Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

3 δώρα, 2 νύξεις, 1 σκέψη και ευχές για καλές γιορτές ;)

Με αφορμή τις εκατοντάδες χιλιάδες των ανακοπών που έχουν απορριφθεί μέχρι τώρα, με προμετωπίδα την ψευδεπίγραφη ένσταση της αοριστίας (σχόλιο: την οποία άκριτα κάποιοι δικαστές επιμένουν να επαναλαμβάνουν, ωσάν να μην πήραν χαμπάρι ότι ακόμα και ο ΑΠ σταμάτησε να την διατυμπανίζει ως απόλυτο τραπεζικό υπερόπλο και όλως παραδόξως αυτό ποτέ δεν φάνηκε να τους έβαλε σε σκέψεις...) αναρτώ 3 δωράκια (και 2 έξτρα νύξεις), τα οποία ελπίζω να φανούν χρήσιμα στους δανειολήπτες-καταναλωτές. Ή έστω, στους δικηγόρους τους... 

Δωράκι Α. Ούτε οι δικονομικές ενστάσεις, ούτε καν οι δικονομικές διαδικασίες (!), δεν μπορούσαν, στην πραγματικότητα, ποτέ, να αποτελέσουν επαρκή λόγο για την κάμψη της αρχής της αποτελεσματικότητας της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, αφού όπως φαίνεται ξεκάθαρα στις σκέψεις 52 και 53 της απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση C-34/13
52     Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι κάθε περίπτωση κατά την οποία τίθεται το ζήτημα εάν μια εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων (απόφαση Asociación de Consumidores Independientes de Castilla y León, C‑413/12, EU:C:2013:800, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

53     Περαιτέρω, τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας 93/13 (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 62).


Δωράκι Β. Ότι απαιτείτο εξ αρχής ενέργεια των δικαστών και όχι νομιμοποιητική παράλειψη, όπως συνέβη εν προκειμένω, αφού όπως διατυπώθηκε στις σκέψεις 52 και 53 της από 21-04-2016 απόφασης του ΔΕΕ επί της υπόθεσης C-377/14 (Ernst Georg Radlinger, Helena Radlingerová κατά Finway a.s)

52     Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία ανισότητα, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary, C‑32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

53     Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προς εξασφάλιση της επιδιωκόμενης από την εν λόγω οδηγία προστασίας, η ως άνω κατάσταση ανισότητας μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με θετική παρέμβαση, μη εξαρτώμενη από τους συμβαλλομένους στη σύμβαση, και συγκεκριμένα παρέμβαση του εθνικού δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Pohotovosť, C‑470/12, EU:C:2014:101, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).



Δωράκι Γ. Ότι υποχρέωση των εθνικών Δικαστηρίων ήταν εξ αρχής, εφόσον διαπίστωναν μια οποιαδήποτε αοριστία, να διατάξουν αυτεπαγγέλτως αποδείξεις, με αποτέλεσμα κάθε απορριπτική απόφαση, που κατέστη τελεσίδικη, να είναι ήδη παράνομη ως αντισυνταγματική, αφού, όπως διατυπώθηκε στη σκέψη 44 της υπόθεσης C-618/10 (Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino)


44      Συναφώς, κληθέν να αποφανθεί επί αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που είχε υποβάλει εθνικό δικαστήριο το οποίο είχε επιληφθεί στο πλαίσιο διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατόπιν ανακοπής ασκηθείσας εκ μέρους καταναλωτή κατά διαταγής πληρωμής, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω δικαστήριο όφειλε να διατάξει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να εξακριβώσει αν μια ρήτρα περί απονομής αποκλειστικής κατά τόπον αρμοδιότητας περιλαμβανόμενη σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας αυτής (προπαρατεθείσα απόφαση Pénzügyi Lízing, σκέψη 56).


Νύξη 1: Με αφορμή την ανάρτηση του φίλου μου, του Θανάση, υπενθυμίζω ότι εάν εθνικό δικαστήριο παραβίασε την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, τότε αυτό συνιστά αποζημιώσιμη αδικοπραξία, αφού όπως έκρινε το ΔΕΕ, με τις σκέψεις 18 έως και 31 στην απόφαση επί της υπόθεσης C-168/15

