Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Ένα σχόλιο προς τον νέο Υπουργό Δικαιοσύνης


Με αφορμή αυτό το άρθρο που διάβασα σχετικά με τις δηλώσεις Σας, κε Υπουργέ και με την επιφύλαξη ότι έχουν μεταφερθεί αυτές σωστά (διότι δεν βλέπω τηλεόραση, ώστε να διαπιστώσω την ταυτότητα όσων είπατε με όσα γράφτηκαν) σκέφτηκα 2 πραγματάκια και θα ήθελα να τα μοιραστώ μαζί Σας.

Το άρθρο αυτό θα μπορούσε να έχει τίτλο: "Η δικονομική εμμονή του Υπουργού Δικαιοσύνης"

Η σωστή νομική θεώρηση του ζητήματος, όπως Εσείς γνωρίζετε απείρως καλύτερα από εμένα, έχει δυο σκέλη:

1. Δεν αντιλέγω στο αυτονόητο, ότι δηλαδή χρειάζεται αποτελεσματικότερες και ταχύτερες διαδικασίες η δικαιοσύνη, ώστε να επιτελεί το δικαιοδοτικό της καθήκον και να ανταποκρίνεται στη δικαιοδοτική της αποστολή. 

Εξάλλου, ούτε οι Δικαστές που χορήγησαν τις προσωρινές διαταγές αλλά ούτε και οι αιτούντες πολίτες-υπό απόλυση δημόσιοι υπάλληλοι επιθυμούν τη διαιώνιση του θέματος.

Οι μεν πρώτοι, διότι είναι ταγοί της Δικαιοσύνης και κάθε αντίθετη σκέψη, θα τους χρέωνε με την σχεδόν υβριστική κατηγορία της δόλιας παρέλκυσης των δικονομικών διαδικασιών. 

Οι δε δεύτεροι, διότι το καθεστώς της εργασιακής τους αβεβαιότητας ουδόλως εξυπηρετεί τον σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από την διάσωση της εργασίας τους και βέβαια, την εξακολούθηση της ζωής τους και την επιβίωσή τους. 

Με δεδομένη δε την άρνηση της Διοικήσεως να πειθαρχήσει στις προσωρινές διαταγές (άρνηση που γεννά οξύ πρόβλημα, λόγω της εν τοις πράγμασι απαξίωσης της Δικαιοσύνης μέσω της αντισυνταγματικής συμπεριφοράς της Διοίκησης, το οποίο όμως δεν φάνηκε να Σας απασχόλησε ιδιαίτερα), μάλλον θα απέδιδα στους ανθρώπους αυτούς το γνήσιο ενδιαφέρον για την επίσπευση των δικονομικών διαδικασιών και όχι για την παρέλκυσή τους.

2. Αλλά μου προκαλεί ιδιαίτερα αλγεινή εντύπωση το περίεργα μονομερώς τεθέν ζήτημα των προσωρινών διαταγών που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους.
Και λέω περίεργα τεθέν, διότι οι προσωρινές αυτές διαταγές, ως προερχόμενες από τους Δικαστές της ουσίας, πιθανολογούν επί της ουσίας τη βασιμότητα των ισχυρισμών και την ύπαρξη του κατεπείγοντος, άλλως του επικειμένου κινδύνου, για τους υπό απόλυση δημοσίους υπαλλήλους.

Το δεύτερο σκέλος, δηλαδή την πιθανολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών των υπαλλήλων και την ύπαρξη επικειμένου κινδύνου, φαίνεται ότι το λησμονήσατε εντελώς, κε Υπουργέ, στην προσπάθειά Σας να λύσετε το πρόβλημα των προσωρινών διαταγών... μέσω της μοντέρνας (τροϊκανής προελεύσεως γαρ) εμμονής για την επιτάχυνση των δικονομικών διαδικασιών.

Αντιστρέφω, λοιπόν, το σκεπτικό Σας, κε Υπουργέ.

