Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Αναστολή εκτέλεσης με προσωρινή ρύθμιση (νομολογία ΑΠ)

Κατά τις διατάξεις των 731, 732 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του 933 παρ 6 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον Ν. 4335/2015, σε περίπτωση που η τράπεζα επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση (δυνάμει διαταγής πληρωμής) σε εντολέα σας, ενόσω εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επί της ανακοπής σας, τότε μπορείτε να ζητήσετε την έκδοση αποφάσεως αφαλιστικών μέτρων, για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, υπό την έννοι της αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόψει της καταργήσεως του 938 ΚΠολΔ (με το άρθρο 1 του όγδοου άρθρου -μη σας κάνει εντύπωση η ασυνάρτητη σειρά των άρθρων, η μνημονιακή νομοθεσία είναι και από νομοτεχνικής άποψης για γέλια- του Ν. 4335/2015) 
Όπως έκρινε ήδη ο ΑΠ (Συμβ.ΑΠ 142/2016, Συμβ.ΑΠ 11/2017), προϋπόθεση για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων είναι να μην έχει αρχίσει ουσιαστικά η αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή να μην έχουν γίνει μετά την επίδοση σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου της απόφασης αυτής με επιταγή προς εκτέλεση, που αποτελεί κατά το άρθρο 924 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ την πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, περαιτέρω πράξεις εκτέλεσης, διότι τότε (αν δεν πρόκειται για άμεση εκτέλεση για την οποία προβλέπει ειδικά το άρθρο 937 παρ. 1 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 ν. 4335/2015) δεν υπάρχει δικονομική ανάγκη αναστολής της εκτελέσεως, αφού η απόφαση για την ανακοπή κατά της εκτελέσεως πρέπει κατά ρητή νομοθετική επιταγή να εκδοθεί εντός 60 ημερών από τη συζήτησή της (βλ. άρθρο 933 παρ. 6 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, παρ. 2 ν. 4335/2015), δηλαδή, θα εκδοθεί οπωσδήποτε πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. 
Αν, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ' ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις.