18     Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου για ζημίες που υφίστανται οι ιδιώτες λόγω παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης με τις οποίες βαρύνεται το κράτος αυτό είναι σύμφυτη προς το σύστημα των Συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση (βλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 35, της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 31, και της 14ης Μαρτίου 2013, Leth, C‑420/11, EU:C:2013:166, σκέψη 40).
19     Η αρχή αυτή ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, τούτο δε ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή διέπραξε την παραβίαση αυτή (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 32, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 31, της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 30, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 46).
20     Η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και οσάκις η επίμαχη παραβίαση οφείλεται σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού λειτουργήματος το οποίο επιτελεί η δικαστική εξουσία ως προς την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από τους κανόνες δικαίου της Ένωσης και του γεγονότος ότι το αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό δικαστήριο συνιστά, εξ ορισμού, το τελευταίο δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του οποίου οι ιδιώτες μπορούν να προβάλλουν τα δικαιώματα που τους παρέχονται βάσει των κανόνων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι θα θιγόταν η πλήρης αποτελεσματικότητα των εν λόγω κανόνων και ότι θα εξασθενούσε η προστασία των δικαιωμάτων αυτών αν δεν παρεχόταν στους ιδιώτες η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποκαταστάσεως της ζημίας που υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλομένης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 32 έως 36 και 59, της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψη 31, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C‑160/14, EU:C:2015:565, σκέψη 47).
21     Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει αν τούτο συμβαίνει στην περίπτωση των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης αποφάσεων της 15ης και της 16ης Δεκεμβρίου 2008.
22     Τούτου δοθέντος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ευθύνης κράτους για τις ζημίες που υπέστησαν ιδιώτες λόγω καταλογιστέας σε αυτό παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας που έχουν υποστεί εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, συγκεκριμένα δε ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου της Ένωσης αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ότι η παράβαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη και ότι υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως αυτής και της ζημίας που υπέστησαν οι εν λόγω ιδιώτες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 51, και της 14ης Μαρτίου 2013, Leth, C‑420/11, EU:C:2013:166, σκέψη 41).
23     Η ευθύνη του κράτους μέλους για ζημίες προκληθείσες από απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, η οποία αντιβαίνει σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, διέπεται από τις ίδιες προϋποθέσεις (βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 52).
24     Όσον αφορά, ειδικότερα, τη δεύτερη εκ των προϋποθέσεων που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, η ευθύνη αυτή θεμελιώνεται μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο (βλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 53, και της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C‑173/03, EU:C:2006:391, σκέψεις 32 και 42).
25     Προκειμένου να καθορισθεί αν υφίσταται κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ των στοιχείων που δύνανται να ληφθούν συναφώς υπόψη καταλέγονται, ιδίως, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως που αφήνει ο κανόνας αυτός στις εθνικές αρχές, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχομένης πλάνης περί το δίκαιο, το αν η στάση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενδέχεται να συνετέλεσε στη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ αντιθέτων προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικών μέτρων ή πρακτικών και η εκ μέρους του οικείου δικαστηρίου παράλειψη εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του περί προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 56, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 54 και 55, και της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Test Claimants in the FII Group Litigation, C‑446/04, EU:C:2006:774, σκέψη 213).
26     Εν πάση περιπτώσει, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης χαρακτηρίζεται ως κατάφωρη οσάκις αντιβαίνει προδήλως στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 56, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Test Claimants in the FII Group Litigation, C‑446/04, EU:C:2006:774, σκέψη 214, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 52).
27     Όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, εάν υποτεθεί ότι, εκδίδοντας τις αποφάσεις της 15ης και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, το Okresný súd Prešov (πρωτοδικείο Prešov) απεφάνθη σε τελευταίο βαθμό, θα πρέπει επιπλέον το εν λόγω δικαστήριο, με τις αποφάσεις αυτές, να έχει διαπράξει κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, παραβαίνοντας προδήλως τις διατάξεις της οδηγίας 93/13 ή τη σχετική με την οδηγία αυτή νομολογία του Δικαστηρίου.
28     Επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το σύστημα προστασίας των καταναλωτών που καθιερώνεται με την οδηγία 93/13 συνεπάγεται την αναγνώριση της δυνατότητας του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας ρήτρας (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, C‑240/98 έως C‑244/98, EU:C:2000:346, σκέψεις 26, 28 και 29, της 21ης Νοεμβρίου 2002, Cofidis, C‑473/00, EU:C:2002:705, σκέψεις 32 και 33, και της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro, C‑168/05, EU:C:2006:675, σκέψεις 27 και 28).
29     Βεβαίως, το Δικαστήριο, στη σκέψη 38 της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro (C‑168/05, EU:C:2006:675), δέχθηκε ότι, καταρχήν, η φύση και η σπουδαιότητα του δημόσιου συμφέροντος επί του οποίου εδράζεται η διασφαλιζόμενη βάσει της οδηγίας 93/13 προστασία των καταναλωτών δύνανται να δικαιολογήσουν περαιτέρω ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας και, ως εκ τούτου, να αναπληρώνει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία ανισότητα. Εντούτοις, στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο δεν συνήγαγε καμία συνέπεια από την κρίση αυτή, δεδομένου ότι είχε επιληφθεί του ζητήματος αν καταναλωτής δύναται να επικαλεσθεί την ακυρότητα συμβάσεως παραπομπής στη διαιτησία για πρώτη φορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που έχει επιληφθεί αγωγής ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως.
30     Το Δικαστήριο μόλις στην απόφασή του της 4ης Ιουνίου 2004, Pannon GSM (C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 32), αποφάνθηκε ρητώς για πρώτη φορά ότι η αποστολή που ανατίθεται βάσει του δικαίου της Ένωσης στα εθνικά δικαστήρια δεν περιορίζεται απλώς στη δυνατότητα να αποφαίνονται επί του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αλλά συνεπάγεται και υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό, εφόσον διαθέτουν τα αναγκαία προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία.
31     Ως εκ τούτου, από της εκδόσεως της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα υπενθυμίσει την υποχρέωση αυτή την οποία υπέχει το εθνικό δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψεις 42 και 43, της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank, C‑472/11, EU:C:2013:88, σκέψη 22, και της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary, C‑32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 41).

