Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

ΜονΠρωτΚορίνθου 119/2015: Ακυρώνεται Διαταγή Πληρωμής

Με την εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε επί τη βάσει σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος, όμως, ετράπη σε τοκοχρεολυτικό δάνειο. 

Εφόσον αποκρύφτηκε η πραγματική αιτία πληρωμής και δεν αναφέρθηκε ούτε στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης, ούτε στην ίδια τη Διαταγή Πληρωμής, ο (μοναδικός!) λόγος ανακοπής κρίθηκε βάσιμος και ακυρώθηκε στο σύνολό της η Διαταγή πληρωμής.

Το κείμενο της απόφασης μπορείτε να το κατεβάσετε σε μορφή pdf από ΕΔΩ, ενώ για όποιον θέλει να το μελετήσει, παρατίθεται αυτούσιο παρακάτω

Ειρ Αθηνών 193/2015: Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη αίτηση ασφαλιστικών νομής




Εάν θέλετε να κατεβάσετε την απόφαση σε μορφή pdf κάντε κλικ ΕΔΩ

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Απόκρουση της ένστασης αοριστίας στη δίκη της ανακοπής (2)

Σε συνέχεια προηγούμενης ανάρτησης, αναφορικά με την απόκρουση της ένστασης αοριστίας στη δίκη της ανακοπής, επανέρχομαι με ένα επιπλέον επιχείρημα, το οποίο έχει να κάνει με την ίδια τη νομική φύση των προβαλλόμενων λόγων ανακοπής.

Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που ο ανακόπτων επικαλείται ακυρότητα κάποιου ή κάποιων εκ των ΓΟΣ της δανειακής σύμβασης, η ακυρότητα, σύμφωνα με το πραγματικό του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που τον απαγορεύει, εμποδίζει τη γένεση του δικαιώματος και προβάλλεται δικονομικά, όπως παραπάνω, με τη μορφή δηλαδή, καταχρηστικής διακωλυτικής ένστασης δεν έχει δικονομικό βάρος να επικαλεστεί πρόσθετα και το ποσό, που λόγω της ακυρότητας πρέπει να μειωθεί δήθεν η απαίτηση του αντιδίκου του.

Η ακυρότητα, σε κάθε περίπτωση, ανατρέχει ex tunc (εξ υπαρχής δηλαδή, της σύμβασης) και η απαίτηση που δεν υπήρξε (δεν γεννήθηκε) δεν μπορεί να αποσβεστεί ή μειωθεί. 

Ως εκ τούτου η απαίτηση μιας μερίδας Δικαστών να προσδιορίζονται (από τους εκάστοτε ανακόπτοντες) τα επιμέρους μη νόμιμα κονδύλια, τα οποία ενσωματώθηκαν σε Διαταγή Πληρωμής, είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη.

Προσωπικό σχόλιο: 
Μου είναι αδιανόητο, να υποδεικνύεται σε έναν άνθρωπο η αδικία, κι αυτός να κοιτάζει το δάχτυλο. Ιδίως, όταν ο άνθρωπος αυτός υποτίθεται ότι ορκίστηκε και τάχθηκε να πατάσσει την αδικία, και μάλιστα, "στο όνομα του Ελληνικού Λαού", τον οποίο τελικά, αναγκάζει να την υφίσταται...

Η βάση παρατίθεται παρακάτω αυτούσια, για ανάγνωση, ενώ όποιος επιθυμεί μπορεί να την κατεβάσει σε μορφή επεξεργάσιμου κειμένου από ΕΔΩ



Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Βάση ανακοπής για εκτοκισμό επί έτους 377 ημερών

Η ανάρτηση αυτή πραγματεύεται τον διπλό εκτοκισμό της ημερομηνίας έναρξης και λήξης κάθε εκτοκιστικής περιόδου, δηλαδή τον διπλό εκτοκισμό της ημερομηνίας έναρξης και λήξης της κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης, στον οποίο προβαίνει, κατά πάγιο τρόπο, κραταιά συστημική τράπεζα της Ελλάδας.

Η εν λόγω τράπεζα αναφέρει στους συμβατικούς όρους των δανειακών της συμβάσεων ότι κάθε μήνας θεωρείται ότι έχει διάρκεια των 30,4166 ημερών. Έτσι, ισχυρίζεται ότι προβαίνει σε εκτοκισμό επί έτους (30,4166 Χ 12 =) 364,9992 ημερών (και κατά στρογγυλοποίηση, 365 ημερών). 

Ωστόσο, όπως θα δείτε, ο ισχυρισμός αυτός είναι απολύτως παρελκυστικός και δεν ισχύει στην πραγματικότητα.

Αναγκαστικά, επειδή το ζήτημα είναι τεχνικό, στην ανάρτηση χρησιμοποιούνται παραδειγματικές εκτοκιστικές περίοδοι, παραδειγματικές ημερομηνίες αξίας (λογισμού) και παραδειγματικό επιτόκιο. Η τελική υπαγωγή κι εξαγωγή των επιμέρους κονδυλίων εναπόκειται να γίνει από τον εκάστοτε εφαρμοστή του Δικαίου.

Η βάση έχει ως ακολούθως:

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Πόσο νόμιμα είναι τα δάνεια σε συνάλλαγμα (2)


Με αφορμή την ανάγνωση του εφετηρίου δικογράφου, που κατέθεσε η ηττηθείσα διάδικος-τράπεζα, στην περίπτωση της ιστορικά πρώτης απόφασης που εξέδωσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, στο οποίο επικαλείται (μεταξύ άλλων) την απορρέουσα εκ του Ν. 5422/1932, υποχρέωση των καταναλωτών, να καταβάλλουν την εκάστοτε τοκοχρεωλυτική δόση τους στην εκάστοτε τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης (δηλαδή, του Ελβετικού Φράγκου), παρατηρητέο τυγχάνει ότι το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932 είναι ακριβώς αυτό, με το οποίο απαγορεύεται απολύτως η χορήγηση δανείων σε συνάλλαγμα στην Ελλάδα. 