Η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 1 του όγδοου άρθρου του Ν. 4335/2015, με την οποία καταργήθηκε το 938 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ
Άλλωστε, δεν πρέπει να παροράται ότι η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ που έγινε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) παρίσταται και ως αντισυνταγματική, αφού το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. 
Πρόκειται για επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη, η οποία τείνει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα (προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 
Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία ανισότητα, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ σε υπόθεση Pannon GSM, σκέψη 31 και 32, καθώς και Banco Español de Crédito, σκέψεις 42 και 43).
Εν προκειμένω, μετά την κατάργηση του 938 ΚΠολΔ και ενόψει του ρητού αποκλεισμού αναστολής εκτελέσεως, ο οποίος διαλαμβάνεται στο 633 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Ελληνικό δικονομικό σύστημα, αποστερεί από τον καταναλωτή το φυσικό του δικαστή, ο οποίος θα έπρεπε να επιλαμβάνεται σε διαδικασία συνδεόμενη με διαδικασία εκτελέσεως και να λαμβάνει προσωρινά μέτρα προς πλήρη εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της αποφάσεως του δικαστηρίου της ανακοπής και μάλιστα, όχι μόνον κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα που, υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της οδηγίας, ενδέχεται να έχει ρήτρα περιλαμβανόμενη σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, αλλά και κατά την επαλήθευση της συμβατότητας μιας τέτοιας ρήτρας προς τους εθνικούς κανόνες δημόσιας τάξης, την οποία πάντως θα όφειλε να εξακριβώσει (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 48). 
Όσον δε αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα εάν μια εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 49).
Εν προκειμένω, προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 633 ΚΠολΔ, όσο και το άρθρο 933 ΚΠολΔ στις διαδικασίες εκτελέσεως, η ανακοπή του καθού η εκτέλεση μπορεί να ασκηθεί, χωρίς όμως να παρέχεται δικαίωμα αναστολής ή διακοπής της διαδικασίας εκτελέσεως. 
Δικαίωμα αναστολής προβλέπεται μόνο μετά από άσκηση ανακοπής του 632 ΚΠολΔ, ενώ και το άρθρο 938 ΚΠολΔ, το οποίο προέβλεπε τη δυνατότητα χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως, καταργήθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87).
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, στο παρόν Ελληνικό δικονομικό σύστημα, η τελική κατακύρωση πράγματος σε τρίτο διώκεται να αποκτήσει μη αναστρέψιμο χαρακτήρα, ακόμη και αν ο καταχρηστικός χαρακτήρας της ρήτρας κατά της οποίας βάλλει ο καταναλωτής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως απαιτήσεως.
Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι το παρόν δικονομικό σύστημα, στο μέτρο που καθιστά αδύνατη για το δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου προσφεύγει ο καταναλωτής επικαλούμενος τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας αποτελούσας τη βάση του εκτελεστού τίτλου, τη λήψη προσωρινών μέτρων δυνάμενων να αναστείλουν τη διαδικασία εκτελέσεως απαιτήσεως ή να τη διακόψουν, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων παρίσταται αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του, είναι ικανό να θίξει την επιδιωκόμενη από την επίμαχη οδηγία αποτελεσματική προστασία (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C 432/05, Unibet, Συλλογή 2007, σ. I 2271, σκέψη 77).
Άλλωστε, εφόσον η κατάσχεση του ακινήτου πραγματοποιείται πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οφείλει να αναγνωρίσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας και ως εκ τούτου, την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως, η απόφαση αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, η οποία θα συνιστούσε ελλιπές και ανεπαρκές μέτρο και δεν θα αποτελούσε ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο παύσεως της χρήσεως της εν λόγω ρήτρας, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.
Εξάλλου, η εκ μέρους των προμηθευτών κίνηση της διαδικασίας εκτελέσεως αρκεί για να στερήσει, κατ’ ουσίαν, από τους καταναλωτές το προνόμιο της προστασίας που επιδιώκει η Οδηγία, περίπτωση που επίσης αντίκειται προς τη νομολογία του ΔΕΕ κατά την οποία, τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας, η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 55).
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη κατάργηση της Ελληνικής κανονιστικής ρύθμισης του 938 ΚΠολΔ και η παράλειψη θέσπισης διαδικασίας αναστολής εκτελέσεως, εδραζόμενη στη διαπίστωση της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ που περιλαμβάνονται σε προδιατυπωμένη σύμβαση μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή δεν συνάδει με την αρχή της αποτελεσματικότητας της Οδηγίας 93/13, καθόσον καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή, στο πλαίσιο διαδικασιών που κινούνται από επαγγελματίες κατά καταναλωτών, τη διασφάλιση της προστασίας που παρέχει στους τελευταίους η οδηγία.
Κατόπιν των εκτιμήσεων αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ αποκλείει την  παράλειψη κανονιστικής ρύθμισης του Ελληνικού δικονομικού συστήματος, η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής σε δικαστήριο αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, το οποίο θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του.

Η σχετική απόφαση του ΑΠ για μελέτη και ενημέρωση:




ΥΓ: Εύχομαι να είναι ευτυχισμένο το 2018, με υγεία σωματική, πνευματική και θεσμική.



Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ

Συνάδελφοι, αν θέλετε να βοηθήσετε τους εντολείς σας αλλά και όλους τους δανειολήπτες της χώρας σε δικονομικό επίπεδο, υποβάλετε αίτημα για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.
Το αίτημα μπορεί να υποβληθεί ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ, ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΒΑΘΜΙΔΩΝ (Ειρηνοδικεία, Μονομελή Πρωτοδικεία, Πολυμελή Πρωτοδικεία, Εφετεία ακόμα και στον ΑΠ).