Και καταλήγει το ΔΕΕ, με τις σκέψεις 38 έως και 41 της ίδιας απόφασης, να υπενθυμίζει ότι


38     Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του κράτους, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στα εθνικά δικαστήρια, το κράτος υποχρεούται να άρει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 42, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 58, της 24ης Μαρτίου 2009, Danske Slagterier, C‑445/06, EU:C:2009:178, σκέψη 31, της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 62, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C‑160/14, EU:C:2015:565, σκέψη 50).
39     Ως εκ τούτου, οι κανόνες περί υπολογισμού του ύψους ζημίας προκληθείσας λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης καθορίζονται βάσει του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, εξυπακουομένου ότι οι εθνικές ρυθμίσεις περί καθορισμού των κανόνων αυτών πρέπει να τηρούν τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
40     Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τη σχέση μεταξύ αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση τέτοιας ζημίας και των λοιπών ενδίκων βοηθημάτων που παρέχει η έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους, όπως είναι η αγωγή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού.
41     Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τέταρτο και πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι κανόνες περί αποκαταστάσεως ζημίας προκληθείσας λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, όπως οι σχετικοί με τον υπολογισμό του ύψους της ζημίας αυτής ή τη σχέση μεταξύ αγωγής με αίτημα την αποζημίωση αυτή και των λοιπών ενδεχομένως διαθέσιμων ενδίκων βοηθημάτων, καθορίζονται βάσει του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
Νύξη 2: Μα θα μου πείτε ότι νομολογία του ΑΠ που να υποχρεώνει τα δικαστήρια σε αποδοχή της νομολογίας του ΔΕΕ δεν υπάρχει. Ε; Χμ... για δείτε λίγο την ΟλΑΠ 16/2013 σύμφωνα με την οποία 

«…η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης.»


ΥΓ1: Και τώρα σκέφτομαι το εξής απλό:
Εάν το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, να στρέφεται πάντοτε αναγωγικά σε βάρος του εκάστοτε υπαίτιου, (πχ. ακόμα κι ενάντια σε οδηγούς ανασφάλιστων οχημάτων που προκαλούν αυτοκινητικά ατυχήματα με υλικές ζημίες μερικών εκατοντάδων ευρώ!), με ποιον ακριβώς τρόπο διασφαλίζονται οι δικαστές που επιδίκαζαν επί σειρά ετών κι αντίθετα με το Κοινοτικό Δίκαιο διαταγές πληρωμής υπέρ των τραπεζών, ότι δεν θα πληρώσουν το μάρμαρο;

Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανείς. Ίσα-ίσα, η συνολική (κυρίως, η πολιτική) ιστορία του τόπου εξασφαλίζει, ότι για άλλη μια φορά και με μεγάλη χαρά θα αποτελέσει εύκολο στόχο η οικειοθελής αυτοθυσία τόσων και τόσο πρόθυμων Ιφιγενειών...



ΥΓ2: Αν από την ανάρτησή μου εγερθεί η οποιαδήποτε αντίρρηση, αντίδραση ή οτιδήποτε άλλο, τότε σας διαβεβαιώνω ότι θα εξετάσω τις αιτιάσεις πολύ προσεκτικά και σκεπτόμενος με βάση το νόμο, θα τις απορρίψω ως αόριστες. Στο όνομα του Ελληνικού λαού, πάντα!
Χο, χο, χο!!!

Με αυτά τα δικηγορικά δωράκια, κλείνω το 2016 ευχόμενος χρόνια καλύτερα, με υγεία πνευματική, ψυχική και σωματική, με περισσότερο φως και περισσότερη δικαιοσύνη, για όλες και όλους. 

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Τα ανύπαρκτα CHF που δάνειζε η τράπεζα και επιδικάζουν τα δικαστήρια, με το 291ΑΚ...

