Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Ειρηνοδικείο Πειραιώς: Εξέταση καταχρηστικού ΓΟΣ περί παρέκτασης αρμοδιότητας - αναρμοδιότητα - παραπομπή

Δημοσιεύω δυο αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Πειραιά (680 και 681 του 2013), στις οποίες η κα Ειρηνοδίκης, αν και στις δυο περιπτώσεις, στο Δικαστήριο υπεβλήθη αίτημα λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής κινητού (αυτοκινήτου), εξετάζει (όπως, άλλωστε, οφείλει) την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ περί παρεκτάσεως της αρμοδιότητας, τόσο στο πλαίσιο του Ν. 2251/94 όσο και στο πλαίσιο της Ζ1-798/2008 Υπουργικής Απόφασης, αποδέχεται τους σχετικούς ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καθ' ων, περί καταχρηστικότητας της ρήτρας παρεκτάσεως της αρμοδιότητας, κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο και παραπέμπει στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΓΡΑΦΟΝΤΟΣ: 
Οι Ειρηνοδίκες εξετάζουν αυτεπάγγελτα τους ΓΟΣ ή, έστω, τους εξετάζουν επειδή προτείνεται η πρόδηλη παρανομία, άλλως η πρόδηλη καταχρηστικότητά τους.

Οι Πρωτοδίκες, απεναντίας, σε δίκες ιδίως περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, επιμένουν να σφυρίζουν αδιάφορα, ισχυριζόμενοι ότι η εξέταση της ενδεχόμενης καταχρηστικότητας των ΓΟΣ αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης (πχ επί ανακοπής επί διαταγής πληρωμής). 

Άποψή μου είναι ότι αυτή η απάντηση είναι απόλυτα λάθος. Ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν, εάν θα πρέπει η όχι να εξεταστούν οι ΓΟΣ, θα έπρεπε να υποβάλλουν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, ώστε να λάβουν απαντήσεις, σύμφωνες με το Κοινοτικό Δίκαιο, δυνάμει της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

Τέτοιου είδους αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί, όπως ενδεικτικά αναφέρονται οι:
1. ΔΕΚ C-240/98 έως 244/98, απόφ 27-6-2000, ΧρΙΔ 2001,36, 
2. ΔΕΚ υπόθ C-476/2000, απόφαση 21-11-2002, Cofidis SA/Jean-Luis Fredout, Αρμ 2003,1042 με παρατηρήσεις Τσερκέζη, 
3. ΔΕΚ C-372/99 απόφ 24-1-2002 Επιτροπή ΕΚ κατά Ιταλικής Δημοκρατίας
4. ΔΕΚ C-168/2008 απόφ 26-10-2006 Mostaza Claro 
5. ΔΕΕ C-415/11 – Mohamed Aziz vs Caixa d’Estalvis de Catalounya, Tarragona I Manresa (Catalunyacaixa) απόφαση της 14-3-2013 (εξέταση ΓΟΣ σε δίκη περί την εκτέλεση).


Η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτήν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία δεν παρέχει την εξουσία στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας ή σε κάθε στάση της δίκης, και μολονότι διαθέτει όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί επιτοκίου υπερημερίας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν έχει ασκήσει ανακοπή (ΔΕΕ C-618/10, Banco Espaniol de Credito SA κατά Joaquin Calderon Camino, απόφαση της 14-6-2012).
     
Τα άρθρα 6, παράγραφος 1 και 7, παρ1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχουν την έννοια ότι ο εθνικός Δικαστής που διαπίστωσε αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας δεν οφείλει, προκειμένου να είναι σε θέση να συναγάγει τις συνέπειες της διαπιστώσεως αυτής, να αναμένει εως ότου ο καταναλωτής, αφού ενημερωθεί για τα δικαιώματά του, προβεί σε δήλωση με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η εν λόγω ρήτρα. Προκειμένου να εκτιμήσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η αγωγή της οποίας έχει επιληφθεί, ο εθνικός Δικαστής πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως. (ΔΕΕ υπόθεση C-472/11, Banif Plus Bank Zrt κατά Csaba Csipai, Viktoria Csipai απόφαση της 21-2-2013).

Σύμφωνα με το άρθρο 6, παρ 1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι, κατά την εξακρίβωση του ζητήματος αν μια σύμβαση την οποία έχει συνάψει ένας επαγγελματίας με καταναλωτή και η οποία περιέχει μια ή περισσότερες καταχρηστικές ρήτρες μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις ρήτρες αυτές, ο δικάζων Δικαστής, δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο ότι η ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης αυτής ενδέχεται να είναι ευνοϊκή για έναν από τους συμβαλλόμενους, εν προκειμένω για τον καταναλωτή. Η εν λόγω Οδηγία δεν απαγορεύει πάντως στα κράτη-μέλη να προβλέπουν, τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης, ότι η σύμβαση την οποία έχει συνάψει ένας επαγγελματίας με καταναλωτή και η οποία περιέχει μία ή περισσότερες καταχρηστικές ρήτρες είναι εξ ολοκλήρου άκυρη, αν η ακυρότητα αυτή παρέχει τελικά καλύτερη προστασία στον καταναλωτή (ΔΕΕ, υπόθεση C-453/10, Jana Perenicova & Vladislav Perenic κατά SOS finance spol. Sr.o). 

H αυτεπάγγελτη αυτή εξέταση που επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της εκάστοτε κρινόμενης ρήτρας ως καταχρηστικής υπαγορεύεται περαιτέρω από το γράμμα και το σκοπό της Οδηγίας 93/13/EOK που αποβλέπουν στην αποτελεσματική και ενιαία προστασία του καταναλωτή σε κοινοτικό επίπεδο (I. Καράκωστα, Δίκαιο προστασίας καταναλωτή, εκδόσεις Σάκκουλα).

Αυτά, έστω και εις ώτα μη ακουόντων... 







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app