλΣτΕ 4575/1995, 193/2009, 723/2008), δεν αποκλείεται καταρχάς στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να θεσπίζει το πρώτον δικονομικές προϋποθέσεις (όπως η υποχρέωση καταβολής παραβόλου) ή να τροποποιεί τους όρους αυτών (όπως με την αναπροσαρμογή αυτού), αρκεί να μη γίνεται υπέρβαση των ορίων εκείνων, πέρα από τα οποία επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος ατομικού δικαιώματος. Αυτή δε η ευχέρεια δύναται να έχει καταρχάς και αναδρομικό χαρακτήρα, αφού η θέσπιση διατάξεων νόμων με αναδρομική ισχύ, μη απαγορευόμενη με γενική και ρητή διάταξη του Συντάγματος, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (άρθρα 7 παρ. 1, 78 παρ. 2 κ.λ.π.), πρέπει να θεωρηθεί καταρχάς επιτρεπόμενη, εφόσον η αναδρομή δεν θίγει δικαιώματα προστατευόμενα από τις διατάξεις του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1035/1996) Έτσι, με την αναδρομική εφαρμογή διάταξης δεν θα πρέπει να δημιουργούνται καταστάσεις διαφορετικής μεταχείρισης ουσιωδώς ομοίων περιπτώσεων, χωρίς να συντρέχει προφανής δικαιολογητικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, διότι με αυτό τον τρόπο θίγεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα της ισότητας της δικονομικής μεταχείρισης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

3. Επειδή, εξάλλου, το ύψος του παραβόλου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής είχε ορισθεί σε 1.500 δραχμές (ήδη 4,5 Ευρώ) (άρθρο 277 παράγραφος 2, περίπτωση α΄ του Κ.Διοικ.Δ.). Στη συνέχεια, τούτο αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 35 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) σε 25 Ευρώ και ίσχυε (η αναπροσαρμογή) για τα ένδικα βοηθήματα που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (από 8-6-2008 και εντεύθεν). Με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις», τροποποιήθηκε η ως άνω παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 277 και το ύψος του παραβόλου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής ορίσθηκε σε 100 Ευρώ και ειδικώς για τις διαφορές από άσκηση προσφυγής ασφαλισμένου σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης σε 25 Ευρώ, ενώ με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 ορίσθηκε επιπλέον ότι η παράγραφος 2, όπως τροποποιείται, ισχύει και για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές και το τυχόν επιπλέον οφειλόμενο παράβολο στις διαφορές αυτές καταβάλλεται μέχρι την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος.

4. Επειδή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το ανακαθορισθέν ποσό των εκατό (100) ευρώ, που πρέπει να καταβληθεί για την προσφυγή μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 277 του Κ.Διοικ.Δ., δεν είναι κατά κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα του διοικούμενου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου και λαμβανομένου υπ’ όψη ότι, αν δεν προσκομισθεί το σχετικό αποδεικτικό ως την πρώτη συζήτηση, ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 139Α, που παρέχει στον διάδικο την ευχέρεια, ενημερωνόμενος σχετικά, να καταβάλει το ελλείπον παράβολο, ώστε να μην απορριφθεί το ένδικο βοήθημά του ως απαράδεκτο, η υποχρέωση καταβολής του ως άνω ποσού παραβόλου δεν αντίκειται στα περί παροχής δικαστικής προστασίας άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ούτε στην αρχή της αναλογικότητας. Εξ άλλου, κατά την ίδια πάντα γνώμη, εν όψει του ως άνω ύψους παραβόλου, ούτε η μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3900/2010, καθ’ ό μέρος προβλέπει την καταβολή του εν λόγω παραβόλου για όλες τις προσφυγές, οι οποίες, ανεξαρτήτως του χρόνου ασκήσεώς τους, συζητούνται υπό την ισχύ του νόμου αυτού, θίγει το δικαίωμα του διαδίκου προς παροχή έννομης προστασίας, διότι το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείει κατ΄ αρχήν στο νομοθέτη την μεταβολή, επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, των όρων εκδικάσεως των ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και, συγκεκριμένα να επιβάλει την καταβολή προσθέτου παραβόλου ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δοθέντος, άλλωστε, ότι και στις υποθέσεις που ήσαν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 και εισάγονται προς συζήτηση υπό την ισχύ του, αν δεν προσκομισθεί αποδεικτικό καταβολής παραβόλου μέχρι την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το ένδικο βοήθημα ή μέσο δεν απορρίπτεται άνευ ετέρου ως απαράδεκτο, αλλά κατά την έννοια της ως άνω μεταβατικής διατάξεως της παρ.2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 και δή του δευτέρου εδαφίου της, ερμηνευομένης σε συνδυασμό προς την παγία διάταξη της παρ.1 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 22 παρ 7 του ν. 3226/2004, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α του εν λόγω Κώδικα (ΟλΣτΕ 601/2012).