Όπως και μετά την πρώτη Συλλογική Αγωγή (κατά της Eurobank, επί της οποίας εκδόθηκε η ΠολΠρωτΑθ 334/2016), έτσι και τώρα, μετά την εκδίκαση της δεύτερης Συλλογικής Αγωγής (κατά της Τράπεζας Πειραιώς) παραθέτω κάποια εξαιρετικά σημαντικά στοιχεία, που είναι απολύτως κρίσιμα, αναφορικά με τα δάνεια σε CHF, τα οποία φέρεται να χορήγησε η συγκεκριμένη τράπεζα.
Για το λόγο αυτό επικαλούμαι έγγραφα της ίδιας της τράπεζας και αποσπάσματα μαρτυρικών καταθέσεων που η ίδια προσκόμισε και μεταχειρίστηκε στο δικαστήριο.

Η μαρτυρική κατάθεση
Κατά πρώτο λόγο, εξαιρετικά χρήσιμο θα μας φανεί ένα συγκεκριμένα απόσπασμα από τη μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος της τράπεζας η οποία έγινε, ακριβώς, για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία της εκδίκασης της Συλλογικής Αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 
Η μάρτυρας αυτή (τα στοιχεία της οποίας δεν αποκαλύπτω, όχι μόνο από σεβασμό στα προσωπικά της δεδομένα, αλλά κι επειδή ήμουν εκεί όταν έδινε την κατάθεσή της και μπορώ να βεβαιώσω ότι ήταν μια αξιοπρεπέστατη κυρία, η οποία είχε πράγματι την πεποίθηση, ότι το σημείωμα που της δόθηκε -άγνωστο από ποιον- ήταν αληθές και έγκυρο, με αποτέλεσμα να αναγνώσει ολόκληρο το σημείωμα ως μαρτυρική της κατάθεση! -ζήτω ο νέος ΚΠολΔ!) μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε επί λέξει ότι: 
«…η τράπεζα αντλεί χρηματοδότηση σε CHF από την διατραπεζική αγορά χρήματος μέσω συναλλαγών ανταλλαγής νομισμάτων, δηλαδή δανείζεται CHF με ταυτόχρονη καταβολή ευρώ ως εξασφάλιση της αντισυμβαλλόμενης Τράπεζας.» 

Στην ουσία η μάρτυρας μας είπε ότι η τράπεζα έκανε cross currency swaps, για να βρίσκει CHF, που δάνειζε μετά στους δανειολήπτες. Ας ερευνήσουμε αυτό τον τραπεζικό ισχυρισμό σε σχέση με τους επίσημους ισολογισμούς της τράπεζας.

ΕΤΟΣ 2005
Στις οικονομικές καταστάσεις του 2005, στη σελίδα 16 η τράπεζα αποκαλύπτει το σύνολο της συναλλαγματικής της θέσης για τη χρήση από 01-01-2005 έως και 31-12-2005. Εκεί φαίνεται ότι είχε ταμειακά διαθέσιμα σε CHF, το ισότιμο των οποίων σε ευρώ ανέρχεται σε μόλις 879.000€, ενώ έχει χορηγήσει δάνεια προς καταναλωτές που αποτιμώνται σε € στο ύψος των 108.962.000€. Δείχνει και υποχρεώσεις προς άλλες τράπεζες ισότιμου ύψους σε ευρώ 71.826.000€. Για του λόγου το αληθές η απεικόνιση έχει ακριβώς ως εξής:

Εικόνα 1 - Η σελ 16 των Οικονομικών Καταστάσεων της τράπεζας για το έτος 2005


Ήδη από το 2005 φαίνεται ένα παράδοξο: Το παράδοξο δεν είναι τόσο, ότι από διατραπεζικό δανεισμό ύψους 71,826 εκατομμυρίων ευρώ, είναι αδύνατο να προέκυψαν δανειακές χορηγήσεις ύψους 108,962 εκατομμυρίων ευρώ, όπως η ίδια η τράπεζα δείχνει στη σελίδα 16 των οικονομικών καταστάσεων του έτους 2005.
Το παράδοξο είναι ότι η τράπεζα επικαλείται, ως μοναδική μέθοδο αποκτήσεως των CHF τις συμβάσεις ανταλλαγών νομισμάτων, δηλαδή συμβάσεις παραγώγων τύπου swap. Αναφέρεται παγίως, ξεκάθαρα και αποκλειστικά σε συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων.
Αλλά αποδεικνύεται ότι το 2005 ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΟΥΤΕ ΕΝΑ SWAP ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ CHF!
Παραδοξότητα; Όχι ακόμα. Διότι η τράπεζα θα σπεύσει να πει ότι το 2005 δεν χορηγούσε ακόμα δάνεια σε ελβετικό φράγκο κι ότι το σχετικό προϊόν άρχισε να το παρέχει το 2006. Οπότε ας πάμε να δούμε, εάν το 2006 υπάρχει έστω κι ένα SWAP από το οποίο να μπορεί να πιθανολογηθεί ως αληθής ως ισχυρισμός της αντιδίκου, περί δανεισμού CHF μέσω SWAP από την διατραπεζική αγορά.

