Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

19/2013 Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Κορίνθου: Διαβάστε την άποψη της Προέδρου.



Διαβάστε (με τονισμένα γράμματα, παρακάτω και υπό αριθμητικό στοιχείο 5) την άποψη της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου, σχετικά με την συνταγματικότητα, τόσο της επιβολής όσο και του ύψους των παραβόλων για την άσκηση προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων. 

Κατά την προσωπική μου άποψη, αξίζει ιδιαίτερης προσοχής και συγχαρητηρίων. (Το πλήρες κείμενο της απόφασης δημοσιεύεται στη ΝΟΜΟΣ)


 
Αριθμός 19/2013

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του την 24η Ιανουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση:

Ασπασία Καλαφάτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Γεώργιο Μπακρισιώρη και Δέσποινα Κοσμίδη - Εισηγήτρια, Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα την Αναστασία Μούτσου, δικαστική υπάλληλο, γ ι α να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης στη Δ.Ο.Υ. Κορίνθου 27.2.2006, τ ο υ ....... ....... , κατοίκου Κορίνθου (........ αριθ. ..), ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παπαϊωάννου,  κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Κορίνθου και παραστάθηκε με την εξουσιοδοτημένη υπάλληλο της Υπηρεσίας αυτής ............. .    
Εξάλλου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου .................. , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τουμπανιάρη.
Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι που εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
         
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, η οποία νομίμως επανεισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά την έκδοση της 307/2012 προδικαστικής απόφασης και την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με αυτή και για την οποία καταβλήθηκε παράβολο ύψους πέντε ευρώ με την κατάθεση της προσφυγής (βλ. το υπ΄αρ. ..., Σειρά ..., ειδικό έντυπο παραβόλου) και συμπληρωματικό παράβολο ύψους εκατό ευρώ (βλ. το υπ΄αρ. ..., Σειρά ..., ειδικό έντυπο παραβόλου), ο προσφεύγων επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθ. 684/30.12.2005 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του συνολικό πρόστιμο ύψους 129.129,00 ευρώ, λόγω αποδιδόμενων σε αυτόν παραβάσεων του π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.), για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1. έως 31.12.1998.

2. Επειδή με το άρθρο 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Κ.Διοικ.Δ.) καθιερώνεται η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής (παράγραφος 1), η δε τύχη του (κατάπτωση, διπλασιασμός ή απόδοση στον προσφεύγοντα) συναρτάται με την έκβαση και τις εν γένει περιστάσεις της δίκης, κατά τους ειδικότερους ορισμούς των σχετικών διατάξεων του ιδίου αυτού άρθρου. Οπως δε έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 1658, 1583, 1206/2011, 3409/2010, 3470/2007 κ.α.), η υποχρέωση καταβολής του παραβόλου αποβλέπει στην αποτροπή άσκησης απερίσκεπτων ένδικων βοηθημάτων και, συνακόλουθα, στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και ως τέτοια, δεν αντίκειται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και στις διατάξεις του άρθρου 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό (πρβλ. ΑΕΔ 33/1995, ΟλΣτΕ 4575/1995, 193/2009, 723/2008), δεν αποκλείεται καταρχάς στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να θεσπίζει το πρώτον δικονομικές προϋποθέσεις (όπως η υποχρέωση καταβολής παραβόλου) ή να τροποποιεί τους όρους αυτών (όπως με την αναπροσαρμογή αυτού), αρκεί να μη γίνεται υπέρβαση των ορίων εκείνων, πέρα από τα οποία επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος ατομικού δικαιώματος. Αυτή δε η ευχέρεια δύναται να έχει καταρχάς και αναδρομικό χαρακτήρα, αφού η θέσπιση διατάξεων νόμων με αναδρομική ισχύ, μη απαγορευόμενη με γενική και ρητή διάταξη του Συντάγματος, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (άρθρα 7 παρ. 1, 78 παρ. 2 κ.λ.π.), πρέπει να θεωρηθεί καταρχάς επιτρεπόμενη, εφόσον η αναδρομή δεν θίγει δικαιώματα προστατευόμενα από τις διατάξεις του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1035/1996) Έτσι, με την αναδρομική εφαρμογή διάταξης δεν θα πρέπει να δημιουργούνται καταστάσεις διαφορετικής μεταχείρισης ουσιωδώς ομοίων περιπτώσεων, χωρίς να συντρέχει προφανής δικαιολογητικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, διότι με αυτό τον τρόπο θίγεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα της ισότητας της δικονομικής μεταχείρισης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