Έτσι, σε συνέχεια προηγούμενης ανάρτησής μου, επανέρχομαι με κάποιες σκέψεις σχετικά με την εν λόγω νομική βάση. 

i. Ο ΝΟΜΟΣ 5422/1932

Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932, τίθεται γενική απαγόρευση συνομολόγησης υποχρεώσεων και δανείων στην ημεδαπή σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, ενώ οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν νομίμως να συναφθούν μόνο όπου ο νόμος προβλέπει ρητά, όπως έχει επί λέξει:

«Άρθρο 11.
Απαγορεύεται η χορήγησις δανείων εις δραχμάς επί ενεχύρω χρυσού, ξένων νομισμάτων, συναλλάγματος και ξένων χρεωγράφων.
"Ομοίως απαγορεύεται η συνομολόγησις υποχρεώσεων εν τη ημεδαπή εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα δια δανείων ή άλλων συμβάσεων εξαιρέσει των υπό των εν Ελλάδι Κτηματικών Τραπεζών συναπτομένων ενυποθήκων δανείων, των δανείων των αφορώντων χρηματοδότησιν του εισαγωγικού εμπορίου (ως και ασφαλιστικών συμβολαίων).

*** Το εντός "" εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ.3 του Ν.Δ. της 14/14 Ιουλ. 1932, αι εντός ( ) λέξεις διεγράφησαν δια του άρθρ. 6 του Α.Ν. 800/1937.

"4. Ομοίως απαγορεύεται η εν τη ημεδαπή σύναψις ασφαλίσεων εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα επί του εξωτερικού.

5. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η σύναψις ασφαλίσεων εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα επί του εξωτερικού α) σωμάτων πλοίων και αεροπλάνων, β)μεταφορών εισαγομένων και εξαγομένων εις το εξωτερικόν εμπορευμάτων, γ)εις εξαιρετικάς άλλας περιπτώσεις δι` ας απαιτείται άδεια της Τραπέζης της Ελλάδος λαμβανομένη μετ` απόφασιν της Ανωτάτης Διοικήσεως Οικονομικής Αμύνης πλην της συνάψεως ασφαλειών ζωής, απαγορευομένης απολύτως.

"6) Οι μεταφορές κεφαλαίων που απαιτούνται για την σύναψη και εκτέλεση των ασφαλιστικών συμβάσεων, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί κινήσεως κεφαλαίων. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και μετά από πρόταση της Τράπεζας Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος ".

*** Η παρ.6 που είχε τροποποιηθεί με το άρθρ.25 ΠΔ ΙΙ8/1985 (ΦΕΚ Α` 35) αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ.51 Ν.Δ. 400/1970 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 ΠΔ 252/1996 (Α 186) "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις, α) των Κοινοτικών Ασφαλιστικών οδηγιών 88/357/ΕΟΚ, 90/618/ΕΟΚ,90/619/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 91/674/ΕΟΚ, β) της οδηγίας 91/371/ΕΟΚ, συμφωνία ΕΟΚ - Ελβετικής Συνομοσπονδίας, γ) της απόφασης 94/1,2/ΕΚΑΧ, ΕΚ, συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και δ) της συνθήκης για την προσχώρηση της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.»

ii. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ Ν. 5422/1932

Όπως από τα ανωτέρω νομοθετήματα προκύπτει εναργώς, ο ιστορικός Έλληνας νομοθέτης, είχε απαγορεύσει τη χορήγηση δανείων σε συνάλλαγμα ήδη από το 1932 και επέτρεπε τη συνομολόγηση τέτοιων «υποχρεώσεων» (κατά την ακριβή διατύπωση του Νόμου), μόνο κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με τις ρητές εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932.

Δηλαδή, με το άρθρο 11 του ανωτέρω Νόμου ετέθη γενική απαγόρευση συνομολόγησης υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα πλην των προβλεπομένων στο νομοθετικό κείμενο ειδικότερων εξαιρέσεων υπέρ «υπό των εν Ελλάδι Κτηματικών Τραπεζών συναπτόμενων ενυπόθηκων δανείων, των δανείων των αφορώντων χρηματοδότηση του εισαγωγικού εμπορίου».

Αν και η γραμματική διατύπωση του νόμου, με την επιλογή ασύνδετου συντακτικού σχήματος από τον Νομοθέτη, με τη χρήση του κόμματος (,) σε πρώτη ανάγνωση δεν ευνοεί την εξαγωγή σαφούς συμπεράσματος, ωστόσο, όπως προκύπτει από την τελολογική αλλά και την γραμματική ερμηνεία του νομοθετήματος, αυτή η απαγόρευση είναι οριζόντια και απόλυτη και δεν δύναται να την υπερβεί κανείς, πλην των ρητών εξαιρέσεων, που ο ίδιος ο Νόμος περιλαμβάνει, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω.

Κατ’ αρχάς, στο ίδιο το κείμενο του άρθρου 11 του Ν. 5422/1932, δεν περιλαμβάνεται νομοθετική εξουσιοδοτική διάταξη, ούτε προς την (καταργηθείσα) Νομισματική Επιτροπή, ούτε προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, ο οποίος υπεισήλθε στις αρμοδιότητες της καταργηθείσας Νομισματικής Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 1 του Ν. 1266/1982, ούτε προς το Συμβούλιο Νομισματικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο θεσπίζεται με το άρθρο 35Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδας και κυρώθηκε με τον Ν. 3424/1927, ώστε κάποιος εκ των ανωτέρω φορέων να μπορεί να τροποποιεί τη ρητή νομοθετική πρόβλεψη, περί της απαγόρευσης συνομολόγησης δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα εν γένει, με κανονιστικές διοικητικές πράξεις του 

Κατ’ επέκταση, δεν θα μπορούσε να περιληφθεί και εν τέλει, δεν συμπεριελήφθη στις αρμοδιότητες κανενός από τα διοικητικά αυτά όργανα, όπως οι αρμοδιότητες αυτές αναφέρονται ανωτέρω, η διακριτική ευχέρεια ή η δέσμια αρμοδιότητά τους, περί καθορισμού του νομίσματος, με το οποίο δύνανται να αναληφθούν δανειακές υποχρεώσεις εντός της Ελληνικής Επικράτειας.

Τούτο, συμβαίνει, ακριβώς, διότι επιτρεπτική νομοθετική εξουσιοδοτική διάταξη, δεν υπήρξε ποτέ. Την συγκεκριμένη αρμοδιότητα φέρεται να την ασκεί αποκλειστικά ο Νομοθέτης, ο οποίος δεν επιθυμεί, ούτε στο πλαίσιο δέσμιας αρμοδιότητας των διοικητικών οργάνων, ούτε στο πλαίσιο της όποιας νομοθετικά εξουσιοδοτημένης διακριτικής ευχέρειάς τους, τη ρύθμιση των θεμάτων αυτών δια κανονιστικών διοικητικών πράξεων. Πρόκειται, δηλαδή, για αρμοδιότητα της Νομοθετικής εξουσίας, η οποία νομοθετεί και τα νομοθετήματα αυτής υλοποιούνται από τα Κυβερνητικά Όργανα και εν γένει τη Διοίκηση. Αυτή η αρμοδιότητα καθ’ οιοδήποτε μέρος της, ουδέποτε παραχωρήθηκε σε οποιοδήποτε διοικητικό όργανο.