5. Επειδή, κατά τη γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου Ασπασίας Καλαφάτη, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, συνδεόμενη με την επιβολή οικονομικού βάρους, διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις λοιπές δικονομικές προϋποθέσεις που απαιτείται να συντρέχουν για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής (πρβλ. ΕΣ 187/2011). Και ναι μεν στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν υπάρχει ειδική διάταξη διαχρονικού δικαίου που να διέπει εν γένει το παραδεκτό των ενδίκων βοηθημάτων (όπως αντιθέτως υπάρχει για το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, βλ. σχετικά άρθρο 83 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ., ΣτΕ 3521/2009) και, ειδικότερα, την περίπτωση μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος για την καταβολή παραβόλου, είτε με τη θέσπιση το πρώτον τέτοιας υποχρέωσης είτε με την κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή του ήδη προβλεπομένου παραβόλου, ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση του παραβόλου εφαρμόζεται αναλογικά ο κανόνας του διαχρονικού δικαίου που αφορά τα οικονομικά βάρη εν γένει και συνδέεται με το χρόνο γέννησης της σχετικής υποχρέωσης. Ενόψει των ανωτέρω, κατά την ίδια πάντα γνώμη, εφαρμοστέος είναι καταρχάς ο κανόνας διαχρονικού δικονομικού δικαίου, κατά τον οποίο χρόνος γέννησης της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου είναι αυτός της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής, κατά τον οποίο ο ασκών αυτήν προσφεύγει ενώπιον του δικαστηρίου και αιτείται την παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, ως ο πλέον πρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την καθιέρωση της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου, όπως αυτός εκτίθεται στη σκέψη 2 της παρούσας (δηλαδή της αποτροπής άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων). Ωστόσο, με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του νόμου 3900/2010 ορίσθηκε ρητώς ότι η αναπροσαρμογή των παραβόλων καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις και, επομένως εφαρμόζεται αναδρομικά και για τις προσφυγές εκείνες που κατατέθηκαν είτε πριν την 8-6-2008 (χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 3659/2008) είτε μετά την ως άνω χρονολογία έως τις 31-12-2010 και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί. Με το περιεχόμενο όμως αυτό, η ως άνω διάταξη υιοθετεί την αρχή ότι η επιβολή οικονομικού βάρους και κατ’ επέκταση η υποχρέωση καταβολής παραβόλου εξαρτάται από το τυχαίο κριτήριο του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, που εκφεύγει της σφαίρας δράσης και επιρροής του προσφεύγοντος, αφού ο χρόνος συζήτησης μιας υπόθεσης, ως κριτήριο εφαρμογής αναδρομικής διάταξης που αφορά την καταβολή επαυξημένου παραβόλου, συναρτάται με θέματα εσωτερικής λειτουργίας του κάθε Διοικητικού Πρωτοδικείου ξεχωριστά και δημιουργεί αδικαιολόγητα άνισες καταστάσεις μεταξύ εκείνων που, αν και έχουν προσφύγει ταυτοχρόνως, η συζήτηση της υπόθεσής τους προσδιορίζεται σε διαφορετικό χρόνο. Υπό την έννοια αυτή, κατά την ίδια πάντα γνώμη, η αναδρομικότητα της εν λόγω διάταξης (παράγραφος 2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010) θίγει τη συνταγματικώς κατοχυρούμενη αρχή της ισότητας των διαδίκων ενώπιον του νόμου και δη, το δικαίωμα των διαδίκων που έχουν ασκήσει προσφυγή σε χρόνο πριν την 31-12-2010 και η προσφυγή αυτή δεν έχει ακόμη συζητηθεί, σε σχέση με εκείνους τους διαδίκους που ομοίως άσκησαν προσφυγή σε χρόνο πριν την 31-12-2010 και η προσφυγή τους έχει ήδη συζητηθεί, προσβάλλοντας έτσι, κατ’ επέκταση και το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και, συνεπώς, καθ’ ό μέρος επιβάλλει αναδρομικά αυξημένο πάγιο παράβολο σε εκκρεμείς υποθέσεις, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά την ίδια πάντα γνώμη, μετά τις δύο διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις που προαναφέρθηκαν (ήτοι, του άρθρου 35 του ν. 3659/2008 και του άρθρου 45 του ν. 3900/2010), το ύψος του παραβόλου του άρθρου 277 παρ. 1 του Κ.Διοικ.Δ., από τις 8-6-2008 και εντεύθεν εικοσαπλασιάστηκε (από 4,5 ευρώ σε 100 ευρώ). Ομως, κατά την κοινή πείρα, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στη Χώρα, η αναπροσαρμογή αυτή αποτελεί περιορισμό που οδηγεί στον αποκλεισμό ουσιαστικά του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό τον πυρήνα του δικαιώματος σε έννομη προστασία και στερώντας τον πολίτη από τον φυσικό του Δικαστή. Τούτο διότι, μετά την ψήφιση και θέση σε εφαρμογή της λεγόμενης «μνημονιακής νομοθεσίας» (βλ. ν. 3845/2010-1ο Μνημόνιο και 47 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα, ν. 4046/2012-2ο Μνημόνιο και 58 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα, ν. 4093/2012-3ο Μνημόνιο και 20 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα), τα ειδικά μισθολόγια -τα οποία απαρτίζουν το 1/3 της δαπάνης για μισθούς του δημοσίου, κατά τα αναγραφόμενα στο Παράρτημα V-1 του ν. 4046/2012- μειώθηκαν σε ποσοστά έως και 35% (ν. 4093/2012), με αντίστοιχες μειώσεις και στους συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων από 14-2-2012 (σχετική η 6/28-2-2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4046/2012), οι νέοι μισθοί στο δημόσιο έχουν διαμορφωθεί σε 780 € μικτά μηνιαίως (για το νεοδιοριζόμενο ΥΕ) (βλ. ν. 4024/2011), στον ιδιωτικό τομέα έχουν διαμορφωθεί σε 417 € καθαρά για τον εργαζόμενο έως 25 ετών (μικτά 510,95 €), σε 586 € μικτά για τον εργαζόμενο άνω των 25 ετών, το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανέρχεται σε 22,8 € μικτά για τον εργαζόμενο έως 25 ετών, σε 26,18 € (έναντι του 33,5 € που ίσχυε έως τότε) για τον εργαζόμενο άνω των 25 ετών και η κατώτατη σύνταξη ανέρχεται σε 487 €. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) το 2009 ανήλθε σε 94, το 2012 σε 75,2 και το 2013 σε 71,9 (Πηγή Ευρωπαϊκή Επιτροπή), σύμφωνα δε με την από 2-11-2012 μελέτη της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) σχετικά με τις Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, το 27,7% των Ελλήνων βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ η Ελλάδα είναι η δεύτερη σε φτώχεια χώρα της Ευρώπης και το ποσοστό της ανεργίας της έχει διαμορφωθεί σταθερά άνω του 26% (βλ. σχετική έκθεση περί της ανεργίας στην Ελλάδα της ΕΛΣΤΑΤ). Τέλος, η διεύρυνση και επιβάρυνση της φορολογικής βάσης, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο και διαχειρίσιμο το δημόσιο χρέος, με σειρά νομοθετημάτων (ενδεικτικώς, άρθρο 4 του ν. 3845/2010 για αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 23%, από 9% σε 11%, αύξηση 15% της βενζίνης, επιβολή του ειδικού τέλους του ν. 4091/2011, επαναφορά τεκμηρίων διαβίωσης στα αυτοκίνητα και τα ακίνητα, άρθρο πρώτο παρ. Ε-2-7 του ν. 4093/2012 για αύξηση του φόρου κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων καπνών κατά 10%, άρθρο 38 του ν. 3986/2011 για επιβολή της εισφοράς αλληλεγγύης) έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της φοροδοτικής ικανότητας του πληθυσμού (σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, κατά το 2011 τα συνολικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα, έφθασαν στο 31% του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ενώ το 2013 θα ανέλθουν στο 36,4% του ΑΕΠ), ενώ από πρόσφατα στοιχεία του ΔΝΤ το δημόσιο χρέος δεν θα είναι βιώσιμο και διαχειρίσιμο ούτε και το έτος 2020 (που θα ανέλθει στο 129,36% του ΑΕΠ, βλ. πίνακα Εκτίμηση εξέλιξης του δημόσιου χρέους 2008-2035, πηγή OECD, Economic Survey of Greece 2011). Ενόψει των ως άνω ενδεικτικών δεδομένων, κατά τη γνώμη πάντα της μειοψηφίας, κρίνεται ότι το ύψος του παραβόλου, -το οποίο σήμερα, ενδεικτικώς, απαιτεί 4-5 ημερομίσθια, άλλως αντιστοιχεί στο 1/7 του (μικτού) κατώτατου μισθού του νεοδιοριζόμενου δημοσίου υπαλλήλου, στο 1/5 του (μικτού) μισθού του ανειδίκευτου εργάτη και στο 1/5 της κατώτατης (μικτής) σύνταξης-, είναι, κατά την κοινή πείρα, αποτρεπτικό και καθιστά από μόνο του (πολλώ δε μάλλον σε συνδυασμό με τα λοιπά δικαστικά δαπανήματα) δυσχερή έως αδύνατη την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δη την κατάθεση ένδικων βοηθημάτων στα πρωτοβάθμια διοικητικά δικαστήρια από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Έτσι, όμως, θίγει άμεσα τον πυρήνα του σχετικού συνταγματικού δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. του Συντάγματος, αλλά αντίκειται ωσαύτως στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης (Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) (πρβλ. απόφαση της 24-5-2006, υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας) και, τέλος, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και ναι μεν με την ΟλΣτΕ 601/2012 κρίθηκε ότι το αναπροσαρμοσθέν κατά τα ανωτέρω παράβολο «…δεν είναι κατά κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα του διοικούμενου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων», ωστόσο, η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου συζητήθηκε σε τέτοιο χρόνο (χρόνος συζήτησης η 7-10-2011, χρόνος διάσκεψης η 20-1-2012), που δεν είχαν δημοσιευθεί και τεθεί σε εφαρμογή οι προαναφερόμενοι νόμοι 4046/2012 (Δεύτερο Μνημόνιο) και 4093/2012 (Τρίτο Μνημόνιο) και οι 78 εφαρμοστικοί αυτών, ούτε είχαν δημοσιευθεί στοιχεία που άπτονται του βιοτικού επιπέδου και της οικονομικής και φοροδοτικής δυνατότητας της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών της Χώρας, ως συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων που υιοθετήθηκαν από το 2010 και εντεύθεν, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν.


6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, αποτελούσε προϋπόθεση του παραδεκτού της κρινόμενης προσφυγής η συμπληρωματική καταβολή του παραβόλου των 95,00 € από τον προσφεύγοντα, το οποίο παραδεκτώς προσκομίσθηκε, ενώ, κατά τη γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου, δεν ήταν προϋπόθεση για το παραδεκτό της κρινόμενης προσφυγής η προσκόμιση επιπλέον παραβόλου, καθόσον αρκούσε το αρχικώς κατατεθέν παράβολο ύψους 4,5 €, λόγω του χρόνου άσκησης αυτής (13-6-2007). Εξάλλου, κατά τα λοιπά, παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη προσφυγή, η οποία είναι εξεταστέα κατ’ ουσίαν.

7. Επειδή, περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου ασκήθηκε η με αριθμό ¼-3-2008 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, του ............... ................. . Η παρέμβαση αυτή πρέπει να εξετασθεί ως προς την προϋπόθεση του αν ο ασκήσας αυτήν έχει έννομο συμφέρον προς τούτο....

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Ειρηνοδικείο Πειραιώς: Εξέταση καταχρηστικού ΓΟΣ περί παρέκτασης αρμοδιότητας - αναρμοδιότητα - παραπομπή

Δημοσιεύω δυο αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Πειραιά (680 και 681 του 2013), στις οποίες η κα Ειρηνοδίκης, αν και στις δυο περιπτώσεις, στο Δικαστήριο υπεβλήθη αίτημα λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής κινητού (αυτοκινήτου), εξετάζει (όπως, άλλωστε, οφείλει) την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ περί παρεκτάσεως της αρμοδιότητας, τόσο στο πλαίσιο του Ν. 2251/94 όσο και στο πλαίσιο της Ζ1-798/2008 Υπουργικής Απόφασης, αποδέχεται τους σχετικούς ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καθ' ων, περί καταχρηστικότητας της ρήτρας παρεκτάσεως της αρμοδιότητας, κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο και παραπέμπει στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΓΡΑΦΟΝΤΟΣ: 
Οι Ειρηνοδίκες εξετάζουν αυτεπάγγελτα τους ΓΟΣ ή, έστω, τους εξετάζουν επειδή προτείνεται η πρόδηλη παρανομία, άλλως η πρόδηλη καταχρηστικότητά τους.

Οι Πρωτοδίκες, απεναντίας, σε δίκες ιδίως περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, επιμένουν να σφυρίζουν αδιάφορα, ισχυριζόμενοι ότι η εξέταση της ενδεχόμενης καταχρηστικότητας των ΓΟΣ αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης (πχ επί ανακοπής επί διαταγής πληρωμής). 

Άποψή μου είναι ότι αυτή η απάντηση είναι απόλυτα λάθος. Ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν, εάν θα πρέπει η όχι να εξεταστούν οι ΓΟΣ, θα έπρεπε να υποβάλλουν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, ώστε να λάβουν απαντήσεις, σύμφωνες με το Κοινοτικό Δίκαιο, δυνάμει της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

Τέτοιου είδους αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί, όπως ενδεικτικά αναφέρονται οι:
1. ΔΕΚ C-240/98 έως 244/98, απόφ 27-6-2000, ΧρΙΔ 2001,36, 
2. ΔΕΚ υπόθ C-476/2000, απόφαση 21-11-2002, Cofidis SA/Jean-Luis Fredout, Αρμ 2003,1042 με παρατηρήσεις Τσερκέζη, 
3. ΔΕΚ C-372/99 απόφ 24-1-2002 Επιτροπή ΕΚ κατά Ιταλικής Δημοκρατίας
4. ΔΕΚ C-168/2008 απόφ 26-10-2006 Mostaza Claro 
5. ΔΕΕ C-415/11 – Mohamed Aziz vs Caixa d’Estalvis de Catalounya, Tarragona I Manresa (Catalunyacaixa) απόφαση της 14-3-2013 (εξέταση ΓΟΣ σε δίκη περί την εκτέλεση).