Κάποια στιγμή θα υποβληθεί το πρώτο Ελληνικό ερώτημα στο ΔΕΕ (μέχρι στιγμής έχουμε υποβάλει μηδέν ερωτήματα στο ΔΕΕ, γιατί εδώ τα ξέρουμε όλα...) και θα γίνει η αρχή για να σπάσουν πολλά αποστήματα...
Ταυτόχρονα, μόνο έτσι υπάρχει η πιθανότητα να μπορέσετε να βοηθήσετε όλους τους πολίτες και ταυτόχρονα την υπόθεσή σας, δίχως να κινδυνεύετε να εγκλωβιστείτε σε γνωστές αγκυλώσεις της Ελληνικής δικαιοσύνης.

Δικονομικά: 
Εάν δικάζετε κατά την ειδική διαδικασία (πχ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής), τότε λάβετε υπόψη σας την παρ 1, στοιχ δ του 591 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία

"δ) Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα."
Συνεπώς, για την παραδεκτή προβολή του ερωτήματος και προς αποφυγή δυσάρεστων εκπλήξεων, θα πρέπει τούτο να το αναγνώσετε ολόκληρο στο ακροατήριο, ώστε να καταγραφεί στα πρακτικά.

Και ναι μεν με τον τρέχοντα ΚΠολΔ, φαίνεται υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων στις ειδικές διαδικασίες, οπότε κατά το 256 ΚΠολΔ θα αρκούσε η αναφορά στις προτάσεις σας, αλλά καλό είναι να μην επαφίεστε στη διακριτική και ερμηνευτική ευχέρεια κανενός.

Το κείμενο του ερωτήματος:
Σε περίπτωση, κατά την οποία το αξιότιμο Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί αμφιβολίες περί της εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται με την παρούσα αγωγή-ανακοπή-προτάσεις μας, κατά τα άρθρα 19, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (:ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (:ΣΛΕΕ), η υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΔΕΕ, το οποίο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας του Δικαίου της Ένωσης και επί του κύρους των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, ώστε:

1. Να ερωτηθεί, εάν το άρθρο 6 παρ 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι καθιερώνει δικονομικό κανόνα δημόσιας τάξης που υποχρεώνει τα εθνικά Δικαστήρια να λαμβάνουν αυτεπαγγέλτως υπόψη τους τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, που συνήφθη μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή, ακόμα και κατά το στάδιο της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, ιδίως δοθέντος ότι στην Ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με τα άρθρα 623, 624, 628, 629 ΚΠολΔ, όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση αλλά επιπλέον, η διαταγή πληρωμής εκδίδεται άνευ αντιμωλίας, μετά από τυπικό έλεγχο εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται η δανειακή σύμβαση, αρμόδιο για έκδοση Διαταγής Πληρωμής είναι δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και η διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν παρέχεται η δυνατότητα αναστολής.