Ώστε, το άρθρο 11 του Ν.5422/1932 δεν περιλαμβάνει καμία εξουσιοδοτική διάταξη για τα ζητήματα τα οποία ρυθμίζει, αναφορικά με την σύναψη δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα. Κατά τούτο αναδεικνύεται η σαφής βούληση του ιστορικού Έλληνα νομοθέτη, να ρυθμίσει ο ίδιος και απολύτως ειδικά τις όποιες υποχρεώσεις αυτής της φύσεως. Για το λόγο αυτό, ορίζει ρητά στο νομοθετικό κείμενο, ποιες είναι οι επιτρεπόμενες να διενεργούνται σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα πράξεις στην Ελλάδα.

Αλλά ακόμα κι αν ήθελε θεωρηθεί, ότι υπάρχει οποιαδήποτε διοικητική πράξη, είτε της Νομισματικής Επιτροπής, είτε του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, είτε του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, όπως ιδίως η υπ’ αριθμ ΠΔΤΕ 2325/1994, με την οποία επιχειρείται η παράκαμψη της εν λόγω απαγόρευσης, τότε αυτόματα η εν λόγω διοικητική πράξη είναι παράνομη, διότι έχει εκδοθεί ελλείψει σχετικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, συνιστά παράβαση του Συντάγματος, παράβαση κατ’ ουσία διατάξεως Νόμου, έχει εκδοθεί κατά νόσφιση εξουσίας και ως εκ τούτου, πρέπει, έστω και παρεμπιπτόντως, να κριθεί ανυπόστατη και σε κάθε περίπτωση άκυρη ως αντισυνταγματική, αφού στο πλαίσιο του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της Συνταγματικότητας των Νόμων, των κανονιστικών διοικητικών πράξεων, των γενικών ατομικών διοικητικών πράξεων και των απλών ατομικών διοικητικών πράξεων, από τα Ελληνικά Δικαστήρια, πρέπει να κριθεί ότι αντίκειται στην Συνταγματικά κατοχυρωμένη διάκριση μεταξύ της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της διοικητικής εξουσίας και υπεισέρχεται σε ζήτημα, την αρμοδιότητα ρύθμισης του οποίου ουδέποτε και με κανέναν τρόπο δεν εκχώρησε ο ιστορικός Έλληνας Νομοθέτης, προς οποιοδήποτε διοικητικό όργανο.


Συνεπώς, με μια πρώτη ανάγνωση, διαπιστώνεται ευχερώς ότι η κείμενη νομοθετική απαγόρευση δεν είναι δυνατό να παρακαμφθεί, με καμία διοικητική παρέμβαση, πράξη ή/και παράλειψη, κι αν ακόμα τέτοια παράκαμψη επιχειρήθηκε, τότε η σχετική πράξη είναι ανυπόστατη και πάντως, είναι αντισυνταγματική, ως αντικείμενη στην συνταγματικά κατοχυρωμένη διάκριση των εξουσιών.

Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση και μόνο στις περιπτώσεις που ο ίδιος ο Νόμος ορίζει, επιτρέπεται η ανάληψη δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα.

Ο ίδιος ο Νόμος, δηλαδή, προβλέπει ότι εξαιρούνται του δημοσίας τάξεως απαγορευτικού ρυθμιστικού του πεδίου οι πράξεις «υπό των εν Ελλάδι Κτηματικών Τραπεζών συναπτόμενων ενυπόθηκων δανείων, των δανείων των αφορώντων χρηματοδότηση του εισαγωγικού εμπορίου».

Εδώ ανακύπτει το ερώτημα, εάν ο νόμος αναφέρεται σε δυο κατηγορίες δανείων, ή εάν αναφέρεται μόνο σε μια κατηγορία δανείου, την οποία εξειδικεύει με την επεξηγηματική πρόταση που ακολουθεί μετά το κόμμα (,).

Εάν ήθελε θεωρηθεί, ότι ο νόμος αναφέρεται σε δυο περιπτώσεις δανείων (δηλαδή, αφενός στα ενυπόθηκα δάνεια των Κτηματικών Τραπεζών της χώρας και αφετέρου στα δάνεια που αφορούν την χρηματοδότηση του εισαγωγικού εμπορίου) τότε θα καταλήγαμε σε μια σειρά παρατηρήσεων, ως ακολούθως:

1. Εκκινώντας από μια υπόθεση εργασίας, ώστε να προοδεύσει η σκέψη μας, ας υπολάβουμε ως δεδομένο, ότι ο Νόμος αναφέρεται σε δυο διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες δανείων, μια εκ των οποίων φέρονται να είναι τα ενυπόθηκα δάνεια των Κτηματικών Τραπεζών, που θα μπορούσαν να χορηγηθούν σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα, ακόμα κι αν αφορούν οποιοδήποτε σκοπό δανείου.

2. Δοθέντος, με βάση την κοινή πείρα και κοινή λογική, ότι κατ’ εξοχήν ενυπόθηκα δάνεια, στην λιανική τραπεζική, συνομολογούνται, κυρίως, με σκοπό την απόκτηση στέγης (δάνεια στεγαστικής πίστεως), η σχετική νομοθετική πρόβλεψη θα συνεπάγετο, ότι κατά το παρελθόν είχαν ήδη επιτραπεί και μπορούσαν να χορηγούνταν δάνεια στεγαστικής πίστης σε ξένο νόμισμα ή σε συνάλλαγμα ήδη από του έτους 1932.

3. Μάλιστα, σε περιόδους ιδιαίτερης εξασθένισης της δραχμής, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τεράστιο κόστος δανεισμού για τα ελληνικά νοικοκυριά, με δραχμικά επιτόκια που, στα ιστορικά υψηλά τους (στις αρχές της δεκαετίας του 1990) έφτασαν ή/και ξεπέρασαν το 30%, οι έλληνες καταναλωτές (εάν μπορούσαν) θα στρέφονταν (αυτονόητα) στον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, προκειμένου να απολαύσουν τα προνόμια των χαμηλών επιτοκίων και της νομισματικής σταθερότητας, που τους προσέφεραν τα ξένα νομίσματα.