ΕΤΟΣ 2006 
Σύμφωνα με έγγραφο που προσκομίστηκε ως "σχετικό 15" από την τράπεζα, από 08-09-2006 φέρεται να ξεκίνησε εκ μέρους της η χορήγηση των επίδικων δανείων. 
Συνεπώς, οι οικονομικές καταστάσεις του έτους 2006 (που αφορούν περίοδο χρήσης από 01-01-2006 έως και 31-12-2006) και τα έτη που ακολουθούν, είναι απολύτως κρίσιμα προκειμένου να ανεύρουμε πόσα ακριβώς CHF δανείστηκε και πόσα CHF δάνεισε με τη σειρά της σε καταναλωτές, μέσω των επίδικων προϊόντων.
Στη σελίδα 19, λοιπόν, των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων βλέπουμε τα κάτωθι:


Η σελίδα 19 των οικονομικών καταστάσεων της τράπεζας έτους χρήσης 2006

Το 2006 το παραπάνω παράδοξο παίρνει περίεργα εκρηκτικές διαστάσεις. Συγκεκριμένα, η τράπεζα φέρεται να διαθέτει ως ρευστά διαθέσιμα ποσότητα CHF που αντιστοιχεί σε μόλις 1,420 εκατομμύρια €. Έχει χορηγήσει δάνεια προς τράπεζες σε CHF, που κατά το ισότιμό τους σε € ανέρχονται σε 2,930 εκατομμύρια ευρώ. Και έχει χορηγήσει 445,195 εκατομμύρια ευρώ ως δάνεια σε CHF.
Αλλά, αντίθετα, έχει μόλις 137,499 εκατομμύρια δανεισμό σε CHF και το σημαντικότερο, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΣΕ CHF.
Που είναι, λοιπόν, οι συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων που μας λέγει η ενόρκως εξετασθείσα μάρτυρας της τράπεζας και ανέφερε και ο μάρτυράς της στο ακροατήριο;;;
ΕΔΩ ΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟ 2006, ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΠΟ ΠΑΡΑΓΩΓΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΕ ΟΥΤΕ 1€ ΣΕ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ SWAP, ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΑ ΑΠΕΚΤΗΣΕ CHF!
Που είναι, λοιπόν, τα διαβόητα swap;;;
Πώς γίνεται να μην φαίνονται στα βιβλία της αντιδίκου;;;
Και εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε… πώς δόθηκαν 445,195 εκατομμύρια € ως δάνεια σε CHF, χωρίς τον αντίστοιχο δανεισμό των CHF;;;
Ποιος λέγει τελικά, ψέματα;;;
Τα βιβλία της τράπεζας που αναφέρονται σε ΜΗΔΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΠΟ SWAP Ή ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΟΥ ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΦΑΝΗ ΨΕΥΔΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ;;;
Ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση, που η τράπεζα ήθελε να ισχυριστεί, ότι τα κεφάλαια για τον δανεισμό των καταναλωτών προέκυψαν από απευθείας διατραπεζικό δανεισμό (δηλ, όχι από swap) τότε, αφενός αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός περί swap, τον οποίο με τόση ένταση πρότεινε ενώπιον του δικαστηρίου, και αφετέρου και πάλι, από απευθείας διατραπεζικό δανεισμό 137,499 εκατομμυρίων πώς γίνεται να χορηγούνται δάνεια 445,195 εκατομμυρίων;;;
Μην ξεχνάμε ότι εν προκειμένω θα έπρεπε τα ποσά του δανεισμού της να είναι ίσα με τα ποσά των χορηγηθέντων δανείων εκ μέρους της!
Διαφορετικά, καταρρέει ο ισχυρισμός, ότι δήθεν ήταν πραγματικά δάνεια συναλλάγματος.
Διότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να δώσω δάνειο συναλλάγματος, εάν δεν έχω πρώτα το συνάλλαγμα!
Εάν δεν έχω το συνάλλαγμα, τότε μπορώ να δώσω μόνο δάνειο σε ευρώ!
Και εάν δίνω δάνειο σε ευρώ και ύστερα, το βαφτίζω «δάνειο σε συνάλλαγμα» τότε στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι δάνειο συναλλάγματος αλλά δάνειο με ρήτρα αξίας νομίσματος CHF.
Και δάνειο με ρήτρα αξίας CHF σημαίνει ότι το δανειακό κεφάλαιο εκταμιεύθηκε σε ευρώ και μόνο για τον υπολογισμό της οφειλής συνυπολογίζεται η αξία του CHF.
Kαι επομένως δεν πρόκειται για συνομολόγηση οφειλής σε ξένο νόμισμα,  με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται το 291ΑΚ!
Ήδη για το 2006, επιβεβαιώνονται και αποδεικνύονται από τα επίσημα έγγραφα της τράπεζας, ΟΛΕΣ ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ, δηλαδή, ότι τελικώς, είτε η τράπεζα δεν απέκτησε τα CHF, είτε απέκτησε μια κάποια πολύ μικρή ποσότητα CHF και την ανακύκλωνε διαρκώς μοχλεύοντας τα ρευστά διαθέσιμά της, δημιουργώντας απαιτήσεις από καθαρό…αέρα!