2. Να ερωτηθεί, εάν το άρθρο 6 παρ 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι καθιερώνει δικονομικό κανόνα δημόσιας τάξης που υποχρεώνει τα εθνικά Δικαστήρια να παραλείπουν την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, όταν αποδεικνύεται εγγράφως, ενώπιον δικαστηρίου που εκδίδει διαταγή πληρωμής, ότι η απαίτηση προέκυψε από ΓΟΣ, που έχουν ήδη νομολογηθεί, τελεσίδικα και αμετάκλητα, στο πλαίσιο Αγωγών Παραλείψεως, που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις κατά προμηθευτών, άκυροι ως καταχρηστικοί, όπως αυτοί απαριθμούνται στην έχουσα χαρακτήρα εθνικού μητρώου καταχρηστικών ρητρών, από υπ’ αριθμ Ζ1-798/25-06-2008 (ΦΕΚ Β/1353/11-07-2008) Υπουργική Απόφαση όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ Ζ1-21/17-01-2011 και κρίθηκε νόμιμη με την ΣτΕ 1210/2010 και αφού λήφθηκαν υπόψη οι αποφάσεις υπ' αριθμ 430/2005 και 1219/2001 ΑΠ, 5253/2003 και 6291/2000 Εφετείου Αθηνών καθώς και οι 1119/2002 και 1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ' αριθμ 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ 2 του Ν 2251/1994) με την οποία αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές», στην οποία παρατίθενται οι ΓΟΣ που έχουν κριθεί άκυροι ως καταχρηστικοί, μετά από άσκηση συλλογικών αγωγών ενώσεων καταναλωτών κατά των τραπεζών, λογιζομένων των τελευταίων ως προμηθευτών, ιδίως δοθέντος ότι αρμόδια προς έκδοση διαταγών πληρωμής στην Ελλάδα είναι δικαιοδοτικά όργανα και συγκεκριμένα τα Ειρηνοδικεία και τα Πρωτοδικεία της χώρας και η διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν υπάρχει δυνατότητα αναστολής.

3. Να ερωτηθεί εάν το αρ 8 της Οδηγίας έχει την έννοια ότι είναι δυνατή από τα κράτη μέλη η παροχή ευρύτερης και μεγαλύτερης προστασίας, ώστε να προστατεύεται ως καταναλωτής ο οποιοσδήποτε τελικός αποδέκτης του προϊόντος ή/και της υπηρεσίας που παρέχει ο προμηθευτής, παρόλο που τα πρόσωπα που μπορεί να προκύπτουν ως τελικοί αποδέκτες ενδέχεται να μην εμπίπτουν στο αρ 2 της Οδηγίας, πλην όμως αναγνωρίστηκε σε αυτά η καταναλωτική ιδιότητα δυνάμει του αρ 1 παρ 4 στοιχ α του Ν. 2251/1994, όπως η διάταξη αυτή ερμηνεύτηκε με την ΟλΑΠ 13/2015.

4. Να ερωτηθεί εάν το άρθρο 4 παρ 2 και έχει την έννοια ότι ο καταναλωτής βαρύνεται με το βάρος της αποδείξεως και συνεπώς, υποχρεούται να προσδιορίσει τα επιμέρους και απολύτως συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού που αμφισβητεί, προβαίνοντας σε σειρά μαθηματικών υπολογισμών, οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι δυσχερείς, μπορούν να διενεργηθούν μόνο από ειδικούς επαγγελματίες (οικονομολόγους τεχνικούς συμβούλους) και πρέπει να λάβουν υπόψη τους στοιχεία περισσότερα από όσα συνήθως προσκομίζονται εκ μέρους των προμηθευτών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ώστε να αποκαλύψει τα ποσά κατά τα οποία αχρεωστήτως επιβαρύνθηκε, από τη λειτουργία άκυρων ως καταχρηστικών ρητρών της συμβάσεως, προκειμένου να μην δεσμεύεται από τις καταχρηστικές ρήτρες της συμβάσεως, ώστε να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της χρησιμοποίησης και της λειτουργίας καταχρηστικών ΓΟΣ, ιδίως δοθέντος ότι σχετική απαίτηση διαμορφώθηκε εκ της νομολογίας των Ελληνικών δικαστηρίων.