Εάν έχετε τόσες πολλές προσωρινές διαταγές, που πιθανολογούν τη βασιμότητα των ισχυρισμών των δημοσίων υπαλλήλων και τον επικείμενο κίνδυνο, τότε πρόβλημα, δεν είναι οι χορηγηθείσες προσωρινές διαταγές. Αυτές συνιστούν έστω και προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης και σε κάθε περίπτωση η Διοίκηση έδειξε ότι τις αγνοεί επιδεικτικά. Η δε νομοθετική εξουσία αποπειράθηκε και να τις καταργήσει, λίαν προσφάτως...

Το πρόβλημα είναι ο εφαρμοστέος Νόμος, που ήδη πιθανολογείται παράνομος ως αντισυνταγματικός.

Νομίζω ότι αυτό Σας λένε με τον τρόπο τους οι συνάδελφοί Σας, που τις χορηγούν, άλλωστε. 
Σας παρέχουν τον απαιτούμενο χρόνο για να ξανακοιτάξετε τις συγκεκριμένες νομοθετικές ρυθμίσεις και να τις τροποποιήσετε, ώστε να είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα τις χώρας.

Ο χρόνος που Σας παρέχουν αυτές οι προσωρινές διαταγές, θα μπορούσε να λειτουργεί υπέρ Σας, κε Υπουργέ.

Αλλά, μάλλον, Εσείς επιλέγετε να μην τους ακούτε...

Εάν μου το επιτρέπετε, λοιπόν, κλείνω, με μια συμβουλή:
Μην ξεκινάτε την πολιτική Σας καριέρα κοιτώντας το δάχτυλο, κε Υπουργέ.
Κοιτάξτε εκεί που Σας δείχνει...



Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Γράμμα σε έναν Δικαστή του ΣτΕ

Αξιότιμε κυρίε Πρόεδρε, 

Λαμβάνω την πρωτοβουλία να Σας απευθυνθώ, όχι ως ένας εκ των εκ θέσεως παραγόντων της εκάστοτε δίκης, αλλά ως ένας απλός πολίτης. Δηλαδή, δεν μετέρχομαι την δικηγορική μου ιδιότητα, αλλά μόνο την πολιτική μου υπόσταση, ως ένας από το όλο του Λαού, στο όνομα του οποίου δικάζετε.

Παρακολουθώ τις αποφάσεις Σας με συνέπεια, κύριε Πρόεδρε.
Παρακολουθώ την νομολογία Σας, μέσα από το διαδίκτυο και τα σχετικά νομικά περιοδικά και εστιάζω ιδίως στο σκεπτικό Σας. Εστιάζω στην δομή και την διαδρομή της σκέψης Σας, ώστε να μπορέσω να καταλάβω (στο μέτρο που, με τα λίγα νομικά που γνωρίζω, μπορώ) ποιο ακριβώς είναι (ή, έστω, Εσείς θεωρείτε ότι είναι) το εκάστοτε διακυβευόμενο έννομο αγαθό και ποια διατάσσετε να είναι η εκάστοτε προστασία του. 
 
Από τις αποφάσεις αυτές, έχω την αίσθηση, κε Πρόεδρε, ότι μπορώ να προσεγγίσω, κατ' αρχάς, την ψυχολογία Σας. Σε περίπτωση που σφάλλω σε όλα όσα κατωτέρω εκθέτω, παρακαλώ, διορθώστε με. 

Η αιτιολογία των αποφάσεών Σας, κατ' εμέ, αναδεικνύει μια ιδιαίτερη απροθυμία ή/και βαρυθυμία Σας να λάβετε συγκεκριμένη θέση απέναντι στις εξελίξεις, ιδίως των τελευταίων ετών. Θεωρείτε, ότι Σας έχει ανατεθεί το βάρος να λαμβάνετε κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις και από το βάρος αυτό θέλετε να απαλλαγείτε. 
 
Η μέχρι στιγμής δικαιοδοτική Σας στάση δείχνει (πάντοτε, κατ' εμέ) ότι, με τον τρόπο αυτό, θεωρείτε ότι αποφεύγετε τα "χωράφια της πολιτικής", γιατί αυτά αποτελούν ρόλο και βάρος, το οποίο ούτε Σας ανατέθηκε, ούτε οφείλετε να σηκώσετε στους ώμους Σας.