ΕΤΟΣ 2007
Στη σελίδα 25 των οικονομικών καταστάσεων του εν λόγω έτους που αφορά περίοδο χρήσης από 01-01-2007 έως και 31-12-2007 βλέπουμε την κάτωθι εικόνα:

Σελίδα 25 των οικονομικών καταστάσεων της τράπεζας έτους χρήσης 2007

Το 2007 η παραδοξότητα αποδεικνύεται ότι ήταν τελικώς, αισχροκέρδεια. Συγκεκριμένα, η τράπεζα φέρεται να διαθέτει ως ρευστά διαθέσιμα ποσότητα CHF που αντιστοιχεί σε μόλις 2,718 εκατομμύρια €. Έχει χορηγήσει δάνεια προς τράπεζες σε CHF, που κατά το ισότιμό τους σε € ανέρχονται σε 152,039 εκατομμύρια ευρώ, έχει εκδώσει και παράγωγα από τα οποία απαιτεί 5,748 εκατομμύρια €.
Και τώρα η αποκάλυψη
Και έχει χορηγήσει 1,603734 δισεκατομμύρια ευρώ ως δάνεια σε CHF.
Αλλά, αντίθετα, έχει μόλις 5,242 εκατομμύρια δανεισμό σε CHF από παράγωγα.
Καταλαβαίνετε τι βλέπουμε;
Από 5,242 εκατομμύρια ευρώ γεννήθηκαν δάνεια 1,60 δισεκατομμυρίων ευρώ! Μιλάμε για μόχλευση ή ανακύκλωση των ιδίων CHF κατά 305,93 φορές!!!
Δηλαδή κάθε 1 CHF που εμφάνιζε στα βιβλία της η τράπεζα το δάνειζε σε περίπου 306 ανθρώπους!
Ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση, που η τράπεζα ήθελε να ισχυριστεί, ότι τα κεφάλαια για τον δανεισμό των καταναλωτών προέκυψαν από απευθείας διατραπεζικό δανεισμό (δηλ, όχι από swap) τότε, αφενός αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός περί swap, τον οποίο με τόση ένταση πρότεινε ενώπιον του δικαστηρίου και αφετέρου και πάλι, από απευθείας διατραπεζικό δανεισμό 85,805 εκατομμυρίων πώς γίνεται να χορηγούνται δάνεια 1,6 δισεκατομμυρίων ευρώ;;;
Διότι, μην ξεχνάμε ότι εν προκειμένω τα ποσά του δανεισμού της σε CHF θα έπρεπε να είναι ίσα με τα ποσά των χορηγηθέντων δανείων εκ μέρους της!
Διαφορετικά, καταρρέει ο ισχυρισμός της, ότι δήθεν ήταν πραγματικά δάνεια συναλλάγματος. Διότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να δώσω δάνειο συναλλάγματος, εάν δεν έχω πρώτα το συνάλλαγμα!
Εάν δεν έχω το συνάλλαγμα, τότε μπορώ να δώσω μόνο δάνειο σε ευρώ!
Και εάν δίνω δάνειο σε ευρώ και ύστερα, το βαφτίζω «δάνειο σε συνάλλαγμα» τότε στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι δάνειο συναλλάγματος αλλά δάνειο με ρήτρα αξίας νομίσματος CHF.
Και δάνειο με ρήτρα αξίας CHF σημαίνει ότι το δανειακό κεφάλαιο εκταμιεύθηκε σε ευρώ και το CHF αποτελεί στοιχείο που χρησιμοποιείται μόνο για τον υπολογισμό της του ύψους της οφειλής.
Kαι επομένως δεν πρόκειται για συνομολόγηση οφειλής σε ξένο νόμισμα,  με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται το 291ΑΚ!
Και τελικά, επιβεβαιώνεται και αποδεικνύεται από τα επίσημα έγγραφά της, ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι τελικώς, είτε δεν απέκτησε τα CHF, είτε απέκτησε μια κάποια πολύ μικρή ποσότητα CHF και την ανακύκλωνε διαρκώς μοχλεύοντας τα ρευστά διαθέσιμά της, δημιουργώντας απαιτήσεις από καθαρό…αέρα!
Αλλά αφού βρήκαμε ένα, έστω υποτυπώδες ποσό από swap σε CHF, αξίζει να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τον επίσημο ορισμό μιας συναλλαγής ανταλλαγής, όπως τον δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΚΤ στις οποίες δίνεται και ο θεσμικός ορισμός του swap
 Εφόσον η τράπεζα ισχυρίζεται επί της ουσίας ότι έκανε μια σύμβαση διπλής ανταλλαγής (νομισμάτων) τότε, ως προς το σκέλος της ανταλλαγής νομισμάτων (currency swap) πρέπει να είχε ήδη συνάψει με το swap μια ταυτόχρονη σύμβαση για προθεσμιακή αγορά/πώληση του ίδιου ποσού του συγκεκριμένου νομίσματος έναντι του πρώτου νομίσματος.
Εν προκειμένω τίθεται το ερώτημα, ποιο είναι το πρώτο νόμισμα και ποιο το δεύτερο. Δηλαδή, σε αυτές τις προθεσμιακές συμβάσεις η τράπεζα θα έπρεπε να είναι πωλήτρια ή αγοράστρια και ποιου νομίσματος;
Τα πράγματα είναι μάλλον απλά: Η τράπεζα με το swap απέκτησε CHF, και ταυτόχρονα, πούλησε προθεσμιακά αυτά τα CHF, την ίδια στιγμή που κατήρτισε το SWAP. Ωστόσο, ιδωμένη η ίδια συναλλαγή αντίστροφα, ως πώληση EURO, θα μπορούσε να σημαίνει ότι η τράπεζα πούλησε ευρώ και τα αγόρασε προθεσμιακά.
Η πρακτική σημασία της διάκρισης είναι σημαντική.
Διότι εάν η τράπεζα οφείλει να αγοράσει προθεσμιακά τα CHF (πουλώντας EURO), τότε αυτό αυτόματα σημαίνει ότι, στον κρίσιμο χρόνο, δεν είχε στην κατοχή της τα CHF! Συνεπώς, είναι αδύνατο να δανειοδότησε χρήματα από κεφάλαια που δεν έχει στην κατοχή της!
Εάν πάλι, η τράπεζα οφείλει να πουλήσει προθεσμιακά τα CHF (αγοράζοντας EURO), τότε η ισοτιμία πώλησης είναι κλειδωμένη, τη στιγμή κατάρτισης του swap (αφού αυτή είναι η λειτουργία της προθεσμιακής αγοράς/πώλησης) κι επομένως, δεν υφίσταται καμία ζημία από την όποια συναλλαγματική μεταβολή.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ενώπιον των δικαστηρίων η τράπεζα λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Λέει μόνο για το swap. Βλέπετε, έπρεπε και όφειλε να επικαλεστεί έναν τρόπο απόκτησης υποτιθέμενων κεφαλαίων σε CHF.
Αναγκάστηκε, λοιπόν, να πει κάτι αλλά κι αυτό το είπε…μισό.
ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΣΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ.
Δεν είπε, δηλαδή, ότι συνέπεια της σύναψης του swap ήταν μια ταυτόχρονη προθεσμιακή σύμβαση συναλλάγματος. Από την ίδια τη φύση αυτής της σύμβασης, όμως, προκύπτει, είτε ότι η τράπεζα ποτέ δεν αγόρασε τα ελβετικά φράγκα, είτε ότι, ακόμα κι αν τα αγόρασε, τότε μπορεί να τα πούλησε ήδη ή μπορεί να τα πουλήσει στο μέλλον, χωρίς καμία ζημιά, λόγω της παγιωμένης ισοτιμίας στην οποία συμφωνήθηκε τόσο το swap, όσο και η προθεσμιακή σύμβαση.