4. Ωστόσο, (παραδόξως;) τέτοιος δανεισμός σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν σε φυσικά πρόσωπα, κατοίκους εσωτερικού και ποτέ για την απόκτηση στέγης στην Ελλάδα, ή/και για κάθε άλλη πράξη λιανικής τραπεζικής, έστω και στο πλαίσιο της (πολύ περιορισμένης, κατ’ έκταση, στο παρελθόν) καταναλωτικής πίστης.

5. Τέτοια δυνατότητα παρασχέθηκε μόνο σε κατοίκους εξωτερικού, για την κάλυψη αναγκών τους στην αλλοδαπή, σύμφωνα και με τις Πράξεις του Διοικητή της ΤτΕ, που προαναφέρθηκαν.

6. Τούτη η απόλυτη απαγόρευση χορήγησης δανείων σε συνάλλαγμα, ίσχυσε μέχρι την έκδοση της ΠΔΤΕ 2325/1994.

7. Αλλά, η ίδια η ΠΔΤΕ 2325/1994, πάσχει για όσους λόγους ήδη προαναφέρθηκαν, σε προηγούμενη ανάρτηση.

8. Ενδεικτική της απόλυτης απαγόρευσης συνομολόγησης δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα είναι η πλούσια νομολογία επί του θέματος, γεγονός το οποίο δείχνει, ότι αναφυόμενες εξ αυτής της αιτίας απαιτήσεις ήταν απολύτως απαγορευμένες (ΑΠ 319/1989, ΜονΠρωτΠειρ 2806/1986, ΕφΛαρ 125/1967, ΑΠ 25/1959, ΕφΑθ 2423/1970, ΣτΕ 1050/1971, ΕφΑθ 3509/1977).

9. Επίσης, η νομολογία είναι πλούσια σε υποθέσεις που αφορούν τον ισχύοντα κανόνα, δηλαδή σε υποθέσεις δανεισμού στο τότε εθνικό νόμισμα, δηλαδή τη δραχμή και ήδη από το 2002 και μετά, το ευρώ.

10. Μάλιστα, οι Ελληνικές Τράπεζες, πάντα στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής που χάρασσαν οι Ελληνικές κυβερνήσεις για το νόμισμα (τότε, την δραχμή) και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και σύμφωνα με τις εκδιδόμενες κατά καιρούς αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής και μεταγενέστερα, του Διοικητική της Τράπεζας της Ελλάδας, αρνούνταν κατηγορηματικά, όχι μόνο την δυνατότητα χορήγησης σε φυσικά πρόσωπα δανείων σε συνάλλαγμα, αλλά ακόμα και τη χορήγηση συναλλάγματος (έστω και για ταξιδιωτικούς-τουριστικούς σκοπούς ή σκοπούς φοίτησης στο εξωτερικό), πέραν των ποσών που είχαν καθορισθεί με νομοθετικές και κανονιστικές διοικητικές πράξεις.

11. Αλλά, παρά τα ανωτέρω, ακόμα κι αν ήθελε θεωρηθεί, ότι τέτοια δυνατότητα δανεισμού σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα παρήχετο, αλλά (παραδόξως;) οι Έλληνες καταναλωτές δεν είχαν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτά τα πιστωτικά προϊόντα και ουδεμία δικαστική διαφορά δεν είχε προκύψει στα περίπου 80 χρόνια της υποτιθέμενης δυνατότητας χορηγήσεως δανείων σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, και πάλι, η σκέψη αυτή θα κατέληγε σε αδιέξοδο, πρώτα-πρώτα διότι τα δάνεια στεγαστικής πίστης, που χορηγούν οι τράπεζες λιανικής τραπεζικής στην Ελλάδα, δεν είναι ενυπόθηκα αλλά ασφαλίζονται με το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης (ΚΠολΔ 706επ), το οποίο διαφέρει από το εμπράγματο δικαίωμα-βάρος της υποθήκης (ΑΚ 1257επ).

12. Ωστόσο, το ίδιο το νομοθετικό κείμενο απαιτεί και τάσσει ως προϋπόθεση για την έγκυρη χορήγηση δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα, το ενυπόθηκο του δανείου και όχι το απλώς ασφαλισμένο με προσημείωση δάνειο. Συνεπώς, με την απλή προσημείωση υποθήκης, δεν πληρούνταν η προϋπόθεση του νόμου περί ενυπόθηκου δανείου και ως εκ τούτου, θα ήταν αδύνατη η συνομολόγηση και εκταμίευση δανείου σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα, με μέτρο άλλο, από αυτό που απαιτεί και τάσσει ως προϋπόθεση μιας δημοσίας τάξεως απαγορευτική διάταξη.

13. Εξάλλου, δεν είναι δυνατή ούτε διασταλτική ερμηνεία της απαγορευτικής διατάξεως του Ν. 5422/1932, ώστε να συμπεριληφθεί στην έννοια του ενυπόθηκου δανείου και το απλώς εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης δάνειο, καθόσον δεν νοείται διασταλτική ερμηνεία επί διατάξεων δημοσίας τάξεως, οι οποίες θέτουν αυστηρούς συναλλαγματικούς κανόνες και απαγορεύσεις, που τέθηκαν για την προστασία του εθνικού νομίσματος, κατ’ αποκλειστική αρμοδιότητα του ιστορικού Έλληνα Νομοθέτη. 

14. Εξάλλου, τέτοια διασταλτική ερμηνεία δεν είναι δυνατή ούτε στο πεδίο του Εμπράγματου Δικαίου, ενόψει της αρχής του κλειστού αριθμού των εμπράγματων δικαιωμάτων. Ενδεχόμενη απόπειρα διασταλτικής ερμηνείας της νομοθετικής ρυθμίσεως περί των «ενυπόθηκων δανείων», προκειμένου σε αυτά να συμπεριληφθούν τα απλώς εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης δάνεια, θα είχε ως αποτέλεσμα να παραβιαστεί η αρχή του κλειστού αριθμού των εμπράγματων δικαιωμάτων (ΑΚ 973), συμπεριλαμβάνοντας σε αυτά (δηλ. τα εμπράγματα δικαιώματα, έστω και κατά διασταλτική ερμηνεία) την προσημείωση υποθήκης. Τούτο όμως, είναι αδύνατο στο νομικό μας κόσμο.