Η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτήν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παρέχει την εξουσία στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας ή σε κάθε στάση της δίκης, και μολονότι διαθέτει όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί επιτοκίου υπερημερίας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν έχει ασκήσει ανακοπή (ΔΕΕ C-618/10, Banco Espaniol de Credito SA κατά Joaquin Calderon Camino, απόφαση της 14-6-2012).
     
Τα άρθρα 6, παράγραφος 1 και 7, παρ1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχουν την έννοια ότι ο εθνικός Δικαστής που διαπίστωσε αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας δεν οφείλει, προκειμένου να είναι σε θέση να συναγάγει τις συνέπειες της διαπιστώσεως αυτής, να αναμένει εως ότου ο καταναλωτής, αφού ενημερωθεί για τα δικαιώματά του, προβεί σε δήλωση με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η εν λόγω ρήτρα. Προκειμένου να εκτιμήσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η αγωγή της οποίας έχει επιληφθεί, ο εθνικός Δικαστής πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως. (ΔΕΕ υπόθεση C-472/11, Banif Plus Bank Zrt κατά Csaba Csipai, Viktoria Csipai απόφαση της 21-2-2013).

Σύμφωνα με το άρθρο 6, παρ 1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι, κατά την εξακρίβωση του ζητήματος αν μια σύμβαση την οποία έχει συνάψει ένας επαγγελματίας με καταναλωτή και η οποία περιέχει μια ή περισσότερες καταχρηστικές ρήτρες μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις ρήτρες αυτές, ο δικάζων Δικαστής, δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο ότι η ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης αυτής ενδέχεται να είναι ευνοϊκή για έναν από τους συμβαλλόμενους, εν προκειμένω για τον καταναλωτή. Η εν λόγω Οδηγία δεν απαγορεύει πάντως στα κράτη-μέλη να προβλέπουν, τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης, ότι η σύμβαση την οποία έχει συνάψει ένας επαγγελματίας με καταναλωτή και η οποία περιέχει μία ή περισσότερες καταχρηστικές ρήτρες είναι εξ ολοκλήρου άκυρη, αν η ακυρότητα αυτή παρέχει τελικά καλύτερη προστασία στον καταναλωτή (ΔΕΕ, υπόθεση C-453/10, Jana Perenicova & Vladislav Perenic κατά SOS finance spol. Sr.o). 

H αυτεπάγγελτη αυτή εξέταση που επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της εκάστοτε κρινόμενης ρήτρας ως καταχρηστικής υπαγορεύεται περαιτέρω από το γράμμα και το σκοπό της Οδηγίας 93/13/EOK που αποβλέπουν στην αποτελεσματική και ενιαία προστασία του καταναλωτή σε κοινοτικό επίπεδο (I. Καράκωστα, Δίκαιο προστασίας καταναλωτή, εκδόσεις Σάκκουλα).

Αυτά, έστω και εις ώτα μη ακουόντων... 







Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου σε αίτηση ανάκλησης ασφαλιστικών νομής κινητού

Σε συνέχεια της σχετικής μου ανάρτησης για την δυνατότητα ανακλήσεως αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, που διατάσσουν την αφαίρεση της νομής κινητών από τα χέρια απλών (συνήθως) χρηστών, δημοσιεύω την προσωρινή διαταγή που χορήγησε η κα Ειρηνοδίκης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου σε σχετική αίτησή μου, ελπίζοντας ότι τον ίδιο δρόμο θα ακολουθήσουν κι άλλοι Δικαστές, απέναντι στη ζέση των τραπεζών να πετύχουν επί της ουσίας εκτέλεση των δανειακών συμβάσεων, παρά την ισχύουσα νομοθετική αναστολή εκτελέσεων.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η απόρρητη έκθεση του Αρείου Πάγου για το κατοχικό δάνειο και τις γερμανικές αποζημιώσεις

Στη δημοσιότητα βγήκε η απόρρητη έκθεση που συνέταξε ο επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ιωάννης Παπανικολάου και περιλαμβάνει όλα τα νομικά επιχειρήματα και τις κινήσεις που πρέπει κάνει η χώρα μας για το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων. 

Η έκθεση βρίσκεται από τον περασμένο Δεκέμβριο στα χέρια του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Φώτη Κουβέλη.
Στην έκθεση αναφέρονται τα εξής:

Το ιστορικό των συμβάσεων
Στις 14.3.1942 περατώθηκε στη Ρώμη η Δημοσιονομική Διάσκεψη Εμπειρογνωμόνων μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, η οποία, μεταξύ άλλων, κατέληξε στη σύναψη μιας συμφωνίας ανάμεσα στις δύο αυτές δυνάμεις κατοχής που αφορούσε την Ελλάδα, την οποία υπέγραψαν οι πληρεξούσιοι της Ιταλίας και Γερμανίας στην Ελλάδα, Γκίτζι και Αλτενμπουργκ.

Στην Ελλάδα η συμφωνία ανακοινώθηκε έπειτα από εννέα ημέρες με τη ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 του Αλτενμπουργκ.

Ο Ιταλός πληρεξούσιος την ανήγγειλε με το σημείωμά του Ν.04/6406/461/23.3.1942.

Με τη σειρά του ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδωσε εντολή στην Τράπεζα της Ελλάδος να συμμορφωθεί προς τη ρηματική διακοίνωση του Γερμανού πληρεξουσίου (αριθ. Εγγράφου ΕΠ 409/2.4.1942).

Η συμφωνία αυτή συνίστατο στα εξής:
Πρώτον, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώνεται να καταβάλει στις δύο δυνάμεις κατοχής και σε ίσο μερίδιο για έξοδα κατοχής το ποσό των 1,5 δισ. δραχμών. Δεύτερον, οι πέραν του ποσού αυτού αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας σε δραχμές και θα είναι άτοκες. Τρίτον, η επιστροφή των πέραν των 1,5 δισ. δραχμών ποσών αυτών θα γίνει αργότερα. (Αρθρα 2, 3 και 4 της συμφωνίας). Προστέθηκε, δε, ότι η εν λόγω συμφωνία θα είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρο 5).

Στις 2.12.1942 υπογράφηκε ανάμεσα στις τρεις κυβερνήσεις (Γερμανίας, Ιταλίας και Ελλάδας) συμφωνία που περιείχε τα εξής νέα στοιχεία: α) Τα ποσά του δανείου είναι συμβολικώς αναπροσαρμοζόμενα, δηλαδή είναι διατυπωμένα σε σταθερό νόμισμα. β) Ο δανεισμός σταματά την 1η Απριλίου 1943, οπότε και αρχίζει η άτοκη επιστροφή τους, ανεξάρτητα, δηλαδή, από το πότε λήγει ο πόλεμος. γ) Αντί των 1,5 δισ. δραχμών μηνιαίως της προηγούμενης συμφωνίας (14.3.1942), οι δαπάνες κατοχής αυξάνονται στο ποσό των 8 δισ. δραχμών μηνιαίως. Τα επιπλέον ποσά «...θα άγωνται εις χρέωσιν, υπό της Τραπέζης της Ελλάδος, των κυβερνήσεων Ιταλίας ή Γερμανίας...». δ) Οι λογαριασμοί αυτοί θα πληρώνονται από τον Απρίλιο 1943 σε μηνιαίες δόσεις που αντιστοιχούν στο 10% του συνόλου του εν λόγω λογαριασμού την 31η Μαρτίου 1943. Πάντως, διατηρήθηκε η ρήτρα ότι το δάνειο αυτό ήταν άτοκο.

Μια νέα συμφωνία ανάμεσα στις τρεις χώρες υπογράφηκε στις 18.5.1943. Με τη νέα τροποποίηση - αναπροσαρμογή: α) Καταργείται ο περιορισμός του ανώτατου ορίου των προκαταβολών, δηλαδή των 8 δισ. δραχμών κατά μήνα, που θέσπιζε η πρώτη τροποποίηση της 2.12.1942. β) Εκτός του τιμαρίθμου τροφίμων, που ορίζει η συμφωνία της 2.12.1942, θα λαμβάνονται υπ' όψιν και άλλοι τρεις τιμάριθμοι: των ημερομισθίων, των οικοδομικών υλικών και των καυσίμων, όπως ειδικότερα ορίζεται στην τελευταία αυτή συμβατική τροποποίηση. Και γ) η συμφωνία ισχύει από 1.4.1943.

Το ύψος των ελληνικών αξιώσεων και η νομική διάσταση των συμφωνιών αυτών

Το δάνειο της πρώτης συμφωνίας, μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας, συνιστά «αναγκαστικό δάνειο». Οι μετέπειτα ως άνω τροποποιήσεις της αρχικής συμφωνίας της Ρώμης το μετέτρεψαν σε συμβατικό, αφού μετέσχε σε αυτές, ως αντισυμβαλλόμενη δανείστρια και η Ελλάδα. Η δε μετατροπή αυτή έχει αναδρομική ισχύ.