Επιτρέψτε μου, όμως να διαφωνήσω με την άποψή Σας αυτή, κε Πρόεδρε, για τους κατωτέρω λόγους:

1. Αφενός, αντιλαμβάνομαι, ότι σε συνθήκες ουσιαστικής πλήρους έλλειψης εσωτερικών πολιτικών (ανδρών και πράξεων), το κενό της διακυβέρνησης καλείται να το καλύψει κάποια εκ των υπολοίπων Συνταγματικών εξουσιών, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία της η Ελλάδα, ως συντεταγμένη κοινωνία. Σε διαφορετική περίπτωση, η λύση είναι η ακυβερνησία και η στάση.

Δοθέντος ότι εκτελεστική και νομοθετική εξουσία επί της ουσίας ταυτίζονται και δεδομένου του απίστευτου εκφυλισμού τους, τούτα, σχεδόν αυτόματα, συνεπάγονται, ότι στην εναπομείνασα Συνταγματική εξουσία της Δικαιοσύνης, εναποτίθενται οι ελπίδες και τα όνειρα του λαού, για αποκατάσταση.

2. Εσείς δικάζετε διοικητικές πράξεις και ως εκ τούτου δικάζετε πολιτικές αποφάσεις. Ο πολιτικός αποφασίζει και η Διοίκηση μετουσιώνει την απόφαση σε Διοικητική Πράξη. Εκεί ακριβώς, υπεισέρχεται ο δικαιοδοτικός Σας ρόλος και το αντίστοιχο καθήκον Σας, που νομίζω, ότι είναι ακριβώς, να ορίζετε τα όρια της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, δηλαδή τα όρια ισχύος των αντίστοιχων πολιτικών αποφάσεων, που μετουσιώθηκαν σε διοικητικές πράξεις. 

Σε διαφορετική περίπτωση, κε Πρόεδρε, κάθε διοικητική πράξη, επειδή ακριβώς προέρχεται από την πολιτική βούληση του εκάστοτε πολιτικού προϊσταμένου της διοικητικής πυραμίδας, θα παρέμενε ανέλεγκτη και θα ανέπτυσσε απεριόριστη ισχύ, ακριβώς επειδή αντλεί την νομιμοποίησή της από "χωράφια" με τα οποία ο δικαιοδοτικός Σας ρόλος, δεν Σας επιτρέπει οποιαδήποτε εμπλοκή. Αυτό, όμως, θα σήμαινε και την αυτόματη αυτοκατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας εν τοις πράγμασι.

3. Άλλωστε, κε Πρόεδρε, τα νομιμοποιητικά κείμενα της πλήρους πολιτικής απορύθμισης της χώρας (βλ Μνημόνια, Υπουργικές Αποφάσεις κλπ), κρίθηκαν ως νόμιμα με σειρά αποφάσεών Σας. 

Παρακαλώ, πιστέψτε με, δεν αναφέρομαι μόνο στο Μνημόνια Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, δεν αναφέρομαι μόνο στο ΕΕΤΗΔΕ, δεν αναφέρομαι μόνο στα διόδια και τις συμβάσεις παραχώρησης των Εθνικών Οδών, δεν αναφέρομαι μόνο σε ότι συνέβαινε στην Κερατέα, δεν αναφέρομαι σε ότι συμβαίνει στις Σκουριές και στη Χαλκιδική. Άλλωστε, σε αυτά έχω ήδη αναφερθεί σε παλαιότερες αναρτήσεις μου και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναληφθώ. 

Αναφέρομαι στην ΕΡΤ.