15. Εν προκειμένω, άξιο μνείας, μάλιστα, είναι, ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, αν και διέθετε εκ του Νόμου, το προνόμιο σύστασης υποθηκών, για τα χορηγούμενα από αυτήν δάνεια, ωστόσο επέλεξε να μην εκτεθεί στον κίνδυνο (στην «μόδα», μάλλον) της χορήγησης δανείων σε Ελβετικό Φράγκο (πάλι, παραδόξως;), αν και πληρούσε a priori και de jure τουλάχιστον την μια εκ των δυο προϋποθέσεων του Νόμου.

16. Περαιτέρω, οι Κτηματικές Τράπεζες, δηλαδή η Εθνική Κτηματική Τράπεζα (ΕΚΤΕ) και η Εθνική Στεγαστική Τράπεζα (ΕΣΤΕ) και οι ειδικές διατάξεις λειτουργίας τους καταργήθηκαν, δυνάμει της ΠΔΤΕ 2478/2001 και οι μέχρι τότε νοούμενες ως Κτηματικές Τράπεζες υπήχθησαν στο ίδιο καθεστώς λειτουργίας με τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα.

17. Ωστόσο, τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα, δεν είναι Κτηματικές Τράπεζες και ουδέποτε έγιναν ή έστω, λογίστηκαν ως Κτηματικές Τράπεζες, ώστε να ανταποκριθούν στην ρητή Νομοθετική προϋπόθεση και απαίτηση, που απαιτεί, η χορήγηση του δανείου να γίνεται από Κτηματική Τράπεζα.

18. Η δε κατάργηση των Κτηματικών Τραπεζών δεν συνοδεύτηκε από την κανονιστική μετατροπή όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε Κτηματικές τράπεζες, δηλαδή δεν χώρησε κανονιστική –τρόπον τινά- αναβάθμιση, αλλά αντίθετα, συνοδεύτηκε από την, κατά κάποιο τρόπο, «υποβάθμιση» των Κτηματικών Τραπεζών σε απλά πιστωτικά ιδρύματα και την εκ των υστέρων ενσωμάτωσή τους στις υφιστάμενες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με την ΠΔΤΕ 2478/03-08-2001.

19. Συνεπώς, ενόψει αφενός της ανυπαρξίας ενυπόθηκων δανείων στην Ελλάδα (πλην των δανείων της Αγροτικής Τράπεζας και όπου αλλού ειδικότερα, πλην όμως, σπάνια, συνεστήθη υποθήκη) και αφετέρου, ενόψει της καταργήσεως του ειδικού κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας αλλά και των ίδιων των Κτηματικών Τραπεζών, αποκλείστηκε η δυνατότητα χορηγήσεως δανείων της πρώτης κατηγορίας, δηλαδή, αποκλείστηκε η δυνατότητα χορηγήσεως ενυπόθηκων δανείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα από τις Κτηματικές Τράπεζες και μάλιστα, ο αποκλεισμός αυτής της δυνατότητος είχε συμβεί σε χρόνο προγενέστερο της υπογραφής των ενδίκων συμβάσεων.

20. Δυνάμει αυτών των σκέψεων, λοιπόν, ακόμα κι αν η νομοθετική διάταξη αναφερόταν και ρύθμιζε δυο διαφορετικές κατηγορίες δανείων, ήδη η πρώτη θα πρέπει να αποκλειστεί, καθώς αχρηστεύτηκε εν τοις πράγμασι.

21. Συνεπώς, θα απέμενε, σε ενέργεια μόνο το δεύτερο σκέλος, στο οποίο φέρονται ως επιτρεπόμενα τα δάνεια που χορηγούνται σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα και αφορούν σε τόνωση του εισαγωγικού εμπορίου.

Ώστε, σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι το νομοθετικό κείμενο προβλέπει δυο διαφορετικές κατηγορίες δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα, τα οποία δύνανται να χορηγηθούν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τότε, ακόμα και σε αυτή την αδόκητη περίπτωση, τα δάνεια που χορήγησαν (ως επί το πλείστον) οι Ελληνικές Τράπεζες, ήδη κατά το χρόνο συνομολογήσεώς τους, ήταν απολύτως απαγορευμένα, άλλως, και σε κάθε περίπτωση, είχε ήδη καταστεί εν τοις πράγμασι αδύνατη η χορήγηση των υπό κρίση δανείων στο νόμισμα που ήδη συνομολογήθηκαν (δηλαδή, σε Ελβετικό Φράγκο), καθόσον αφενός δεν υφίσταντο, πλέον, Κτηματικές Τράπεζες και οι τράπεζες λιανικής τραπεζικής ουδέποτε χαρακτηρίστηκαν ως Κτηματικές Τράπεζες, αφετέρου, ήδη τα επίδικα δάνεια, από την υπογραφή της κάθε δανειακής σύμβασης και την εκταμίευση των χρημάτων, δεν ασφαλίστηκαν με την σύσταση του εμπράγματου βάρους της υποθήκης σε ακίνητο των καταναλωτών αλλά με το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης. 

Τούτα, όμως, αυτόματα έθεσαν τα επίδικα δάνεια εκτός του επιτρεπτικού κανονιστικού πλαισίου του νομοθετικού κειμένου, εντός του οποίου θα εδύνατο, ενδεχομένως, να επιτραπεί η χορήγησή τους.

Αν, όμως, και σε συνάρτηση με τα όσα προεκτέθηκαν, αποπειραθούμε να προβούμε σε μια τελολογική ερμηνεία του νομοθετήματος, σε συνδυασμό με το πλέγμα διατάξεων, που απαγόρευαν και εξακολουθούν να απαγορεύουν την χορήγηση δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα σε κατοίκους εσωτερικού (πχ οι Πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας προ της ΠΔΤΕ 2325/1994, οι νομοθετικά καθορισθείσες αρμοδιότητες του Διοικητή της ΤτΕ αλλά και της Νομισματικής Επιτροπής, οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, όπως κυρώθηκαν με νόμο κλπ) προκύπτει, ότι η (μάλλον ατυχής και άστοχη) επιλογή ασύνδετου συντακτικού σχήματος στη γραμματική διατύπωση του Νόμου, δεν αφορούσε σε δάνεια προς καταναλωτές, αλλά ενυπόθηκα δάνεια που χορηγούσαν οι Κτηματικές Τράπεζες για την τόνωση του εισαγωγικού εμπορίου.