Το άθροισμα των οριστικών χρεώσεων που έγιναν από την ΤτΕ προς τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, μέσω των αντίστοιχων λογαριασμών, πέραν και επί πλέον των «εξόδων κατοχής», συνιστά το κεφάλαιο του κατοχικού δανείου, το οποίο η ΤτΕ χορήγησε, κατ' εντολή του Δημοσίου, χρηματοδοτώντας τις πέραν και εκτός των εξόδων κατοχής απαιτήσεις του γερμανικού Γ' Ράιχ από την άνω δανειακή σύμβαση, όπως κάθε φορά ίσχυε τροποποιούμενη.

Οι καταβολές προς τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής εκτελέστηκαν από την ΤτΕ για λογαριασμό και με χρέωση του ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο της εκ του νόμου σχέσης εντολής που συνδέει τη ΤτΕ ως Ταμία του. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ΤτΕ ενεργούσε ως απλή εντολοδόχος του Δημοσίου και όχι δι' ίδιον λογαριασμόν και, επομένως, δανειστής των πιστώσεων, άρα και δικαιούχος της απαίτησης κατά της Γερμανίας, ως διαδόχου του γερμανικού Γ' Ράιχ, είναι το ελληνικό Δημόσιο, όπως νομικώς ορθά ισχυρίζεται έκτοτε και μέχρι σήμερα η ΤτΕ.

Το συνολικό ύψος του δανείου που καταβλήθηκε από την Ελλάδα στις δυνάμεις κατοχής, μέσω της ΤτΕ, αναγράφεται στην έκθεση του διοικητή της ΤτΕ έτους 1947 επί των ισολογισμών των ετών 1941, 1944, 1945 και 1946, όπου φέρεται ότι ανήλθε, καθ' όσον αφορά τη Γερμανία, στο ποσόν των 1.530.033.302.528.819 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί προς USD 215.662.040,54 του τέλους 1944, κατά τον πλέον πρόσφατο υπολογισμό της ΤτΕ. Η τελευταία υπολόγισε, κατά μετατροπή, τη χρέωση της Γερμανίας σε λίρες Αγγλίας ως ανερχόμενη στο ποσό των 3.670.610 (χρ. λίρες Αγγλίας). Από τον καθηγητή Δερτιλή το ποσόν αυτό εκτιμάται στις 4.519.302 χ.λ.Α. (χρυσές λίρες Αγγλίας), ενώ από γερμανικής πλευράς δίδονται χαμηλότερα ποσά: 3.800.000 αγγλικές λίρες (συμπεριλαμβανομένου όμως και του μεριδίου της Ιταλίας) και 250 εκατ. χρυσά μάρκα, δηλαδή 450 εκατ. σταθερά μεταπολεμικά μάρκα (Nestler). Ο Αλτενμπουργκ τον Ιούλιο του 1964, με έγγραφό του στο γερμανικό ΥΠΕΞ, υπολογίζει τη δανειακή οφειλή της Γερμανίας προς την Ελλάδα σε 200 εκατ. χρυσά μάρκα, δηλαδή 400 εκατ. σταθερά μεταπολεμικά μάρκα. Εκπεφρασμένο σε δολάρια το ποσόν αυτό ποικίλλει, αν και όχι σημαντικά, ανάλογα με την εκτίμηση της αξίας της χρυσής λίρας Αγγλίας προς το δολάριο κατά την Κατοχή: 160 εκατ. δολάρια σύμφωνα με επίσημες ελληνικές εκτιμήσεις, 265 εκατ. δολάρια για τον καθηγητή Αγγ. Αγγελόπουλο και 227 εκατ. δολάρια σύμφωνα με την έκθεση Ι. Πασσιά (του 1963) στον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος.

Το βασικότερο όμως ζήτημα είναι αυτό των τόκων. Ασφαλώς και σύμφωνα με τη σύμβαση της 14.3.1942 τα ποσά του δανείου είναι άτοκα (άρθρ. 3). Το ίδιο συμβαίνει και με τη νέα συμφωνία της 2.12.1942. Η ύπαρξη ατόκων δανείων, με πρωτοβουλία του δανειοδοτούντος, για λόγους αναπτυξιακούς, δεν είναι άγνωστη στο διεθνές δίκαιο. Αλλά στην περίπτωση του κατοχικού δανείου ήταν προϊόν της βούλησης αποκλειστικά και μόνον του δανειοδοτουμένου (Γερμανία, Ιταλία), κατάσταση που εξηγείται ασφαλώς από τον άνισο συσχετισμό δυνάμεων. Η συμφωνία της 2.12.1942 προέβλεπε ότι τα ήδη καταβληθέντα δανειακά ποσά, καθώς και αυτά που θα καταβάλλονταν μέχρι 31.3.1943, θα αρχίσουν να εξοφλούνται από 1.4.1943 (παρ. β). Είναι, όμως γνωστό ότι με αποδεδειγμένη, εξ εγγράφων, εξαίρεση καταβολής κάποιων δόσεων, οι επιστροφές των δανειακών ποσών δεν έλαβαν ποτέ χώρα.

Στο διεθνές δίκαιο, περιπτώσεις μη εκτέλεσης των όρων της δανειακής σύμβασης αντιμετωπίζονται υπό δύο οπτικές γωνίες: είτε η αδυναμία καταβολής θεωρείται «αδυναμία εκτέλεσης», δηλαδή ύπαρξη αντικειμενικής αδυναμίας αποπληρωμής, οπότε γίνεται δεκτό ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μπορεί προσωρινά να μην αποπληρώσει, είτε της δυνατότητας πληρωμής, οπότε συντρέχει παραβίαση της υποχρέωσης καταβολής και είναι αναγκαία η δικαιοδοτική επίλυση της διαφοράς.

Στην πρώτη περίπτωση αναστέλλεται η πληρωμή κεφαλαίου και τόκων, οι οποίοι εξακολουθούν να «τρέχουν», η δε καταβολή τους γίνεται όταν το κράτος είναι σε θέση να το κάνει. Σε σχέση με το κατοχικό δάνειο ασφαλώς οι γερμανικές αρχές κατοχής στην Ελλάδα, αλλά και η Γερμανία συνολικότερα, υφίσταντο πιέσεις ως εκ της διεξαγωγής του πολέμου, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας δεν επέτρεπε τη σταδιακή εξόφληση του κατοχικού δανείου... Οσον αφορά τη δεύτερη λύση, είναι δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν είχε τη δυνατότητα, τόσο στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο όσο και μετά τη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953, να διεκδικήσει την επιστροφή του δανείου. Ετσι, και στη μία και στην άλλη περίπτωση η Γερμανία ήταν και είναι υποχρεωμένη στην καταβολή τόκων για όσο χρονικό διάστημα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της.

Κατά την Τράπεζα της Ελλάδος ο προσδιορισμός του σημερινού ύψους του οφειλόμενου ποσού από τη Γερμανία στην Ελλάδα, με την προσθήκη τόκων συναρτάται αποκλειστικά από την επιλογή του επιτοκίου και τη χρήση ή όχι του ανατοκισμού.

Τέλος, τόσο κατά το ελληνικό Δημόσιο όσο και κατά την ΤτΕ πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι εγεννήθη νομικά βάσιμη απαίτηση για το ως άνω ποσό του «κατοχικού δανείου», πλέον τόκων, υπέρ του ελληνικού Δημοσίου εις βάρος του γερμανικού Γ' Ράιχ, του οποίου διάδοχος είναι ήδη η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Από τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι το κατοχικό δάνειο είναι ένα κανονικό δάνειο με καθαρά συμβατικό χαρακτήρα. Αλλωστε η ίδια η (μεταγενέστερη) πρακτική των κρατών και ιδίως της Γερμανίας και της Ιταλίας δείχνει ότι θεωρούσαν το κατοχικό δάνειο ως κανονικό δάνειο, και έκαναν πάντοτε διάκριση μεταξύ των εξόδων κατοχής και των πιστώσεων. Ο δε ειδικός λογαριασμός της Τραπέζης της Ελλάδος στον οποίο χρεώνονταν οι σχετικές πιστώσεις ήταν λογαριασμός όχι των αρχών κατοχής, αλλά των κυβερνήσεων, και αυτό γινόταν κατ' απαίτηση των ίδιων των αρχών κατοχής. Μάλιστα, ο ίδιος ο Χίτλερ είχε αναγνωρίσει το νομικό χαρακτήρα των δανείων και είχε δώσει εντολή να αρχίσει η διαδικασία εξόφλησής τους («ΒΗΜΑ», 16.12.1990, δήλωση του διοικητή της ΤτΕ Ξεν. Ζολώτα).

Πράγματι, το γερμανικό Γ' Ράιχ, από τον Απρίλιο του 1943, συνεπές στην τροποποίηση της 2.12.1942, άρχισε να επιστρέφει το κατοχικό δάνειο. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944 κατέβαλε κάποιες εξοφλητικές δόσεις. Αυτές που αρνήθηκαν και αρνούνται ακόμη να εκπληρώσουν τις δανειακές αυτές υποχρεώσεις προς την Ελλάδα είναι οι μεταπολεμικές γερμανικές κυβερνήσεις, παρ' ότι ο Γερμανός καγκελάριος Ερχαρτ με δήλωσή του, το έτος 1964, δεσμεύτηκε για την επιστροφή του υπόλοιπου ποσού του δανείου μετά την επανένωση της Γερμανίας.