5. Να ερωτηθεί εάν το άρθρο 4 παρ 2 και έχει την έννοια ότι ο καταναλωτής, ο οποίος παραπονείται ότι σε βάρος του εφαρμόστηκαν καταχρηστικές ρήτρες από σύμβαση που συνήφθη μεταξύ αυτού και του προμηθευτή έχει επιπρόσθετα το δικονομικό βάρος της αποδείξεως και του προσδιορισμού των επιμέρους και απολύτως συγκεκριμένων κονδυλίων που αμφισβητεί επί του λογαριασμού, προβαίνοντας σε σειρά μαθηματικών υπολογισμών, οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι δυσχερείς, μπορούν να διενεργηθούν μόνο από ειδικούς επαγγελματίες (οικονομολόγους τεχνικούς συμβούλους) και πρέπει να λάβουν υπόψη τους στοιχεία περισσότερα από όσα συνήθως προσκομίζονται εκ μέρους των προμηθευτών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ώστε να αποκαλύψει τα ποσά κατά τα οποία αχρεωστήτως επιβαρύνθηκε, από τη λειτουργία άκυρων ως καταχρηστικών ρητρών της συμβάσεως και σε περίπτωση παραλείψεως διενέργειας και προσδιορισμού αυτών των μαθηματικών υπολογισμών, η παράλειψη αυτή μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο, για την εκ μέρους του εθνικού Δικαστηρίου παράλειψη διαπίστωσης της καταχρηστικότητας συμβατικής ρήτρας που τέθηκε από προμηθευτή σε προδιατυπωμένη σύμβαση προσχωρήσεως, στην οποία αναγκάστηκε να προσχωρήσει ο καταναλωτής, με αποτέλεσμα την απόρριψη οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου που άσκησε ο καταναλωτής σε βάρος του προμηθευτή, λόγω αοριστίας.

6. Να ερωτηθεί εάν τα άρθρα 6 παρ 1, 7 παρ 1 και 8 της Οδηγίας έχουν την έννοια ότι το δεδικασμένο που παρήχθη από την ευδοκίμηση αγωγών παραλείψεων που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις κατά προμηθευτών απαιτεί ως πρόσθετη προϋπόθεση, για την επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου αυτού έναντι πάντων (κατά την παρ 20 του αρ 10 του Ν. 2251/1994) ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη 324 ΚΠολΔ του εθνικού δικονομικού δικαίου, με αποτέλεσμα να υπάρχει η πιθανότητα, το δεδικασμένο που παρήχθη από την ευδοκίμηση Συλλογικών Αγωγών παραλείψεως, να μην μπορεί να επεκταθεί και να μην μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση κατά την οποία εθνικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται ενδίκου βοηθήματος που ασκεί καταναλωτής κατά προμηθευτή.

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Είναι παράνομη η απόρριψη ανακοπής λόγω αοριστίας;

Διευκρινίζω ότι η παρούσα ανάρτηση δεν έχει (ακόμα) ποινικό σκέλος. 

Αυτό τον καιρό πραγματεύομαι το περιεχόμενο της σχετικής μήνυσης, οπότε, όταν το ολοκληρώσω θα το αναρτήσω προς γνώση των δανειοληπτών, ώστε να μπορούν να καταθέτουν μηνύσεις κατά δικαστών που απορρίπτουν ανακοπές (ή και μεμονωμένους λόγους ανακοπής) λόγω αοριστίας και απορρίπτουν την επέκταση του δεδικασμένου των αποφάσεων επί Συλλογικών Αγωγών στις ατομικές δίκες των καταναλωτών.

Το αστικό σκέλος, που αποδεικνύει ως μη νόμιμη την αποδοχή της ένστασης αοριστίας και την εντεύθεν απαγγελία της σε απόφαση ανακοπής που ασκεί καταναλωτής κατά διαταγής πληρωμής τράπεζας, έχει ως εξής:

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

ΠΠΑθηνών 799/2017 και 800/2017: Τα σχέδια των αποφάσεων

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 799/2017 και 800/2017 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί Συλλογικών Αγωγών που άσκησαν καταναλωτικές οργανώσεις κατά των τραπεζών «ΕΘΝΙΚΗ» και «Alpha Bank». Με κλικ επάνω στους αριθμούς των αποφάσεων μπορείτε να καταβάσετε τα κείμενα σε μορφή pdf στον υπολογιστή σας.