ΕΤΟΣ 2008 
Στη σελίδα 28 των οικονομικών καταστάσεων του εν λόγω έτους που αφορά περίοδο χρήσης από 01-01-2008 έως και 31-12-2008 βλέπουμε την κάτωθι εικόνα:

Σελίδα 28 των οικονομικών καταστάσεων έτους χρήσης 2008

Το 2008 συνεχίζονται με αμείωτη ένταση όλα τα παραπάνω. Συγκεκριμένα, η τράπεζα φέρεται να διαθέτει ως ρευστά διαθέσιμα ποσότητα CHF που αντιστοιχεί σε μόλις 2,560 εκατομμύρια €. Έχει χορηγήσει δάνεια προς τράπεζες σε CHF, που κατά το ισότιμό τους σε € ανέρχονται σε 499,179 εκατομμύρια ευρώ, έχει εκδώσει και παράγωγα από τα οποία απαιτεί CHF αξίας 11,005 εκατομμύρια €.
Και τώρα η αποκάλυψη
Και έχει χορηγήσει 2,123516 δισεκατομμύρια ευρώ ως δάνεια σε CHF.
Αλλά, αντίθετα, έχει μόλις 12,290 εκατομμύρια δανεισμό σε CHF από παράγωγα.
Καταλαβαίνετε τι βλέπουμε;
Από 12,290 εκατομμύρια ευρώ γεννήθηκαν δάνεια 2,123516 δισεκατομμυρίων ευρώ! Μιλάμε για μόχλευση ή ανακύκλωση των ιδίων CHF κατά 172,78 φορές!!!
Δηλαδή κάθε 1 CHF που εμφάνιζε στα βιβλία της η αντίδικος, το δάνειζε σε περίπου 173 ανθρώπους!
Και βέβαια, στην περίπτωση αυτή ισχύουν ακριβώς και κατά απόλυτη αναλογία, όλα όσα αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω.