Το επιχείρημα της εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς την Ελλάδα
Κατά τη γερμανική πλευρά, η Γερμανία εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα, περιλαμβανομένου και του κατοχικού δανείου, με τη σύναψη της γερμανο-ελληνικής συμφωνίας της 18.3.1960, η οποία αφορούσε παροχές υπέρ Ελλήνων υπηκόων που είχαν θιγεί από εθνικοσοσιαλιστικά μέτρα διώξεων για λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας και υπέστησαν ζημίες ελευθερίας ή υγείας εξαιτίας των μέτρων δίωξης (άρθρο 1), ύψους 115 εκατ. μάρκων. Εκτός του ότι η συμφωνία αυτή συνήφθη 2 έτη μετά τη δήθεν «παραίτηση» Καραμανλή, γεγονός που δείχνει την αντιφατικότητα των γερμανικών επιχειρημάτων, το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν αφορά σε καμία περίπτωση το κατοχικό δάνειο. Καλύπτει μέρος μόνο των γενικότερων απαιτήσεων της Ελλάδας για επανορθώσεις, αλλά οπωσδήποτε όχι το κατοχικό δάνειο.

Τελικά η Γερμανία, με επιστολή της προς την Ελλάδα (5.7.1988), αναγνωρίζει ότι η εν λόγω συμφωνία δεν περιλαμβάνει γενικές πολεμικές ζημιές, αλλά μόνον αποζημιώσεις για μέτρα διώξεως εκ μέρους εθνικοσοσιαλιστών για φυλετικούς και θρησκευτικούς λόγους και διαφορετική κοσμοθεωρία.

Επιχειρήματα από τη συμμετοχή της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση

Οι ισχυρισμοί της Γερμανίας περί συμψηφισμού με τη γερμανική βοήθεια στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι προδήλως αβάσιμοι και εύκολα καταρρίπτονται. Πράγματι η γερμανική βοήθεια για την άμυνα της Δύσης δόθηκε μεν στην Ελλάδα, αλλά δόθηκε και στην Τουρκία και στην Πορτογαλία, που δεν έλαβαν μέρος στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και βέβαια η βοήθεια αυτή στα πλαίσια του ΝΑΤΟ ουδεμία σχέση έχει με το κατοχικό δάνειο. Ως προς τη βοήθεια στο πλαίσιο της Ε.Ε., η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτημα Ελληνα ευρωβουλευτή, κατέστησε σαφές ότι οι κοινοτικοί πόροι και η κατανομή τους δεν θεωρούνται εισφορές μιας χώρας-μέλους προς μία άλλη, αλλά είναι ενιαία κοινοτικά κονδύλια.

Το επιχείρημα της παραγραφής των ελληνικών αξιώσεων από το κατοχικό δάνειο

Με τη ρηματική διακοίνωση της Ελλάδας της 14-11-1995, μέσω του πρέσβη της Ελλάδος στη Βόνη Ιωάννη Μπουρλογιάννη - Τσαγγαρίδη, στον Γερμανό υφυπουργό Εξωτερικών Hartmann, εζητείτο, όπως προαναφέρθηκε, η έναρξη διαπραγματεύσεων και για το κατοχικό δάνειο. Ο Γερμανός υφυπουργός απέρριψε το ελληνικό διάβημα με το επιχείρημα ότι «μετά πάροδο 50 ετών από το τέλος του πολέμου και δεκαετιών αξιοπίστου και στενής συνεργασίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη διεθνή κοινότητα το πρόβλημα των επανορθώσεων απώλεσε τη δικαιολογητική του βάση. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να προσδοκά η ελληνική κυβέρνηση ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα προσέλθει σε συνομιλίες για το θέμα αυτό».

Θα μπορούσε όμως να προβληθεί το επιχείρημα της παραγραφής σε περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης του κατοχικού δανείου ενώπιον ενός κρατικού ή υπερκρατικού (διεθνούς) δικαιοδοτικού οργάνου;

Μια πρώτη απάντηση, που έχει ισχύ και για το κατοχικό δάνειο, θα μπορούσε να είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει παραγραφή, εφ' όσον η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 προέβλεπε την αναστολή των αξιώσεων. Και δεύτερο, μια τέτοια τοποθέτηση της Γερμανίας θα παραβίαζε την αρχή της καλής πίστης, η οποία ισχύει και στο διεθνές δίκαιο.

Στην περίπτωση του κατοχικού δανείου, έχουν περάσει μέχρι σήμερα 68 χρόνια. Μπορεί να πει κανείς ότι ένα δικαστήριο θα αποφαινόταν ότι το διάστημα αυτό είναι αρκετό για την παραγραφή; Η προσήκουσα απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Και αυτό όχι με το να εκτιμηθεί ότι τα 68 χρόνια είναι λίγα ή πολλά, αλλά για τους εξής λόγους:

Πρώτον, η ίδια η ενδιαφερόμενη χώρα, η οποία έχει συμφέρον να προβάλει την ένσταση, δηλαδή η Γερμανία, είχε συμφωνήσει στην αναστολή του οριστικού διακανονισμού των επανορθώσεων μέχρι την ενοποίηση των δύο Γερμανιών και αυτό είχε γίνει ρητώς και ειδικώς δεκτό στη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 (άρθρο 5). Παρ' ότι η ενοποίηση αυτή επήλθε το 1990, η Γερμανία αρνείται οποιαδήποτε συζήτηση. Σύμφωνα, όμως, με τους διεθνείς κανόνες, μια τέτοια «παραβατική» συμπεριφορά δεν εμποδίζει την έναρξη χρόνου για την παραγραφή. Και έχουν ήδη περάσει 22 χρόνια. Με δεδομένο, όμως, ότι κατά το διεθνές δίκαιο και τα διεθνώς κρατούντα η παραγραφή για απαιτήσεις μεταξύ κρατών υπερβαίνει, προφανώς, αυτό το χρονικό όριο, δεν έχει επέλθει η εν λόγω παραγραφή.

Δεύτερον, η παραγραφή μπορεί να διακοπεί αν υπάρξει διπλωματική παράσταση προς τη Γερμανία. Από τη στιγμή που θα γίνει αυτό, δεν μπορεί να ξεκινήσει νέα προθεσμία για παραγραφή κατά τα διεθνώς κρατούντα. Πράγματι, ως προς το θέμα του κατοχικού δανείου οι ελληνικές κυβερνήσεις τόνιζαν, μετά το 1990, ότι η Ελλάδα το θεωρεί ανοιχτό θέμα και το 1995 επιδίδεται ρηματική διακοίνωση προς τη Γερμανία, όπου τίθεται και το θέμα του κατοχικού δανείου. Ηδη, δε, το 1991 ο τότε ΥΠΕΞ. Α. Σαμαράς είχε θέσει το θέμα των πολεμικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου στον Γερμανό ομόλογό του Ντ. Γκέσνερ. Αλλά και ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης έθεσε το θέμα του κατοχικού δανείου στον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ κατά την επίσημη επίσκεψή του στη Γερμανία τον Φεβρουάριο του 1996. Με βάση τα ανωτέρω, η παραγραφή πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει διακοπεί οριστικά.

Η δυνατότητα της Ελλάδος για δικαιοδοτική επίλυση της διαφοράς

Η επιδίωξη της ικανοποίησης της ελληνικής πλευράς μέσω διπλωματικών χειρισμών παραμένει η ορθότερη και πλέον ρεαλιστική οδός, εν όψει του ότι μια ικανοποίηση των ελληνικών αιτημάτων από το κατοχικό δάνειο δεν θα έχει επιπτώσεις σε σχέση με διεκδικήσεις άλλων κρατών, αφού η ελληνική περίπτωση αποτελεί σήμερα το μόνο εναπομένον κατοχικό δάνειο. (Η Γιουγκοσλαβία και η Πολωνία ικανοποιήθηκαν για τις ανάλογες αξιώσεις τους κατά της Γερμανίας κατά τις προαναφερθείσες μεταξύ τους συμβιβαστικές συμφωνίες).

Επίσης μια προοπτική είναι αυτή της προσφυγής στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Συμφωνίας του Λονδίνου του 1953 (άρθρο 28), αφού πρώτα αντιμετωπισθεί το ζήτημα που δημιουργεί το άρθρο 7 παρ. 4 του χάρτη του Δικαστηρίου, που προσδιορίζει τη σύνθεσή του με τη συμμετοχή τεσσάρων μελών (από τα δέκα) διοριζομένων από τη Γερμανία, χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα της Ελλάδος.

Ακόμη είναι δυνατή η προσφυγή της Ελλάδος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Για να γίνει αποδεκτή μια τέτοια προσφυγή, είναι απαραίτητο και οι δύο πλευρές -Ελλάδα, Γερμανία- να έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με έναν από τους τρόπους που προσδιορίζονται στο Καταστατικό του Δικαστηρίου. Και η μεν Ελλάδα έχει προβεί σε σχετική δήλωση αποδοχής της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η Γερμανία όμως έχει αποφύγει συστηματικά, και πριν αλλά και μετά την ενοποίηση του 1990, να προβεί σε αντίστοιχη δήλωση για το κατοχικό δάνειο. Αυτό το έκανε μόλις το 2008, τη συνόδεψε όμως με τον περιορισμό ότι δεσμεύεται μόνο σε σχέση με γεγονότα που έχουν λάβει χώρα μετά την ημερομηνία της δήλωσης αυτής (1.5.2008). Με τον τρόπο αυτό η Γερμανία «θωρακίστηκε» απέναντι στο ενδεχόμενο ακριβώς των προσφυγών για τις επανορθώσεις πολέμου καθώς και του κατοχικού δανείου της Ελλάδος.

