Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Θέατρο σκιών σε κοινοβουλευτική κλίμακα



Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα (δηλαδή, σε ένα σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που έχει καταλήξει κάποιοι να είναι μονίμως διοικούμενοι και κάποιοι άλλοι να είναι σχεδόν κατ’ επάγγελμα κυβερνώντες), σε μια κατ’ αποτέλεσμα αποστειρωμένη κομματοκρατούμενη και πάντως, μόνο κατ’ επίφαση Δημοκρατία (που δεν γνωρίζει καμία άμεση δημοκρατική συμμετοχική δομή σύνθεσης και συναπόφασης, παρά μόνο, τώρα, στις εσχατιές του βίου του γνωστού πολιτικού συστήματος, θυμήθηκε την έννοια της κοινωνικής ευθύνης κι αυτή με την μορφή «όλοι μαζί τα φάγαμε») η ύπαρξη μιας αντισυστημικής αντιπολίτευσης είναι μάλλον το ζητούμενο κάθε σκεπτόμενου και πολιτικοποιημένου πολίτη.

Όμως, στην Ελλάδα των στρεβλώσεων, ακόμα και αυτή η έννοια της αντιπολίτευσης δεν άργησε να αποκτήσει εντελώς διαφορετικό νόημα από αυτό που τουλάχιστον φαίνεται να είχε κατά νου ο Συνταγματικός Νομοθέτης, όταν κατήρτιζε το Σύνταγμα του 1975.

Βλέπετε, τα 30 και πλέον χρόνια της αλληλοδιαδοχής ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στην εξουσία αλλά και στην αξιωματική αντιπολίτευση απετέλεσαν όρο αρκετό και ικανό, ώστε και αυτό, το σχεδόν αυτονόητο εννοιολογικό περιεχόμενο της αντιπολίτευσης να αποκτήσει την έννοια της συστημικής νομιμοποίησης και ταυτόχρονα, να καταστεί η βαλβίδα της κοινωνικής εκτόνωσης, μέσω ελεγχόμενων κομματικών δομών.

Επί 30 και πλέον χρόνια, η διαδοχή στα έδρανα της αντιπολίτευσης είχε χρώμα μπλε ή πράσινο εναλλάξ. Μόνο τώρα, τον Ιούνιο του 2012, η αντιπολίτευση απέκτησε χρώμα κόκκινο.

Αλλά φαίνεται, ότι η στρεβλή πρακτική 30 και πλέον ετών βαραίνει περισσότερο από όσο μπορούν οι πλάτες του κόκκινου Αλέξη και των βουλευτών του να αντέξουν.

Εξηγούμαι: Η ύπαρξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι μόνο η συστημική έκφραση ελέγχου κάθε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η ύπαρξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι και ο παράγοντας της συστημικής νομιμοποίησης.

Σε μια απόπειρα παραδειγματικής επεξήγησης, μετέρχομαι το επιχείρημα του βαρβάρου, όπως το συνέλαβε ο Καβάφης. Δεν θα υπήρχε η δυνατότητα εκτίμησης του πολιτισμού, εάν δεν αντιπαραβαλλόταν ανέκαθεν με την έννοια του βαρβάρου.

Και δεν θα υπήρχε καν ούτε το ηθικό δίλημμα της επιλογής («με τον πολιτισμένο ή με τον βάρβαρο;») αλλά ούτε και αυτή η επιλογή, εάν το σύστημα δεν παρείχε πάντοτε τουλάχιστον δυο (2) δυνατότητες.

Άρα ο βάρβαρος είναι μεν πάντα ο κακός δράκος του παραμυθιού αλλά δεν παύει ταυτόχρονα να είναι και ο λόγος της ύπαρξης και της προσπάθειας επικυριαρχίας του εκάστοτε πολιτισμένου όντος.

Ο βάρβαρος είναι, επομένως, όχι μόνο η αιτία αλλά και η νομιμοποίηση της αντίθετης ύπαρξης, του αντίπαλου στρατοπέδου.

Εκτείνοντας αυτή την θεωρητική προσέγγιση, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι σε αυτό τον αέναο πόλεμο πολιτισμένων και βαρβάρων, οι μάχες κερδίζονται και χάνονται εκατέρωθεν, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι μάχες δίνονται. 
Και μάλιστα, ότι δίνονται με την προοπτική της νίκης.

Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το πολιτικό πρόβλημα της «εφαρμοσμένης δημοκρατίας» μας. Το πρόβλημα της Ελληνικής Βουλής, είναι ότι τα εξ ορισμού αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα έχουν επιλέξει να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους χρησιμοποιώντας άσφαιρα όπλα και στην χειρότερη περίπτωση, σφεντόνες…

«Αντιπαράθεση για τα μάτια του κόσμου;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος.
Αντιπαράθεση, ώστε να θεωρούν, ότι εκφράζονται όλοι μέσα από ένα απολύτως ελεγχόμενο σύστημα, είναι η απάντησή μου. Αντιπαράθεση για να ελέγχεται ο λαός, είναι η (εξουσιαστική) πραγματικότητα. 

Δηλαδή, το πρόβλημα, εν προκειμένω, είναι, ότι ο βάρβαρος της Ελληνικής Βουλής (δηλαδή, ο κόκκινος Αλέξης και η κοινοβουλευτική του ομάδα) εντάχθηκε πλήρως στην εικονικότητα της μάχης, όπως την κληρονόμησε, από τα 30 χρόνια της αλληλοδιαδοχής ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και υιοθετώντας, πλέον, τις στρεβλές έννοιες της «πολιτικής δράσης» και της «πολιτικής ευθύνης», προσπαθεί (ή θέλει να δείχνει ότι προσπαθεί) να βάλλει κατά των τανκς της Τρόϊκας (που επανδρώνονται από τους εδώ τοποτηρητές-κυβερνήτες) με άσφαιρα και σφεντόνες…

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο κυριολεκτικά πολιτικό πρόβλημα, όχι μόνο της παρούσας πολιτικής συγκυρίας αλλά συνολικά, της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Για να το πούμε απλά, όπως το έγραφε και ο Δημήτρης Τσάτσος, το πολιτικό σύστημα, όπως και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, φορά στολές διαφόρων χρωμάτων. Ζούμε σε μια ένστολη κοινωνία. Μεταξύ των στολών, όμως, υπάρχει αλληλεγγύη. Και αυτή η αλληλεγγύη δεν φαίνεται να μπορεί να διαρραγεί, οποιοδήποτε κι αν είναι το χρώμα της στολής που φορά η αξιωματική αντιπολίτευση.

Γιατί τελικά, όλες οι στολές, παίζουν στο ίδιο σύστημα, όπως όλες οι ομάδες ποδοσφαίρου παίζουν στο ίδιο πρωτάθλημα. Δεν έχει σημασία ποιος κερδίζει και ποιος χάνει γιατί, τελικά, η συμμετοχή όλων αυτών των ομάδων, νομιμοποιεί την στέψη και την ύπαρξη του εκάστοτε πρωταθλητή. 

Και κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος «να τινάξει το πρωτάθλημα στον αέρα» δηλώνοντας την παραίτησή του από τα έδρανα της Βουλής.

Γιατί στο πίσω μέρος του μυαλού κάθε μανδαρίνου της καθεστηκυίας τάξης, ο πραγματικός εχθρός είναι άλλος. Και ο εχθρός αυτός, αν και είναι απολύτως γνωστός, ορισμένος και σαφής, υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να είναι εντελώς ανεξέλεγκτος: Ο λαός.

Ενόψει του «εχθρού» αυτού, η αλληλεγγύη των στολών και των χρωμάτων όλου του φάσματος του πολιτικού συστήματος αποκτά την όψη της αναγκαιότητας. Βλέπετε, η διασφάλιση του πολιτικού μανδαρινισμού, που τυραννά αυτό τον τόπο, απαιτεί αλληλεγγύη και συναινέσεις.

Το μόνο που, τελικά, μεταβάλλεται σε αυτόν τον ιδιότυπο πόλεμο των χρωμάτων είναι μόνο η διαρκώς πιο κόκκινη χροιά του.

Κι αυτό, όχι εξαιτίας του κόκκινου Αλέξη.
Αυτό, εξαιτίας του αίματος που χύνουν κάθε μέρα, Έλληνες και Ελληνίδες, που περίμεναν την λύτρωσή τους από τον οικονομικό κατακτητή αλλά τελικά, βρήκαν ως μόνη διέξοδο το αδιέξοδο: Την αυτοκτονία.

Αλλά στο θέατρο σκιών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, το αίμα των πολιτών χρησιμοποιείται μόνο για ντεκόρ στο μπαλκόνι των πανηγυρικών λόγων... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app