Εάν, λοιπόν, η εκάστοτε πολιτική πράξη δύναται να κριθεί νόμιμη από Εσάς, δίχως η κρίση περί της νομιμότητάς της να συνιστά είσοδό Σας στα πολιτικά "χωράφια", τότε ομοίως, κάθε διοικητική και εν τέλει πολιτική απόφαση, δύναται να κριθεί ως παράνομη, δίχως να υπεισέρχεται ποτέ η Δικαιοσύνη στα "χωράφια" της πολιτικής.

Στο σημείο αυτό και κατόπιν των ανωτέρω, έστω και ως εκ περισσού, καθιστώ σαφές, ότι δεν ζητώ από Εσάς να λάβετε τις πολιτικές αποφάσεις. 

Εκτιμώ, όμως, ότι δικαιούμαι να ζητώ από Εσάς, να κρίνετε, τόσο την νομιμότητα όσο και τη σκοπιμότητα κάθε πολιτικής απόφασης και της συνακόλουθα αυτής εκδοθείσας διοικητικής πράξης, χάριν, όχι μόνο του δημοσίου συμφέροντος αλλά και της υποχρέωσης αυτοπεριορισμού της Διοικήσεως, εντός των ορίων που τάσσει το Σύνταγμα της χώρας.
  
Μα θα μου πείτε 
"Μάθημα μας κάνετε κύριε; Που θέλετε να καταλήξετε;"

Η απάντηση είναι νομίζω οφθαλμοφανής αλλά θα την καταστήσω σαφή και για τον απλό αναγνώστη.

Συντάσσομαι με την άποψή της συναδέλφου Σας, κε Πρόεδρε, ότι "Η κατάργηση της ΕΡΤ χωρίς την ταυτόχρονη ίδρυση του νέου ραδιοτηλεοπτικού φορέα δεν μπορεί να θεραπευθεί και ως εκ τούτου πρέπει να ανασταλεί το σύνολο της απόφασης για το κλείσιμο της ΕΡΤ."*

Και ακόμα κι αν ήθελα να θεωρήσω, ότι η ΕΡΤ είναι ένας φορέας προσβεβλημένος από τους ιούς της αδιαφάνειας και της αναξιοπιστίας, αδυνατώ να καταλάβω, πώς θεραπεύεται αυτή η παθογένεια με το να ανατίθεται σε αυτούς που δημιούργησαν την παθογένεια αυτή, άλλως, σε αυτούς που επί ένα (1) χρόνο τώρα δεν μπόρεσαν να την αντιμετωπίσουν, η ίδρυση ενός νέου, δήθεν υγιούς φορέα.

Ενός φορέα, ο οποίος θα πρέπει να λειτουργήσει άμεσα, με προσωπικό το οποίο θα επιλεγεί με αδιαφανή και άγνωστα κριτήρια αξιολόγησης και επιλογής προσωπικού και ο οποίος (φορέας) θα πρέπει να εκπέμπει ένα κάποιο, άγνωστο, άγνωστης ποιότητας, διάρκειας και περιεχομένου πρόγραμμα.

Αυτή, κατά την άποψή μου, πάντα, κε Πρόεδρε, δεν ήταν δικαιοδοτική λύση. Αυτή είναι η αρχή ενός παθογενέστερου μέλλοντος της όποιας μέλλουσας ΕΡΤ.
Αυτή είναι μια ταχύτατη επιστροφή στο παρελθόν, όταν οι προσλήψεις γίνονταν από τα πολιτικά γραφεία και η ΕΡΤ λειτουργούσε ως φερέφωνο της εκάστοτε κυβέρνησης.

Αν στόχος της πολιτικής ηγεσίας του τόπου ήταν η απαξίωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, αν στόχος της πολιτικής ηγεσίας του τόπου ήταν η επιστροφή στο ρουσφέτι, στην κομματική πελατεία, στην αναξιοκρατία, στην κοινωνική αναξιοπρέπεια, αν εν τέλει, στόχος της πολιτικής ηγεσίας ήταν η επιστροφή σε προ ΑΣΕΠ εποχές, αν στόχος της πολιτικής ηγεσίας ήταν η σύγχυση και η απορρύθμιση (όπως άλλωστε συμβαίνει σχεδόν παντού γύρω μας), τότε, ούτε με τα λίγα νομικά που ξέρω, ούτε με την όποια λογική διαθέτω, δεν καταλαβαίνω, με ποιο τρόπο "ανεστάλη" ο προδήλως παράνομος αυτός στόχος.
Σε αυτή τη μέλλουσα δημόσια ραδιοτηλεόραση, κε Πρόεδρε, αλλά πρωτίστως σε αυτή την πολιτική, των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου "για ψύλλου πήδημα", του "αποφασίζομεν και διατάζομεν", του "εμείς θα προχωρήσουμε όπως και να 'χει", νομίζω ότι έπρεπε να επιβάλλετε το "μαύρο". 