ΕΤΟΣ 2009 
Στη σελίδα 39 των οικονομικών καταστάσεων του εν λόγω έτους που αφορά περίοδο χρήσης από 01-01-2009 έως και 31-12-2009 βλέπουμε την κάτωθι εικόνα:

Σελίδα 39 των οικονομικών καταστάσεων έτους χρήσης 2009

 
Το 2009 συνεχίζονται με αμείωτη ένταση όλα τα παραπάνω. Και το έτος 2009 έχει μια ιδιαίτερη αξία στην αναζήτησή μας, όπως θα δείτε λίγο παρακάτω.
Κατά το έτος 2009, η αντίδικος φέρεται να διαθέτει ως ρευστά διαθέσιμα ποσότητα CHF που αντιστοιχεί σε μόλις 4,340 εκατομμύρια €. Έχει χορηγήσει δάνεια προς τράπεζες σε CHF, που κατά το ισότιμό τους σε € ανέρχονται σε 171,714 εκατομμύρια ευρώ, έχει εκδώσει και παράγωγα από τα οποία απαιτεί CHF αξίας 5,522 εκατομμύρια €.
Και τώρα η αποκάλυψη
Και έχει χορηγήσει 2,507440 δισεκατομμύρια ευρώ ως δάνεια σε CHF.
Αλλά, αντίθετα, έχει μόλις 5,849 εκατομμύρια δανεισμό σε CHF από παράγωγα.
Καταλαβαίνετε τι βλέπουμε;
Από 5,849 εκατομμύρια ευρώ γεννήθηκαν δάνεια 2,507440 δισεκατομμυρίων ευρώ! Μιλάμε για μόχλευση ή ανακύκλωση των ιδίων CHF κατά 428,6955 φορές!!!
Δηλαδή κάθε 1 CHF που εμφάνιζε στα βιβλία της η αντίδικος, το δάνειζε σε περίπου 429 ανθρώπους!

Έτσι προέκυψαν τα CHF. 
Ή μάλλον, έτσι αποδεικνύεται ότι ΔΕΝ προέκυψαν ποτέ τα CHF. 

Αυτά είναι τα δάνεια σε CHF, που με τόση ένταση επιδικάζονται υπέρ των τραπεζών από τα δικαστήρια. Και επιδικάζονται με βάση το 291ΑΚ, που αναφέρεται σε συνομολόγηση οφειλής σε ξένο νόμισμα.

Με βάση τα παραπάνω όμως, μόνο δυο λύσεις θα μπορούσαν να είναι πράγματι εύλογες και δίκαιες:

Α. Είτε να γίνει δεκτό το προφανές, ότι δηλαδή η τράπεζα δάνεισε €, που επένδυσε πίσω από ένα συνολικά διαφανές προϊόν, το οποίο ονόμασε "δάνειο σε CHF" με σκοπό να προβεί σε κατάχρηση Δικαίου. Δηλαδή, είχε προβλέψει εκ των προτέρων τι επρόκειτο να συμβεί και στόχευε στην επίκληση του 291ΑΚ, προκειμένου να νομιμοποιήσει το αδιανόητο.
Τούτο το δάνειο, όμως, θα ήταν στην πραγματικότητα, δάνειο με ρήτρα αξίας νομίσματος CHF, κι επομένως, ως οφειλή σε εγχώριο νόμισμα, θα πρέπει να ελεγχθεί κανονικά, δίχως να τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση αυτή το 291ΑΚ.

Β. Πράγματι ο αέρας, είναι ξένο νόμισμα, αφού εθνικό νόμισμα της χώρας, από 01-01-2002 είναι το ευρώ. Εφόσον αποδεικνύεται ότι η τράπεζα δάνεισε CHF, που ποτέ δεν είχε, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δάνεισε αέρα. 
Συνεπώς, οι δανειολήπτες θα πρέπει να μπορούν να πληρώσουν τα δάνειά τους, είτε σε εγχώριο νόμισμα, είτε στο νόμισμα που πραγματικά χρηματοδοτήθηκαν. Από αύριο, λοιπόν, προσδοκώ από τους δικαστές να επιδικάζουν καταβολές δανειοληπτών "CHF" με ωραιότατο καθαρό αέρα. 
291 δεν θέλετε;
Αέρα, λοιπόν! 

Διότι, πολύ απλά, Ελβετικά φράγκα δεν υπήρξαν ποτέ...
Μια χαρούλα απόφαση θα είναι και αυτή.
Ε; 

de jure app