Εσχατη, προς έρευνα, δυνατότητα της Ελλάδος για δικαιοδοτική επίλυση της διαφοράς από το κατοχικό δάνειο είναι η προσφυγή της κατά της Γερμανίας στα εσωτερικά (ελληνικά) δικαστήρια, με δικαίωμα παρέμβασης της ΤτΕ υπέρ του ελληνικού Δημοσίου. (1), (2), (3)

Αθήνα, 17 Οκτωβρίου 2012
Ιωάννης Παπανικολάου
αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ.

(1) Αντώνης Μπρεδήμας: «Το κατοχικό δάνειο: μια εναλλακτική προοπτική δικαίωσης;» Νο Β 58 σελ. 102 επ.
(2) Τάσος Ηλιαδάκης: «Οι επανορθώσεις και το γερμανικό κατοχικό δάνειο», ιδίως σελ. 199 έως 256.
(3) Ιωάννης Μπουρλογιάννης - Τσαγγαρίδης: «Εγκλήματα πολέμου και κρατική ετεροδικία». Εφημερίδα «Εστία», 22.1.2011.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Χρήμα: Μια έννοια...σκέτη φενάκη


Ακόμα και η ίδια η έννοια του χρήματος, ως μέσου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που ενσωματώνει μια οποιαδήποτε αξία (παλαιότερα, ως αξία σε χρυσό και ήδη μόνο λογιστική αξία, ως fiat money) αποδεικνύεται σκέτη φενάκη (φενάκη=απάτη), σύμφωνα με το παρακάτω δημοσίευμα της εφημερίδας "Καθημερινή" το οποίο αναπαράγω.

Αποδεικνύεται δηλαδή, ότι κάτι (εν προκειμένω, το χρήμα) αποκτά αξία, γιατί ως αξία του συμπεριφερόμαστε, τέτοια αξία του αναγνωρίζουμε και του προσδίδουμε στις συναλλαγές μας. Ειδάλλως, από τη φύση του η αξία του είναι τόσο πραγματική...όσο το Bitcoin που περιγράφεται κατωτέρω.

Η παρούσα δημοσίευση στοχεύει να αναδείξει μια περισσότερο δίκαιη (ίσως και θεωρητική) και μάλλον διαφορετική προσέγγιση της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης, ιδίως στο επίπεδο της μικροοικονομίας της εσωτερικής αγοράς. 

Δηλαδή, επιδιώκω να αναδείξω, ότι ιδίως η δικαστικά επιδιωκόμενη (και σε σημαντικό βαθμό επιτυγχανόμενη) διασφάλιση των πιστωτών, με προσημειώσεις υποθηκών σε πάγια περιουσιακά των οφειλετών (τα οποία, ως πραγματικά υποστατά αντικείμενα, ενσωματώνουν πραγματική αξία, αξία χρήσης, αξία κάρπωσης και προστιθέμενη αξία, όπως τα αγροτεμάχια, τα οικόπεδα, οι κατοικίες, τα αυτοκίνητα κλπ), η έκδοση και η εκτέλεση διαταγών πληρωμών, η εκτέλεση ελεύθερων πλειστηριασμών επί του κινητού ενεχύρου και κάθε άλλη τέτοια διαδικασία υποτιθέμενης ικανοποίησης του εκάστοτε πιστωτή, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προσπάθειά του να εσοδεύσει την υπεραξία (δηλαδή να εσοδεύσει το προϊόν της ανάπτυξης) που προσέδωσε ο εκάστοτε πολίτης στην χρηματοδότηση που έλαβε.

Η χρηματοδότηση αυτή, από τη φύση της, δεν έχει καμία αξία, ούτε καν σταθερή αξία (ελέω του πληθωρισμού). Οι χρηματοδότες το γνωρίζουν αυτό καλά. Γι' αυτό και στόχος τους είναι πια τα πάγια περιουσιακά στοιχεία που δημιουργήθηκαν με τη χρήση του fiat money, δηλαδή η πραγματική αξία που παρήχθη με τη χρήση μιας οικονομικής φενάκης. Τα πάγια αυτά στοιχεία, είναι τα μόνα που διατηρούν μια πραγματική υπόσταση και πάντως, μια πραγματική, χρηστική και προστιθέμενη αξία, σε σχέση με την αρχική χρηματοδότηση. 

Ώστε, εν τέλει, με την τρέχουσα ακολουθούμενη πρακτική φαίνεται ότι οι χρηματοδότες κατάφεραν αυτό που από τους Νόμους της Φυσικής μοιάζει αδύνατο: 
Δημιούργησαν κάτι από το τίποτα.
Δημιούργησαν ύλη από το μηδέν.
Πούλησαν αέρα και επιδιώκουν να εισπράξουν τώρα την υπεραξία. 
Και αυτό το κάτι, τώρα, το θέλουν πίσω με κάθε τρόπο. 

Υπό την έννοια αυτή, αποδεικνύεται η τεράστια απάτη της ίδιας της έννοιας του χρήματος. Η εξασφάλιση μιας απάτης δεν αποτελεί (τουλάχιστον, κατά τη δική μου αντίληψη) δικαστική και δικαιϊκή προτεραιότητα. Και ως απόδειξη όσων ισχυρίζομαι, επικαλούμαι την κατωτέρω δημοσίευση.


Πηγή: Καθημερινή





"Ιλιγγιώδης η άνοδος του εικονικού νομίσματος bitcoin

Αναλυτές εκτιμούν ότι η εκτόξευση από τα 20 στα 147 δολάρια μέσα σε δύο μήνες ίσως σχετίζεται με ρωσικά ή κυπριακά κεφάλαια





Η αγορά μιας πίτσας ενδέχεται να σφραγίσει την ιστορία των οικονομικών: το Μάιο του 2010, ένας προγραμματιστής ονόματι Λάζλο ρώτησε σ' ένα φόρουμ στο Ίντερνετ αν μπορούσε κάποιος να του παραδώσει μια πίτσα έναντι 10.000 bitcoins, ενός πειραματικού εικονικού νομίσματος που έκανε την εμφάνισή του το 2009."Χωρίς αντζούγιες ή άλλες εκκεντρικές γαρνιτούρες», διευκρίνιζε ο Λάζλο στο αίτημά του.

Με την ισοτιμία του bitcoin εκείνη την εποχή, η παραγγελία του ισοδυναμούσε με περίπου 41 δολάρια. Σήμερα η πίτσα του θα άξιζε 1,4 εκατομμύριο δολάρια (1,09 εκατ. ευρώ).

Την περασμένη Παρασκευή, το bitcoin ανταλλασσόταν γύρω στα 135 δολάρια και το εικονικό αυτό νόμισμα είχε φτάσει στην αρχή της εβδομάδας τα 147 δολάρια, ενώ στις αρχές Φεβρουαρίου η ισοτιμία του ήταν γύρω στα 20 δολάρια.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν πως αυτή η ιλιγγιώδης άνοδος ενός νομίσματος που ήταν άγνωστο μέχρι πριν από λίγο καιρό μπορεί να προκλήθηκε από ρώσους και κυπρίους επενδυτές που αγοράζουν bitcoins για να προφυλάξουν τα ευρώ τους την ώρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης της Κύπρου.

Άλλοι εκφράζουν φόβους ότι παρακολουθούμε τη γέννηση μιας νέας χρηματοπιστωτικής «φούσκας», η οποία θα μπορούσε σύντομα να γνωρίσει την τύχη που είχαν άλλες «φούσκες» του Ίντερνετ, δηλαδή να σκάσει.

"Είναι κάτι εντελώς παράλογο», δήλωσε προς το Γαλλικό Πρακτορείο ο Γιανίκ Νο, διαχειριστής χαρτοφυλακίου της επενδυτικής εταιρείας Glendevon King Asset Management με έδρα το Λονδίνο, ολοένα και περισσότεροι πελάτες του οποίου ζητούν πληροφορίες για τα bitcoins. «Ως επενδυτής, είναι αδύνατο να δώσω μια ορθολογική αξία στο bitcoin», προσθέτει ο Νο.

Το bitcoin επινοήθηκε το 2009 από έναν ειδικό στην πληροφορική ο οποίος κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Σατόσι Νακαμότο και επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα νόμισμα που να μην εξαρτάται από καμιά κεντρική τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό θεσμό. Ένα είδος ηλεκτρονικού νομίσματος δημιουργημένου από κομμάτια πολύπλοκων κωδίκων πληροφορικής που δημιουργούνται αυτόματα από υπολογιστή, μια διαδικασία που αποκαλείται «εκτύπωση» και μπορεί θεωρητικά να αναπαραχθεί από οποιονδήποτε έχει στην κατοχή του έναν υπολογιστή.

Το λογισμικό είναι προγραμματισμένο ώστε να παρουσιάζει εκθετική δυσκολία στην «εκτύπωση» νέων bitcoins, ο συνολικός αριθμός των οποίων σε κυκλοφορία είναι περιορισμένος στα 21 εκατομμύρια.

Μόλις δημιουργηθούν, τα bitcoins αποθηκεύονται στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή του ιδιοκτήτη τους, σ' ένα εικονικό πορτοφόλι, και μπορούν να ανταλλάσσονται με τρίτους. Τέτοιες συναλλαγές γίνονται χωρίς να χρειάζεται να περάσει κανείς από την τράπεζα και παραμένουν ανώνυμες.