Δηλαδή, η μετά το κόμμα (,) πρόταση, ("…εξαιρέσει των υπό των εν Ελλάδι Κτηματικών Τραπεζών συναπτομένων ενυποθήκων δανείων, των δανείων των αφορώντων χρηματοδότησιν του εισαγωγικού εμπορίου (ως και ασφαλιστικών συμβολαίων) συνιστά επεξηγηματικής φύσεως πρόταση, εξειδίκευση της προηγούμενης προτάσεως, αντίστοιχη με αυτήν που μόλις διαβάσατε.

Δοθείσας αυτής της τελολογικής ερμηνείας, εν τέλει, από τον Νόμο ορίζεται μια και μόνη ειδική κατηγορία δανείων, για την οποία εξαιρετικώς επιτρέπεται η χορήγηση συναλλάγματος ή ξένου νομίσματος και αυτή αφορά μόνο τα δάνεια, τα οποία μπορούσαν να λάβουν οι εγκατεστημένες στην Ελλάδα αλλά διεθνώς δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις, για την τόνωση του εισαγωγικού εμπορίου, δηλαδή για την υποστήριξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.

Τα δάνεια αυτά, θα μπορούσαν να χορηγούνται σε συνάλλαγμα μόνο από τις Κτηματικές Τράπεζες (ίσως, λόγω της έλλειψης επενδυτικών τραπεζών στην Ελλάδα) και μόνο εφόσον ήταν ενυπόθηκα, ώστε, όχι μόνο να ασφαλίζεται η πιστώτρια τράπεζα από τον κίνδυνο της δανειοδότησης, από τον κίνδυνο, δηλαδή, να καταστεί αφερέγγυα η δανειζόμενη επιχείρηση, ως υποκείμενη στον κίνδυνο του διεθνούς εμπορίου και των συναλλαγματικών ισοτιμιών αλλά να ασφαλίζεται, εν τέλει, και η ίδια η εθνική οικονομία, για τον κίνδυνο ασκήσεως ισχυρών συναλλαγματικών πιέσεων στο εθνικό νόμισμα και κυρίως, να ασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της εγχώριας αγοράς και των συναλλαγών, έναντι του κινδύνου κερδοσκοπικών επιθέσεων από τους κατέχοντες το συνάλλαγμα, σε βάρος των Ελλήνων πολιτών, που διέθεταν στα χέρια τους την αποδυναμωμένη δραχμή.

Αντίστοιχο, μάλιστα, είναι και το επιχείρημα που ακούγεται στο παρόν, στην, οικονομικής φύσεως, συζήτηση μεταξύ οικονομολόγων, που έχει ξεκινήσει με αφορμή την κακή οικονομική κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας.

Στις δυο κυρίαρχες οικονομικές απόψεις που έχουν διαμορφωθεί, η μεν πρώτη προτάσσει την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα (πχ την δραχμή), ώστε να ανακτήσει η Ελληνική Πολιτεία, την παρακεχωρημένη στην ΕΕ αρμοδιότητα να «κόβει» δικό της νόμισμα και να λαμβάνει μέτρα προστασίας της εθνικής οικονομίας, με την ταυτόχρονη θέσπιση αυστηρών κανόνων για τον έλεγχο των κινούμενων κεφαλαίων, η δε δεύτερη αντιτείνει, ότι σε τέτοια περίπτωση, η υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος, θα ήταν τεράστια, σε σημείο που, όχι μόνο θα κατακρημνιζόταν το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών, αλλά θα έδινε την ευκαιρία κερδοσκοπικών και καιροσκοπικών επιθέσεων, από όσους θα διατηρούσαν την όποια οικονομική τους δυνατότητα σε ευρώ (και εν γένει συνάλλαγμα), έναντι όλων όσοι θα υποχρεούνταν να συναλλάσσονται στο μέλλον με το υποτιμημένο εθνικό νόμισμα.

Πανομοιότυπες με τις ανωτέρω σύγχρονες οικονομικές θέσεις, ήταν και οι σκέψεις που έκανε ο ιστορικός Έλληνας νομοθέτης το 1932 και με ελατήριο τις ανωτέρω διαπιστώσεις προέβη στην απόλυτη απαγόρευση της συνομολόγησης δανείων σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα, διατηρώντας αυτή τη δυνατότητα μόνο για τις εξωστρεφείς και δραστηριοποιούμενες στο εισαγωγικό εμπόριο επιχειρήσεις, οι οποίες, ως εκ του σκοπού τους και της λειτουργίας τους, είχαν αυξημένες ανάγκες σε συνάλλαγμα και θα διέθεταν αυτό, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους εμπορικούς τους σκοπούς κι όχι διοχετεύοντάς το στην εσωτερική αγορά και οικονομία.

Και τούτη η απόλυτη και απολύτως ειδική απαγόρευση δεν καταργήθηκε ρητώς ποτέ, παρά την άστοχη και ανομιμοποίητη ΠΔΤΕ 2325/1994. Εξάλλου, ο Νόμος καταργείται με Νόμο και όχι με ανομιμοποίητες διοικητικές πράξεις.

Οι σκέψεις αυτές επιρρωνύονται κι από ένα πλέγμα σύγχρονων διατάξεων και συγκεκριμένα, από το άρθρο 12 του Ν. 2548/1997, σύμφωνα με το οποίο 

"1. Το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής καθορίζεται από την Κυβέρνηση ύστερα από διαβουλεύσεις με την Τράπεζα της Ελλάδος. Μετά την υιοθέτηση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος (ευρώ) ως του εθνικού νομίσματος της χώρας, η συναλλαγματική πολιτική ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας".

Συνεπώς, την αρμοδιότητα για την πολιτική απόφαση της χάραξης της συναλλαγματικής πολιτικής έχει η Κυβέρνηση, κατόπιν γνωμοδοτικής φύσεως διαβουλεύσεων με την Τράπεζα της Ελλάδας (καθόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο στο Νόμο) και μόνο η άσκηση της ήδη αποφασισμένης από την Κυβέρνηση συναλλαγματικής πολιτικής φαίνεται να περιήλθε στις αρμοδιότητες του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας.