3. Επειδή, εξάλλου, το ύψος του παραβόλου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής είχε ορισθεί σε 1.500 δραχμές (ήδη 4,5 Ευρώ) (άρθρο 277 παράγραφος 2, περίπτωση α΄ του Κ.Διοικ.Δ.). Στη συνέχεια, τούτο αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 35 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) σε 25 Ευρώ και ίσχυε (η αναπροσαρμογή) για τα ένδικα βοηθήματα που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (από 8-6-2008 και εντεύθεν). Με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις», τροποποιήθηκε η ως άνω παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 277 και το ύψος του παραβόλου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής ορίσθηκε σε 100 Ευρώ και ειδικώς για τις διαφορές από άσκηση προσφυγής ασφαλισμένου σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης σε 25 Ευρώ, ενώ με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 ορίσθηκε επιπλέον ότι η παράγραφος 2, όπως τροποποιείται, ισχύει και για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές και το τυχόν επιπλέον οφειλόμενο παράβολο στις διαφορές αυτές καταβάλλεται μέχρι την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος.

4. Επειδή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το ανακαθορισθέν ποσό των εκατό (100) ευρώ, που πρέπει να καταβληθεί για την προσφυγή μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 277 του Κ.Διοικ.Δ., δεν είναι κατά κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα του διοικούμενου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου και λαμβανομένου υπ’ όψη ότι, αν δεν προσκομισθεί το σχετικό αποδεικτικό ως την πρώτη συζήτηση, ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 139Α, που παρέχει στον διάδικο την ευχέρεια, ενημερωνόμενος σχετικά, να καταβάλει το ελλείπον παράβολο, ώστε να μην απορριφθεί το ένδικο βοήθημά του ως απαράδεκτο, η υποχρέωση καταβολής του ως άνω ποσού παραβόλου δεν αντίκειται στα περί παροχής δικαστικής προστασίας άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ούτε στην αρχή της αναλογικότητας. Εξ άλλου, κατά την ίδια πάντα γνώμη, εν όψει του ως άνω ύψους παραβόλου, ούτε η μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3900/2010, καθ’ ό μέρος προβλέπει την καταβολή του εν λόγω παραβόλου για όλες τις προσφυγές, οι οποίες, ανεξαρτήτως του χρόνου ασκήσεώς τους, συζητούνται υπό την ισχύ του νόμου αυτού, θίγει το δικαίωμα του διαδίκου προς παροχή έννομης προστασίας, διότι το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείει κατ΄ αρχήν στο νομοθέτη την μεταβολή, επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, των όρων εκδικάσεως των ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και, συγκεκριμένα να επιβάλει την καταβολή προσθέτου παραβόλου ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δοθέντος, άλλωστε, ότι και στις υποθέσεις που ήσαν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 και εισάγονται προς συζήτηση υπό την ισχύ του, αν δεν προσκομισθεί αποδεικτικό καταβολής παραβόλου μέχρι την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το ένδικο βοήθημα ή μέσο δεν απορρίπτεται άνευ ετέρου ως απαράδεκτο, αλλά κατά την έννοια της ως άνω μεταβατικής διατάξεως της παρ.2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 και δή του δευτέρου εδαφίου της, ερμηνευομένης σε συνδυασμό προς την παγία διάταξη της παρ.1 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 22 παρ 7 του ν. 3226/2004, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α του εν λόγω Κώδικα (ΟλΣτΕ 601/2012).