Όπως και να έχει, σέβομαι τη δικαιοδοτική Σας κρίση, κε Πρόεδρε.

Με το γράμμα μου αυτό Σας καταθέτω, μονάχα, ότι αυτή τη μέλλουσα δημόσια ραδιοτηλεόραση, έτσι όπως θα στηθεί γύρω από την απόφασή Σας, δεν τη θέλω. Άλλωστε, οι συνθήκες της δημιουργίας της κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι θα είναι πιο "μαύρη" από το μαύρο στις οθόνες μας... 

Αυτό το απόλυτα απορρυθμισμένο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, το οποίο δημιουργεί και στο οποίο λειτουργεί μια απόλυτα αυθαίρετη πολιτική ηγεσία, επίσης, δεν το θέλω. Είναι πιο μαύρο από αυτό που αντέχει η αξιοπρέπειά μου.

Και έχω, εν τέλει, την πεποίθηση ότι καμία από αυτές τις μαυρίλες, δεν ανεστάλη με την απόφασή Σας, αλλά απεναντίας, με την απόφαση έγινε πια και με τη βούλα του Νόμου το μαύρο-άσπρο.


Σας ζητώ συγγνώμη για την πολυλογία μου και για το θάρρος που πήρα να Σας αναφερθώ δημοσίως. Ζητώ συγγνώμη, εάν μεταχειρίστηκα λέξεις ή φράσεις που θεωρείτε ότι, με οποιοδήποτε τρόπο βάλλουν εναντίον Σας ή εναντίον του δικαιοδοτικού Σας καθήκοντος και της κρίσης Σας.

Σε κάθε περίπτωση, Σας ευχαριστώ για το χρόνο Σας.
Καλημέρα Σας.



*= Την άποψη αυτή φέρεται να εξέφρασε η σύμβουλος του ΣτΕ κ. Μαρία Καραμανώφ

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Υπόδειγμα έφεσης κατά απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής κινητού.

Επειδή βλέπω ότι υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά με την αντιμετώπιση αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα νομής κινητού, παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω ένα υπόδειγμα εφέσεως κατά ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως του εκάστοτε δικάσαντος Ειρηνοδικείου, με την ελπίδα να βοηθήσει τόσο στον νομικό-επιστημονικό διάλογο, σχετικά με τα θέματα που θίγονται σε αυτό, όσο και στην εν γένει απονομή δίκαιης Δικαιοσύνης.

Σημειώσεις: 
1. Στο δικόγραφο επισημαίνονται με κίτρινο τα σημεία που αναφέρονται στην τοπική αναρμοδιότητα του δικάσαντος Ειρηνοδικείου. Είναι προφανές, ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν είναι πάντα κατά τόπο αναρμόδιο, οπότε και τα σχετικά χωρία της εφέσεως θα πρέπει να παραλειφθούν. 

2. Είναι ευπρόσδεκτη κάθε παρατήρηση/πρόταση/διόρθωση ή οτιδήποτε άλλο, τόσο σχετικά με το δικόγραφο όσο και με τους εν γένει ισχυρισμούς που διαθέτουμε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Θεωρώ αυτονόητο ότι δεν γνωρίζω τα πάντα. Εκ φύσεως και θέσεως δεν είμαι και δεν δηλώνω κανενός είδους αυθεντία.

Καλή επιτυχία!

de jure app