Έτσι, η σχετική αρμοδιότητα αφαιρέθηκε από το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, στον οποίο, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1266/1980, που εξακολουθεί παράλληλα να ισχύει αδιαλείπτως από την ημεροχρονολογία δημοσιεύσεως του εν λόγω Νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, περιήλθαν οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, μεταξύ των οποίων: 

«Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τη χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, καθώς και επί των θεμάτων που αφορούν την άσκηση της συναλλαγματικής πολιτικής, τη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και την έκδοση τραπεζογραμματίων, οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται με πράξεις του Συμβουλίου»

Συνεπώς, η χάραξη συναλλαγματικής πολιτικής, με μεταγενέστερο και ειδικό Νόμο (δηλ. με το άρθρο 12 του Ν. 2548/1997) αποτελεί αποκλειστικά Κυβερνητική αρμοδιότητα, αφού ανήκει αποκλειστικά στην Κυβέρνηση και αφήνεται ο νομοθέτης να ρυθμίζει κάθε φορά νομοθετικά τα επιμέρους ζητήματα, ενώ στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, παραχωρήθηκε μόνο η αρμοδιότητα άσκησης αυτής της συναλλαγματικής πολιτικής, όπως αυτή αποφασίζεται από την Κυβέρνηση και ρυθμίζεται νομοθετικά από τη Βουλή των Ελλήνων.

Βεβαίως, θα μπορούσε εν προκειμένω, ως αντίλογος, να υποστηριχθεί ότι με το άρθρο 5 παρ 1 του Ν. 2842/2000: 
«1. Καταργούνται οι διατάξεις του ν. 362/1945, το άρθρο 2 του ν. 944/1946 και γενικά κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα: α) σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα, β) σε εγχώριο νόμισμα, εφόσον το ποσό των απαιτήσεων και υποχρεώσεων αφήνεται να προσδιοριστεί από την τιμή του συναλλάγματος, του χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή του τιμαρίθμου». 

Από την απλή επισκόπηση του νομοθετικού κειμένου προκύπτει, ότι το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932 δεν συμπεριλαμβάνεται στις καταργούμενες διατάξεις. Στις καταργούμενες διατάξεις περιλαμβάνονται νομοθετήματα που κατήργησαν άρθρα του Ν. 5422/1932. Αλλά κανένας από τους καταργούμενους νόμους δεν κατήργησε το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932.

Ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί, ότι οι διατάξεις του ν. 362/1945 και του άρθρου 2 του ν. 944/1946, είχαν ήδη καταργήσει το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932, τότε, με το άρθρο 5 παρ 1 του Ν. 2842/2000 επανήλθε σε ισχύ το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932, καθόσον θα έπρεπε να γίνει δεκτό (στην περίπτωση αυτή), ότι καταργήθηκαν οι διατάξεις που καταργούσαν το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932. Εφόσον, λοιπόν, καταργήθηκαν οι καταργητικές διατάξεις, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι το με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ 1 του Ν. 2842/2000 ανέλαβε εκ νέου την ισχύ του το άρθρο 11 του Ν. 5422/1932.

Περαιτέρω, προβάλει αναγκαία η τελολογική ερμηνεία της γενικής καταργητικής αναφοράς του άρθρου 5 παρ 1 του Ν. 2842/2000, ώστε να αποκαλυφθεί το κανονιστικό ρυθμιστικό πεδίο, η ratio και η έκταση εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.

Κατά πρώτο λόγο, θα πρέπει να παρατηρηθεί, ότι η εξεταζόμενη καταργητική διάταξη είναι εντελώς γενική και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θίξει το, έστω και παλαιότερο, πλην όμως ειδικότερο νομοθέτημα, ήτοι τη ρύθμιση του άρθρου 11 του Ν. 5422/1932, εφόσον το τελευταίο αναφέρεται απολύτως ειδικά στα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα δάνεια.

Αφετέρου, ενόψει της παράλληλης ισχύος των δυο ανωτέρω αναφερθέντων Προεδρικών Διαταγμάτων (ΠΔ 96/1993 και ΠΔ 104/1994) και της προρρηθείσας διάταξης θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2842/2000 αφορά σε διασυνοριακές κινήσεις κεφαλαίων και δεν ρυθμίζει τη δυνατότητα δανεισμού στο εσωτερικό της χώρας. 

Εξάλλου, ουδεμία καταναλωτική ανάγκη σε ελβετικά φράγκα θα μπορούσε να προκύψει στην Ελλάδα και την οποία θα καλούνταν οι καταναλωτές να καλύψουν με το εν λόγω ξένο (σε σχέση με το ευρώ και την ΟΝΕ) νόμισμα, από τη στιγμή που η Ελλάδα εισήλθε στην Ευρωζώνη και εθνικό της νόμισμα είναι το ευρώ, αντιθέτως δε η Ελβετία δεν αποτέλεσε ποτέ μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το νόμισμά της ποτέ δεν αποτέλεσε μέρος του ευρωπαϊκού μηχανισμού διαμόρφωσης συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Μοναδική περίπτωση γενέσεως τέτοιας ανάγκης δανειοδοτήσεως, σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, συμπεριλαμβανομένου και του ελβετικού φράγκου θα μπορούσε να προκύψει μόνο για τις διεθνώς δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις, των οποίων οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις θα μπορούσαν, είτε ήδη να έχουν συνομολογηθεί σε συνάλλαγμα (εν προκειμένω, Ελβετικό Φράγκο), είτε θα έπρεπε να συνομολογηθούν στο εν λόγω νόμισμα για την εξυπηρέτηση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών τους. 

Επί τη βάσει του σκεπτικού αυτού, το οποίο αποτελεί την πραγματική ratio του εξεταζόμενου νομοθετήματος, αποκλείεται η νόμω βάσιμη χορήγηση των ένδικων δανείων στην Ελληνική επικράτεια, παρά μόνο εφόσον αυτά, θα καλούνταν να καλύψουν κάθε είδους ανάγκη ρευστότητας των διεθνώς δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων. 

Ο νομοθέτης δεν χορήγησε με την εν λόγω διάταξη την απεριόριστη δυνατότητα δημιουργίας ή γένεσης δικαιωμάτων συναλλαγματικής φύσεως εντός της Ελληνικής επικράτειας και προς καταναλωτές, αλλά από το πλέγμα του άρθρου 11 του Ν. 5422/1932, των ΠΔ 96/1993 και ΠΔ 104/1994 και του άρθρου 12 του Ν.2548/1997, προκύπτει ότι ο ιστορικός Έλληνας νομοθέτης περιορίστηκε να απελευθερώσει τη δυνατότητα δημιουργίας υποχρεώσεων και απαιτήσεων συναλλαγματικής φύσεως, προς το σκοπό εξυπηρέτησης των διεθνών εμπορικών συναλλαγών κι όχι απεριορίστως για τα φυσικά πρόσωπα που διαβιούν στην Ελληνική επικράτεια και φέρουν την ιδιότητα του καταναλωτή. 