5. Επειδή, κατά τη γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου Ασπασίας Καλαφάτη, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, συνδεόμενη με την επιβολή οικονομικού βάρους, διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις λοιπές δικονομικές προϋποθέσεις που απαιτείται να συντρέχουν για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής (πρβλ. ΕΣ 187/2011). Και ναι μεν στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν υπάρχει ειδική διάταξη διαχρονικού δικαίου που να διέπει εν γένει το παραδεκτό των ενδίκων βοηθημάτων (όπως αντιθέτως υπάρχει για το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, βλ. σχετικά άρθρο 83 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ., ΣτΕ 3521/2009) και, ειδικότερα, την περίπτωση μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος για την καταβολή παραβόλου, είτε με τη θέσπιση το πρώτον τέτοιας υποχρέωσης είτε με την κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή του ήδη προβλεπομένου παραβόλου, ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση του παραβόλου εφαρμόζεται αναλογικά ο κανόνας του διαχρονικού δικαίου που αφορά τα οικονομικά βάρη εν γένει και συνδέεται με το χρόνο γέννησης της σχετικής υποχρέωσης. Ενόψει των ανωτέρω, κατά την ίδια πάντα γνώμη, εφαρμοστέος είναι καταρχάς ο κανόνας διαχρονικού δικονομικού δικαίου, κατά τον οποίο χρόνος γέννησης της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου είναι αυτός της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής, κατά τον οποίο ο ασκών αυτήν προσφεύγει ενώπιον του δικαστηρίου και αιτείται την παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, ως ο πλέον πρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την καθιέρωση της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου, όπως αυτός εκτίθεται στη σκέψη 2 της παρούσας (δηλαδή της αποτροπής άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων). Ωστόσο, με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του νόμου 3900/2010 ορίσθηκε ρητώς ότι η αναπροσαρμογή των παραβόλων καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις και, επομένως εφαρμόζεται αναδρομικά και για τις προσφυγές εκείνες που κατατέθηκαν είτε πριν την 8-6-2008 (χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 3659/2008) είτε μετά την ως άνω χρονολογία έως τις 31-12-2010 και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί. Με το περιεχόμενο όμως αυτό, η ως άνω διάταξη υιοθετεί την αρχή ότι η επιβολή οικονομικού βάρους και κατ’ επέκταση η υποχρέωση καταβολής παραβόλου εξαρτάται από το τυχαίο κριτήριο του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, που εκφεύγει της σφαίρας δράσης και επιρροής του προσφεύγοντος, αφού ο χρόνος συζήτησης μιας υπόθεσης, ως κριτήριο εφαρμογής αναδρομικής διάταξης που αφορά την καταβολή επαυξημένου παραβόλου, συναρτάται με θέματα εσωτερικής λειτουργίας του κάθε Διοικητικού Πρωτοδικείου ξεχωριστά και δημιουργεί αδικαιολόγητα άνισες καταστάσεις μεταξύ εκείνων που, αν και έχουν προσφύγει ταυτοχρόνως, η συζήτηση της υπόθεσής τους προσδιορίζεται σε διαφορετικό χρόνο. Υπό την έννοια αυτή, κατά την ίδια πάντα γνώμη, η αναδρομικότητα της εν λόγω διάταξης (παράγραφος 2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010) θίγει τη συνταγματικώς κατοχυρούμενη αρχή της ισότητας των διαδίκων ενώπιον του νόμου και δη, το δικαίωμα των διαδίκων που έχουν ασκήσει προσφυγή σε χρόνο πριν την 31-12-2010 και η προσφυγή αυτή δεν έχει ακόμη συζητηθεί, σε σχέση με εκείνους τους διαδίκους που ομοίως άσκησαν