Θυμίζω ότι είχε προηγηθεί η 334/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει με όμοιο τρόπο για τα δάνεια σε CHF της Eurobank, ενώ αναμένεται η έκδοση αντίστοιχης αποφάσεως για τα όμοια δάνεια της Τράπεζας Πειραιώς.

Οι καταναλωτικές οργανώσεις είναι το Ινστιτούτο Καταναλωτών (ΙΝΚΑ) Κρήτης, το Ινστιτούτο Καταναλωτών (ΙΝΚΑ) Αιτωλοακαρνανίας και η Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδας (ΓΟΚΕ).

Στις αγωγές συμμετείχαν ο Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου (ΣΥΔΑΝΕΦ) και περίπου 1000 δανειολήπτες και εγγυητές, που είχαν λάβει δάνειο αυτής της φύσης.
  
Με τις νέες αποφάσεις κρίθηκε ότι οι όροι των συμβάσεων των δανείων αυτών, που προέβλεπαν ότι ο δανειολήπτης υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό που δανείστηκε με βάση την εκάστοτε τρέχουσα ισοτιμία είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, λόγω της αδιαφάνειάς τους.

Συγκεκριμένα έκριναν:
  1. Η υπογραφή και παραλαβή προδιατυπωμένων συμβάσεων και επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση των προσυμβατικών (=πριν από την υπογραφή της σύμβασης) υποχρεώσεων των τραπεζών, για επαρκή ενημέρωση και πληροφόρηση,
  2. η προσυμβατική (=πριν τη σύναψη της σύμβασης) ενημέρωση που παρείχαν οι τράπεζες ήταν ελλιπήςμ
  3. η ενημέρωση αυτή έπρεπε να γίνεται από ειδικά καταρτισμένους και ειδικά πιστοποιημένους υπαλλήλους, οι οποίοι θα είχαν την απαιτούμενη γνώση για την προώθηση ενός τόσο σύνθετου προϊόντος,
  4. ακόμα και κάποια παραδείγματα που μεταχειρίζονταν οι τράπεζες ήταν παραπλανητικά, ώστε να εμφανίζουν τα δάνεια αυτά άκρως ελκυστικά,
  5. θα έπρεπε να επεξηγείται από τις συμβάσεις ειδικά η λειτουργία της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε σχέση με την διακύμανση του επιτοκίου, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να διαγνώσουν τις οικονομικές συνέπειες που είχε η σύναψη μιας τέτοιας σύμβασης,
  6. η διαφήμιση της ισχύος του ελβετικού νομίσματος στο πλαίσιο ενδεχόμενης επένδυσης στο νόμισμα αυτό, θα ήταν ενδεχομένως θεμιτή. Αλλά στο πλαίσιο ενημέρωσης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο ήταν αθέμιτη.

Εξαιρετικά σημαντικό είναι ότι οι αποφάσεις δέχονται ότι τα δάνεια ΔΕΝ ήταν δάνεια σε αυτούσιο συνάλλαγμα αλλά δάνεια που είχαν ρήτρα συναλλάγματος, αφού ο δανειολήπτης φερόταν να «λαμβάνει» το δάνειο σε ευρώ, μετά από «μετατροπή» του CHF, στο οποίο είχε συμφωνηθεί η αρχική δανειοδότηση.

Ως προς το σημείο αυτό, οι αποφάσεις δέχονται ότι επρόκειτο για προϊόντα συνδεδεμένα με την αγορά συναλλάγματος.

Έτσι, παρά τις καταβολές των δανειοληπτών, το ποσό της οφειλής τους αυξανόταν, λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας.


Με βάση αυτά απαγορεύτηκε στις τράπεζες «ΕΘΝΙΚΗ» και «Alpha Bank» να διατυπώνουν, να επικαλούνται και να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους, τέτοιους όρους.


Οι αποφάσεις ταυτίζονται με την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-186/16, καθώς και με την παλαιότερη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-26/13.

Ακολουθούν τα κείμενα των αποφάσεων για μελέτη.


de jure app