Η απόλυτη επιβεβαίωση όλων των παραπάνω σκέψεων έρχεται από το κείμενο του ίδιου Νόμου (Ν. 2842/2000), και δη από το άρθρο 4 παρ 1, που τιτλοφορείται «Αγορά συναλλάγματος» και ορίζει ότι:

«Άρθρο 4
1. Το άρθρο 1 του ν.1083/1980 αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν πράξεις σε συνάλλαγμα, διενεργούν ελεύθερα για ίδιο λογαριασμό και με δικό τους κίνδυνο πάσης φύσεως πράξεις σε συνάλλαγμα και ξένα τραπεζικά γραμμάτια, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.»

Το κείμενο του Νόμου, λοιπόν, ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να διενεργούν ελεύθερα, πάσης φύσεως πράξεις σε συνάλλαγμα για ίδιο λογαριασμό κι όχι για λογαριασμό άλλων προσώπων, όπως εν προκειμένω, των καταναλωτών.

Έτσι, λοιπόν, ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτό, ότι η κάθε τράπεζα προέβη στον δανεισμό της σε συνάλλαγμα επί σκοπώ δανειοδοτήσεως των κεφαλαίων αυτών προς τους τελικούς καταναλωτές, τότε, δεν θα είχε προκύψει ποτέ η αιτία άσκησης οποιασδήποτε αγωγής , εφόσον, από τον Νόμο ορίζεται ότι, για τις επιτρεπόμενες «πάσης φύσεως» πράξεις συναλλάγματος τα πιστωτικά ιδρύματα φέρουν τον κίνδυνο.

Δηλαδή, ο κίνδυνος που προκύπτει από τις πράξεις αυτές (στον οποίο εντάσσεται αυτονόητα και ο κίνδυνος από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας) και ο οποίος, κατά την εξεταζόμενη πρακτική των τραπεζών, μετακυλίστηκε κι εξακολουθεί να μετακυλίεται στους τελικούς καταναλωτές-δανειολήπτες της, με αποτέλεσμα τον λογιστικό πολλαπλασιασμό των δανειακών υποχρεώσεων των καταναλωτών, είχε ήδη νομοθετικά προβλεφθεί, ότι αποτελεί κίνδυνο που θα έπρεπε να φέρει η ίδια και σε αυτό τον κίνδυνο όφειλε κι εξακολουθεί να οφείλει να ανταποκριθεί, απαλλασσομένων των καταναλωτών από τα προκύψαντα εξ αυτής της αιτίας βάρη.

Ώστε, συμπερασματικά, η διαμορφωθείσα κατάσταση, ένεκα της οποίας, είτε ήθελε γίνει δεκτό, ότι κάθε τράπεζα παραβίασε το Νόμο, τον οποίο όφειλε να γνωρίζει και να τηρεί, προτρέποντας και πείθοντας τους καταναλωτές να αποκτήσουν ένα απαγορευμένο και πάντως επικίνδυνο προϊόν, άλλως υπηρεσία, είτε ήθελε γίνει δεκτό ότι κάθε τράπεζα συμπεριφερόμενη καταχρηστικά, μεταχειριζόμενη επιθετικές άλλως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές χορήγησε πιστωτικά προϊόντα τα οποία της επέτρεπαν να προσδιορίζει μονομερώς το ύψος των δανειακών οφειλών των καταναλωτών, μετακυλίοντας προς αυτούς βάρη και κινδύνους που ούτε μπορούσαν να αντιληφθούν, ούτε να προβλέψουν, ούτε να αποκρούσουν, σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να φέρει τον κίνδυνο από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, δίχως να δύναται τον κίνδυνο αυτό να τον μετακυλήσει στον εκάστοτε τελικό αποδέκτη του σκοπού της συμβάσεως και καταναλωτή.

Συνεπώς, από κάθε άποψη, η συμπεριφορά των ελληνικών τραπεζών κείται εκτός των ορίων του Νόμου και κατά τούτο τυγχάνει άκυρη ως συνολικά παράνομη, άλλως άκυρη ως καταχρηστική. 

Εξάλλου, οι αντισυμβαλλόμενοι της κάθε τράπεζας - καταναλωτές, συνήθως, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το εισαγωγικό εμπόριο. Συνήθως δεν ζητήθηκε δάνειο για την τόνωση της όποιας εισαγωγικής δραστηριότητας της όποιας επιχείρησής τους, αφού τέτοιος δανειακός σκοπός δεν μαρτυράται στην συντριπτική πλειοψηφία των δανειακών συμβάσεων και συνεπώς, ουδέποτε υπήρξαν τέτοιες δανειακές ανάγκες, τις οποίες θα εδύνατο να ισχυριστεί η εκάστοτε τράπεζα ότι έσπευσε να καλύψει.

Όλα τα ανωτέρω, τα γνώριζαν οι ελληνικές τράπεζες. Ειδικότερα, γνώριζαν ή έστω όφειλαν να γνωρίζουν την απόλυτη απαγόρευση συνομολογήσεως δανείου σε συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα, όπως εξάλλου γνώριζαν το σκοπό συνομολογήσεως του κάθε δανείου, ο οποίος μαρτυράται ήδη στην εκάστοτε επίδικη δανειακή σύμβαση.

Ομοίως δε και οι προστηθέντες της και οι επ’ ονόματί τους διαμεσολαβήσαντες και άπαντες οι ανωτέρω, όφειλαν να απόσχουν από κάθε απολύτως απαγορευμένη και ως εκ τούτου παράνομη πράξη δανειοδοτήσεως των καταναλωτών σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, με την οποία υπήγαγαν σε κίνδυνο απολύτως απαγορευμένο και πάντως, σε κίνδυνο ξένο ως προς την ιδιότητά τους ως καταναλωτών και τελικών αποδεκτών του σκοπού της κάθε συμβάσεως.

Συνεπώς, τα υπό εξέταση δάνεια, όντας απολύτως απαγορευμένα για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν, τυγχάνουν ακυρωτέα στο σύνολό τους και θα πρέπει να αναγνωριστούν ως ολοσχερώς παράνομα και ως εκ τούτου άκυρα, άλλως δε και επικουρικώς ως καταχρηστικά στο σύνολό τους και ως εκ τούτου άκυρα, η δε ακυρότητα αυτή πρέπει να απαγγελθεί με απόφαση του Δικαστηρίου.

de jure app