προσφυγή σε χρόνο πριν την 31-12-2010 και η προσφυγή τους έχει ήδη συζητηθεί, προσβάλλοντας έτσι, κατ’ επέκταση και το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και, συνεπώς, καθ’ ό μέρος επιβάλλει αναδρομικά αυξημένο πάγιο παράβολο σε εκκρεμείς υποθέσεις, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά την ίδια πάντα γνώμη, μετά τις δύο διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις που προαναφέρθηκαν (ήτοι, του άρθρου 35 του ν. 3659/2008 και του άρθρου 45 του ν. 3900/2010), το ύψος του παραβόλου του άρθρου 277 παρ. 1 του Κ.Διοικ.Δ., από τις 8-6-2008 και εντεύθεν εικοσαπλασιάστηκε (από 4,5 ευρώ σε 100 ευρώ). Ομως, κατά την κοινή πείρα, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στη Χώρα, η αναπροσαρμογή αυτή αποτελεί περιορισμό που οδηγεί στον αποκλεισμό ουσιαστικά του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό τον πυρήνα του δικαιώματος σε έννομη προστασία και στερώντας τον πολίτη από τον φυσικό του Δικαστή. Τούτο διότι, μετά την ψήφιση και θέση σε εφαρμογή της λεγόμενης «μνημονιακής νομοθεσίας» (βλ. ν. 3845/2010-1ο Μνημόνιο και 47 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα, ν. 4046/2012-2ο Μνημόνιο και 58 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα, ν. 4093/2012-3ο Μνημόνιο και 20 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα), τα ειδικά μισθολόγια -τα οποία απαρτίζουν το 1/3 της δαπάνης για μισθούς του δημοσίου, κατά τα αναγραφόμενα στο Παράρτημα V-1 του ν. 4046/2012- μειώθηκαν σε ποσοστά έως και 35% (ν. 4093/2012), με αντίστοιχες μειώσεις και στους συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων από 14-2-2012 (σχετική η 6/28-2-2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4046/2012), οι νέοι μισθοί στο δημόσιο έχουν διαμορφωθεί σε 780 € μικτά μηνιαίως (για το νεοδιοριζόμενο ΥΕ) (βλ. ν. 4024/2011), στον ιδιωτικό τομέα έχουν διαμορφωθεί σε 417 € καθαρά για τον εργαζόμενο έως 25 ετών (μικτά 510,95 €), σε 586 € μικτά για τον εργαζόμενο άνω των 25 ετών, το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανέρχεται σε 22,8 € μικτά για τον εργαζόμενο έως 25 ετών, σε 26,18 € (έναντι του 33,5 € που ίσχυε έως τότε) για τον εργαζόμενο άνω των 25 ετών και η κατώτατη σύνταξη ανέρχεται σε 487 €. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) το 2009 ανήλθε σε 94, το 2012 σε 75,2 και το 2013 σε 71,9 (Πηγή Ευρωπαϊκή Επιτροπή), σύμφωνα δε με την από 2-11-2012 μελέτη της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) σχετικά με τις Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, το 27,7% των Ελλήνων βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ η Ελλάδα είναι η δεύτερη σε φτώχεια χώρα της Ευρώπης και το ποσοστό της ανεργίας της έχει διαμορφωθεί σταθερά άνω του 26% (βλ. σχετική έκθεση περί της ανεργίας στην Ελλάδα της ΕΛΣΤΑΤ). Τέλος, η διεύρυνση και επιβάρυνση της φορολογικής βάσης, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο και διαχειρίσιμο το δημόσιο χρέος, με σειρά νομοθετημάτων (ενδεικτικώς, άρθρο 4 του ν. 3845/2010 για αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 23%, από 9% σε 11%, αύξηση 15% της βενζίνης, επιβολή του ειδικού τέλους του ν. 4091/2011, επαναφορά τεκμηρίων διαβίωσης στα αυτοκίνητα και τα ακίνητα, άρθρο πρώτο παρ. Ε-2-7 του ν. 4093/2012 για αύξηση του φόρου κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων καπνών κατά 10%, άρθρο 38 του ν. 3986/2011 για επιβολή της εισφοράς αλληλεγγύης) έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της φοροδοτικής ικανότητας του πληθυσμού (σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, κατά το 2011 τα συνολικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα, έφθασαν στο 31% του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ενώ το 2013 θα ανέλθουν στο 36,4% του ΑΕΠ), ενώ από πρόσφατα στοιχεία του ΔΝΤ το δημόσιο χρέος δεν θα είναι βιώσιμο και διαχειρίσιμο ούτε και το έτος 2020 (που θα ανέλθει στο 129,36% του ΑΕΠ, βλ. πίνακα Εκτίμηση εξέλιξης του δημόσιου χρέους 2008-2035, πηγή OECD, Economic Survey of Greece 2011). Ενόψει των ως άνω ενδεικτικών δεδομένων, κατά τη γνώμη πάντα της μειοψηφίας, κρίνεται ότι το ύψος του παραβόλου, -το οποίο σήμερα, ενδεικτικώς, απαιτεί 4-5 ημερομίσθια, άλλως αντιστοιχεί στο 1/7 του (μικτού) κατώτατου μισθού του νεοδιοριζόμενου δημοσίου υπαλλήλου, στο 1/5 του (μικτού) μισθού του ανειδίκευτου εργάτη και στο 1/5 της κατώτατης (μικτής) σύνταξης-, είναι, κατά την κοινή πείρα, αποτρεπτικό και καθιστά από μόνο του (πολλώ δε μάλλον σε συνδυασμό με τα λοιπά δικαστικά δαπανήματα) δυσχερή έως αδύνατη την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δη την κατάθεση ένδικων βοηθημάτων στα πρωτοβάθμια διοικητικά δικαστήρια από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Έτσι, όμως, θίγει άμεσα τον πυρήνα του σχετικού συνταγματικού δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. του Συντάγματος, αλλά αντίκειται ωσαύτως στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης (Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) (πρβλ. απόφαση της 24-5-2006, υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας) και, τέλος, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και ναι μεν με την ΟλΣτΕ 601/2012 κρίθηκε ότι το αναπροσαρμοσθέν κατά τα ανωτέρω παράβολο «…δεν είναι κατά κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα του διοικούμενου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων», ωστόσο, η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου συζητήθηκε σε τέτοιο χρόνο (χρόνος συζήτησης η 7-10-2011, χρόνος διάσκεψης η 20-1-2012), που δεν είχαν δημοσιευθεί και τεθεί σε εφαρμογή οι προαναφερόμενοι νόμοι 4046/2012 (Δεύτερο Μνημόνιο) και 4093/2012 (Τρίτο Μνημόνιο) και οι 78 εφαρμοστικοί αυτών, ούτε είχαν δημοσιευθεί στοιχεία που άπτονται του βιοτικού επιπέδου και της οικονομικής και φοροδοτικής δυνατότητας της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών της Χώρας, ως συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων που υιοθετήθηκαν από το 2010 και εντεύθεν, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν.


6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, αποτελούσε προϋπόθεση του παραδεκτού της κρινόμενης προσφυγής η συμπληρωματική καταβολή του παραβόλου των 95,00 € από τον προσφεύγοντα, το οποίο παραδεκτώς προσκομίσθηκε, ενώ, κατά τη γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου, δεν ήταν προϋπόθεση για το παραδεκτό της κρινόμενης προσφυγής η προσκόμιση επιπλέον παραβόλου, καθόσον αρκούσε το αρχικώς κατατεθέν παράβολο ύψους 4,5 €, λόγω του χρόνου άσκησης αυτής (13-6-2007). Εξάλλου, κατά τα λοιπά, παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη προσφυγή, η οποία είναι εξεταστέα κατ’ ουσίαν.

7. Επειδή, περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου ασκήθηκε η με αριθμό ¼-3-2008 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, του ............... ................. . Η παρέμβαση αυτή πρέπει να εξετασθεί ως προς την προϋπόθεση του αν ο ασκήσας αυτήν έχει έννομο συμφέρον προς τούτο....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app