Όμως είναι και επικίνδυνες: τον Ιούνιο του 2011, χάκερ επιτέθηκαν σε εικονικά πορτοφόλια τα οποία άδειασαν εν αγνοία των ιδιοκτητών τους.

Τα bitcoins δημιούργησαν μια θέση στο «βαθύ διαδίκτυο», ένα μυστικό και σκοτεινό τμήμα του Ίντερνετ στο οποίο κινούνται μόνον οι μυημένοι και όπου οι λαθρέμποροι ναρκωτικών συγχρωτίζονται με παρόχους απαγορευμένων υπηρεσιών.

Όμως οι μανιώδεις λάτρεις της πληροφορικής έχουν κι αυτοί υιοθετήσει το bitcoin, καθώς πολλοί έμποροι άρχισαν να το χρησιμοποιούν μέσα στους τελευταίους μήνες. Μικροέμποροι ανταλλάσσουν προϊόντα με bitcoins και σημαντικές συναλλαγές οδήγησαν το εικονικό νόμισμα κάτω από τα φώτα των προβολέων.

Ένας αμερικανός πολίτης δήλωσε πως πούλησε την Porsche του για 300 bitcoins και ένας Καναδός διαθέτει προς πώληση το σπίτι του ζητώντας ως αντίτιμο bitcoins.

Ο Ρόμπερτ Ουόκερ, ένας λονδρέζος δημιουργός στον ψηφιακό τομέα, δηλώνει πως αγόρασε σχεδόν 200 bitcoins σε έξι μήνες από το τέλος του 2011. Λέει πως γοητεύθηκε από την ιδέα ότι το Ίντερνετ θα εκτυπώσει το δικό του νόμισμα, καθώς και με την προοπτική να μπορεί να επενδύει εκτός του πλαισίου που θέτει οποιαδήποτε συγκεντρωτική αρχή.

Η αγορά του, του κόστισε περίπου 900 δολάρια, αλλά με τη σημερινή ισοτιμία θα του απέφερε σχεδόν 27.000 δολάρια. Όμως παρά την άνοδο της ισοτιμίας, δεν θέλει να εξαργυρώσει το εικονικό κέρδος του, τουλάχιστον προς το παρόν.

"Δεν είναι --προς το παρόν-- ένα ποσό που θα άλλαζε τη ζωή μου, αλλά θα μπορούσε να γίνει, αν τα κρατήσω πέντε χρόνια», λέει ο Ουόκερ.

Γαι τον Γιανίκ Νο, η αξία του εικονικού νομίσματος έχει φτάσει σε επίπεδα που δεν μπορούν να υποστηριχθούν. Στα χαρτιά, η αξία των bitcoins που βρίσκονται σε κυκλοφορία ανέρχεται σε 1 δισεκατομμύριο δολάρια.

"Η φούσκα θα σκάσει όταν οι εισερχόμενοι (στην αγορά του bitcoin) θα είναι λιγότεροι απ' αυτούς που θα επιθυμούν να βγουν απ' αυτή. Είναι δύσκολο να το υπολογίσει κανείς, αλλά δεν πρόκειται να διαρκέσει άλλον ένα μήνα σ' αυτή την τιμή», καταλήγει.
Πηγή: ΑΜΠΕ"

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Περί αλληλόχρεου λογαριασμού (2)

Σε συνέχεια αυτού του άρθρου μου, που αναφέρεται στον αλληλόχρεο λογαριασμό, ως απόπειρα αθέμιτου τραπεζικού πλουτισμού, δημοσιεύω μια εξαιρετική απόφαση που εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, συντιθέμενο από την Πρόεδρο Πρωτοδικών, κα Αικατερίνη Μπετσικώκου, την κα Γ. Γκίντζου (Εισηγήτρια) και τον κο Η. Κυριακάκη, με την συνδρομή του φίλου και συναδέλφου μου, Δικηγόρου Κορίνθου, Γιώργου Μπλέσιου, παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των ανακοπτόντων.

Στην απόφαση, μεταξύ άλλων, γίνεται δεκτό ότι τα οφελήματα που παρέχονται στην τράπεζα στο πλαίσιο λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι ανεπίτρεπτα και ότι η ονοματοδοσία που επέλεξαν τα μέρη για τη σύμβαση είναι αδιάφορη για το Δικαστήριο της ουσίας.

Σχόλιο του γράφοντος:
Εξαιρετική απόφαση η οποία αντιλαμβάνεται (κατά την άποψή μου, απολύτως σωστά) ότι η ύπαρξη και η λειτουργία ενός αλληλόχρεου λογαριασμού έχει πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες εάν δεν πληρούνται, τότε δεν πρόκειται περί αλληλόχρεου λογαριασμού αλλά περί απλού δανείου, το οποίο, όμως καθιστά ανεπίτρεπτα τα προνόμια που επεφύλαξε για τον εαυτό της η τράπεζα ονοματοδοτώντας μονομερώς τις δανειακές συμβάσεις ως αλληλόχρεους λογαριασμούς (όπως ιδίως η δυνατότητα περί τρίμημου ανατοκισμού των τόκων).


ΕΔΑΔ: Weissman κατά Ρουμανίας

Αναρτώ την απόφαση του ΕΔΑΔ, της 24-5-2006, Weissman κατά Ρουμανίας, όπως μου ζητήθηκε και ζητώ συγγνώμη για την καθυστέρηση.
Δυστυχώς η μετάφραση του κειμένου επαφίεται στον κάθε αναγνώστη, αφού η πρωτότυπη απόφαση δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και από τον επίσημο ιστότοπο του ΕΔΑΔ διατίθεται μόνο σε δυο γλώσσες (αγγλική και Γαλλική).

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

ΜονΠρωτΑθ 669/2013: Αντισυνταγματική η αύξηση του δικαστικού ενσήμου



Αριθμός απόφασης 669/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Χαράλαμπο Σεβαστίδη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελευθερία Χρανιώτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2013 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Κατά την απολύτως κρατούσα θέση της νομολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής επιτρέπεται μεν στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια, οι προϋποθέσεις όμως αυτές πρέπει αφενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης αφετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα επερχόταν άμεση ή έμμεση κατάλυση του κατά την προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 675/2010, NOMOS∙ βλ. και ολΣτΕ 3087/2011, NOMOS, καθώς και ολΣτΕ 3470/2007, NOMOS, η οποία έκρινε αντισυνταγματική την διάταξη του άρθρου 277 παρ. 3 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία θέσπισε, προκειμένου περί χρηματικών φορολογικών διαφορών, την επί ποινή απαραδέκτου υποχρέωση καταβολής αναλογικού παραβόλου έφεσης, ανερχόμενου σε ποσοστό του αντικειμένου της διαφοράς, χωρίς παράλληλα να καθορίζεται στο νόμο σχετικό ανώτατο όριο για το ποσό του καταβλητέου παραβόλου). Περαιτέρω, κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ εγγυάται το δικαίωμα καθενός να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το κράτος, πλην όμως οι θεσπιζόμενοι κάθε φορά περιορισμοί είναι συμβατοί με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, αν επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και αν υπάρχει ένας λογικός βαθμός αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του επιδιωκόμενου σκοπού. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ τονίζει ότι οι περιορισμοί αυτοί θεωρούνται δυσανάλογοι, ιδίως όταν επιβάλλονται σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας (βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ Weissman κατά Ρουμανίας της 4.6.2006 (no. 63945/00)).
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Γ.1. περ. 6 Ν. 4093/2012 αντικαταστάθηκε το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. ΓπΟΗ/1912 και ορίζει πλέον ότι «το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8‰) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου», ενώ στη συνέχεια το εδ. β΄ της διάταξης αυτής προβλέπει πρόσθετες επιβαρύνσεις, που υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου. Με την διάταξη αυτή του Ν. 4093/2012 το ποσό του δικαστικού ενσήμου υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με το ποσό που μέχρι τότε προβλεπόταν και ίσχυε για πολλές δεκαετίες, αφού από το έτος 1954 παρέμεινε το ποσοστό του 4‰ αμετάβλητο. Η Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4093/2012 αναφέρει σε σχέση με το δικαστικό ένσημο ότι «η προτεινόμενη αύξηση αυτού κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να αποτραπεί η προπετής άσκηση αγωγών». Η διάταξη αυτή του Ν. 4093/2012 εντάσσεται στην γενικότερη επιλογή του νομοθέτη για αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου, όπως αυτή αποτυπώθηκε για πρώτη φορά με το άρθρο 70 Ν. 3994/2011, που επέκτεινε την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές. Σύμφωνα, εξάλλου, με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3994/2011 η νομοθετική αυτή επιλογή έχει σκοπό αφενός την αύξηση των δημοσίων εσόδων αφετέρου την αποφυγή συζήτησης προπετών και αβάσιμων αγωγών.
II. Υπό την εκδοχή ότι το μέτρο αυτό εξυπηρετεί την λειτουργία της δικαιοσύνης, με την έννοια αφενός της συμμετοχής κάθε πολίτη, που ζητεί έννομη προστασία, στο κόστος λειτουργίας του θεσμού αυτού αφετέρου της αποφυγής προπετούς άσκησης της αγωγής, η υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αύξηση (και συγκεκριμένα ο υπερδιπλασιασμός) του ποσού του δικαστικού ενσήμου, συνιστά μέτρο προδήλως αντισυνταγματικό και ανίσχυρο, αφού παραβιάζονται τα άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, ο επικαλούμενος σκοπός της αποφυγής προπετούς άσκησης αγωγών είναι αναμφίβολα θεμιτός. Αντίθετα, δεν ισχύει το ίδιο και για το σκοπό συμμετοχής του πολίτη κατά ένα μέρος στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το Δημόσιο και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Σε κάθε περίπτωση το θεμιτό του σχετικού περιορισμού πρέπει να έχει ως αφετηρία την σκέψη ότι η συμμετοχή του πολίτη στο κόστος λειτουργίας των Δικαστηρίων δεν σημαίνει κάλυψη όλων των σχετικών δαπανών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να υπολογιστούν και να επιμεριστούν σε κάθε διάδικο, αλλά επιβολή ενός μικρού χρηματικού ποσού, που μπορεί να καταβάλει κάθε πολίτης, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση. Οι επιδιωκόμενοι αυτοί σκοποί, πάντως, δεν είναι αρκετοί για την δικαιολόγηση της προαναφερόμενης αύξησης του δικαστικού ενσήμου.
Ειδικότερα, το μέτρο αυτό και κατ’ επέκταση ο με τον τρόπο αυτό περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν κρίνεται αναγκαίος ούτε πρόσφορος για τον περιορισμό της προπετούς άσκησης αγωγών. Και τούτο διότι λαμβάνεται σε πρώιμο στάδιο, όταν δεν έχει μεσολαβήσει καμία δικαστική κρίση, με αποτέλεσμα το ίδιο (δυσβάσταχτο) εμπόδιο να τίθεται σε κάθε πολίτη για την άσκηση όχι μόνο των αβάσιμων αλλά και κάθε άλλης αγωγής. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει ένας λογικός βαθμός αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου (αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου) και του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού, ενόψει και του ότι ο με τον τρόπο αυτό περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη επιβάλλεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην κρίνεται ανεκτός, σύμφωνα και με την νομολογία του ΕΔΔΑ που προαναφέρθηκε. Έτσι, με το να τίθεται εμπόδιο στην άσκηση κάθε αγωγής επέρχεται ουσιαστικά κατάλυση του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Εξάλλου, η αποτροπή άσκησης αβάσιμων αγωγών συνδέεται και με την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, με αποτέλεσμα όσοι έχουν την σχετική δυνατότητα να μπορούν και μετά την αύξηση του δικαστικού ενσήμου να συνεχίσουν να ασκούν αβάσιμες αγωγές, σε αντίθεση με τους οικονομικά ασθενείς πολίτες, οι οποίοι πλέον στερούνται το δικαίωμά τους να ζητήσουν δικαστική προστασία για αξιώσεις που πράγματι έχουν. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το αβάσιμο ή μη μιας αγωγής δεν μπορεί να ελεγχθεί εκ των προτέρων με γενικά και αόριστα κριτήρια και επομένως η αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου περιορίζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας γενικώς και αδιακρίτως, με αποτέλεσμα να θίγεται πλέον ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (βλ. και τις σχετικές σκέψεις της μειοψ. στην ολΣτΕ 3470/2007, NOMOS). Εξάλλου, στην νομοθεσία μας υπάρχουν πολλές διατάξεις για τον περιορισμό της άσκησης προφανώς αβάσιμων αγωγών, όπως το άρθρο 205 ΚΠολΔ, που προβλέπει την επιβολή χρηματικών ποινών και οι διατάξεις των άρθρων 173 επ. ΚΠολΔ, που προβλέπουν την καταδίκη στην πληρωμή δικαστικών εξόδων σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι και η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, εκφράζοντας τις θέσεις της επί του νομοσχεδίου, που στη συνέχεια ψηφίστηκε και αποτέλεσε τον Ν. 3994/2011, είχε αμφιβολίες για το αν η επέκταση της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές (που όπως ήδη αναφέρθηκε εντάσσεται στην νομοθετική επιλογή για αύξηση του εισπραττόμενου από το Δημόσιο τέλους δικαστικού ενσήμου) τελεί σε αναλογία προς τον σκοπό αυτό, δηλ. της αποφυγής προπετούς άσκησης των αγωγών.
Περαιτέρω, ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού της συμμετοχής των πολιτών στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι ο επί πολλές δεκαετίες υπολογισμός του δικαστικού ενσήμου σε ποσοστό 4‰ κάλυπτε τις λειτουργικές ανάγκες της δικαιοσύνης, χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα αύξησης του σχετικού ποσού. Επομένως, δεδομένου ότι το κόστος λειτουργίας των δικαστηρίων έχει σήμερα μειωθεί κατά πολύ, λόγω της συγχώνευσης σημαντικού αριθμού Δικαστηρίων, μείωσης των αποδοχών των Δικαστικών Λειτουργών και των γραμματέων των Δικαστηρίων, ο υπερδιπλασιασμός του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν κρίνεται αναγκαίος για την επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού.
Επίσης, με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου, υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, δηλ. την μείωση των αποδοχών όλων των εργαζομένων σε υψηλά ποσοστά, που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά και το 50% και την υπέρμετρη (άμεση και έμμεση) φορολόγηση κάθε μορφής επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας, θίγεται πλέον ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος για παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, καθώς σημαντικός αριθμός πολιτών δεν μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της αγωγής που προτίθεται να ασκήσει. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να αποτραπεί με επίκληση των διατάξεων των σχετικών με το ευεργέτημα πενίας ή την παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας, δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές αναφέρονται σε πολίτες εντελώς εξαθλιωμένους, το εισόδημα των οποίων είναι κατά πολύ μικρότερο από τα όρια φτώχειας, όπως αυτά καθορίζονται διεθνώς. Πλην, όμως, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων, αλλά στο σύνολο των πολιτών ούτε μπορεί να απαιτηθεί από την Πολιτεία η οικονομική εξάντληση των πολιτών για να επιτύχουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο συνυπολογισμός του τέλους δικαστικού ενσήμου στη δικαστική δαπάνη, που θα επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος του ηττηθέντος εναγομένου, δεν είναι αρκετός για την άρση των δυσμενών σε βάρος του ενάγοντος συνεπειών από την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τις συνθήκες που διαμορφώνονται κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, δηλαδή κατά τον χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της αγωγής. Πράγματι, αν ο πολίτης αδυνατεί να καταβάλει το δικαστικό ένσημο δεν θα προσφύγει στη δικαιοσύνη, χωρίς το αποτέλεσμα αυτό να αποτρέπεται από την ενδεχόμενη μελλοντική είσπραξή του από τον εναγόμενο. Εξάλλου, η είσπραξη του τέλους αυτού από τον εναγόμενο προϋποθέτει δυνατότητα εκτέλεσης σε βάρος του τελευταίου, η οποία δεν είναι πάντοτε δεδομένη.
III. Η πρόβλεψη υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου είχε χαρακτηριστεί αρχικά από τη νομολογία του Αρείου Πάγου ως μέτρο με φορολογικό χαρακτήρα (βλ. έτσι και ΑΠ 624/1972, ΝοΒ (21/1973), 21). Η άποψη αυτή, όμως, προσαρμόστηκε στη συνέχεια στη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι οι θεσπιζόμενοι κάθε φορά περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για να είναι συμβατοί με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ πρέπει να επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και να επιβάλλονται από το συμφέρον χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Όπως, όμως, ήδη αναφέρθηκε η αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου με τον Ν. 4093/2012 εντάσσεται στην νομοθετική επιλογή για αύξηση της σχετικής επιβάρυνσης των πολιτών, με κύριο σκοπό την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Υπ’ αυτή την εκδοχή, επομένως, συνιστά μέτρο αντισυνταγματικό, αφού κατά την προαναφερόμενη πάγια νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, αλλά και την θέση του ΕΔΔΑ δεν συνδέεται με την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και επομένως δεν αποτελεί θεμιτό σκοπό για τον περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής ακροάσεως. Εξάλλου, μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, που θα δικαιολογούσε σε κάθε περίπτωση την παραβίαση του δικαιώματος του πολίτη για πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
IV. Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις προκύπτει το συμπέρασμα ότι η αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου και των επ’ αυτού υπολογιζόμενων επιβαρύνσεων με τον Ν. 4093/2012, αλλά και με μεταγενέστερες αυτού διατάξεις είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική και μη συμβατή με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, εξακολουθεί και σήμερα να αρκεί για την συζήτηση καταψηφιστικής αγωγής, χωρίς να επέρχονται οι συνέπειες της πλασματικής ερημοδικίας, η καταβολή από τον ενάγοντα του τέλους δικαστικού ενσήμου με τις σχετικές επιβαρύνσεις, όπως αυτό υπολογιζόταν πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4093/2012.

Ο ενάγων της δεύτερης αγωγής ισχυρίζεται ότι ……………………………
Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες επιβαρύνσεις (βλ. το με αριθμό 212356 γραμμάτιο αγωγοσήμου με τα επ’ αυτού επικολληθέντα ένσημα του Ταμείου Νομικών), που υπολογίστηκε νομίμως κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω μείζονα σκέψη με βάση το προβλεπόμενο ποσοστό και τις επιβαρύνσεις που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4093/2012, αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 16 αριθ. 12, 31 και 35 ΚΠολΔ) για να δικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 914 ΑΚ, 1, 2, 10 παρ. 1 Ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», 173 επ., 907 και 908 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση δεύτερη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

…………………..

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, δίχως την παρουσία των διαδίκων, στην Αθήνα, στις 28.3.2012.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ  

 

πηγή: dikastis.gr

de jure app