Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

ΔΕΕ: Δυο νέες πολύ σημαντικές αποφάσεις

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (για συντομία, εφεξής, ΔΕΕ) προχώρησε στην έκδοση δυο πρόσφατων αποφάσεων, κατά την άποψή μου πολύ σημαντικών αναφορικά με την οφειλόμενη ενιαία προστασία, που πρέπει να απολαμβάνουν οι καταναλωτές σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Έτσι, στην πρώτη απόφαση (C-49/14) το Δικαστήριο έκρινε ότι
"Η οδηγία 93/13/EOK του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, που δεν επιτρέπει στον δικαστή ο οποίος έχει επιληφθεί κατά το στάδιο της εκτελέσεως μιας διαταγής πληρωμής να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας η οποία περιέχεται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, όταν η αρχή που αποφάνθηκε επί της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής δεν είναι αρμόδια να προβεί σε μια τέτοια εκτίμηση."

Ακροθιγώς αναφέρω, ότι θεωρώ πολύ σημαντική την απόφαση αυτή, διότι, κατά την άποψή μου, ανοίγει ευθεία οδό αποζημίωσης των δανειοληπτών, είτε από τους Δικαστές, οι οποίοι, αν και όφειλαν να διαπιστώσουν την ύπαρξη καταχρηστικοτήτων σε μια δανειακή σύμβαση, κατά το στάδιο της υποβολής αίτησης για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, παρέλειψαν να πράξουν τούτο, αναγκάζοντας τους δανειολήπτες να υποστούν τις συνέπειες των καταχρηστικοτήτων, είτε από τους Δικαστές, οι οποίοι, αν και όφειλαν και να διαπιστώσουν την παράλειψη συναδέλφου τους και εντεύθεν, να καταστήσουν ανενεργούς τους προσβαλλόμενους ΓΟΣ, κατά τρόπο που να μην παράγουν δυσμενή αποτελέσματα για τους δανειολήπτες, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους.
  
Την απόφαση μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ

Στη δεύτερη απόφαση C-377/14
"1) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική δικονομική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, αφενός, δεν επιτρέπει στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της εν λόγω διαδικασίας να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικών ρητρών από τις οποίες απορρέουν απαιτήσεις αναγγελθείσες στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, μολονότι το δικαστήριο αυτό έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία, και, αφετέρου, παρέχει στο δικαστήριο αυτό την εξουσία να εξετάζει μόνον εγχειρόγραφες απαιτήσεις και μόνο για περιορισμένο αριθμό λόγων σχετικών με την παραγραφή και την απόσβεση των απαιτήσεων αυτών.

2) Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο διαφοράς σχετικής με απαιτήσεις απορρέουσες από σύμβαση πίστωσης κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αν έχει τηρηθεί η υποχρέωση πληροφόρησης την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή και να αντλεί όλες τις συνέπειες που επιφέρει, κατά το εθνικό δίκαιο, η παράβασή της, υπό τον όρο ότι οι κυρώσεις πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 της εν λόγω οδηγίας.

3) Τα άρθρα 3, στοιχείο ιβ΄, και 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 καθώς και το σημείο I του παραρτήματος I της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι το συνολικό ποσό της πίστωσης και το ποσό της ανάληψης συνιστούν τα ποσά που τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή, με αποτέλεσμα να αποκλείονται τα ποσά που χρησιμοποιεί ο πιστωτικός φορέας για την κάλυψη των συνδεόμενων με την οικεία πίστωση εξόδων και τα οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε καταβάλλονται στον εν λόγω καταναλωτή.

4) Οι διατάξεις της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν το ποσό της αποζημίωσης που επιβάλλεται στον καταναλωτή ο οποίος δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του είναι δυσανάλογα υψηλό, κατά την έννοια του σημείου 1, στοιχείο ε΄, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, πρέπει να αξιολογηθεί το σωρευτικό αποτέλεσμα όλων των σχετικών ρητρών που περιλαμβάνονται στην οικεία σύμβαση, ανεξαρτήτως του αν ο πιστωτής επιδιώκει πράγματι την πλήρη εκτέλεση καθεμίας από αυτές, και ότι, εφόσον συντρέχει λόγος, σε περίπτωση που εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι ορισμένες ρήτρες είναι καταχρηστικές, στο δικαστήριο αυτό εναπόκειται δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, να συναγάγει όλες τις εξ αυτού απορρέουσες συνέπειες αφήνοντας ανεφάρμοστες τις ρήτρες που κηρύχθηκαν καταχρηστικές, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από αυτές."

Κατ' αρχάς, αυτή η απόφαση δικαιώνει απόλυτα τη θέση μου, ήδη από το 2011, όταν επέμενα να αναφέρω στις αιτήσεις του 3869/2010 ("Νόμος Κατσέλη) ότι ακόμα και στη διαδικασία της αφερεγγυότητας θα έπρεπε να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως οι συντρέχουσες καταχρηστικότητες των δανειακών συμβάσεων.

Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση 
"Εν προκειμένω, αφενός, η υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξέτασης του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ρητρών και της παρουσίας υποχρεωτικών πληροφοριακών στοιχείων σε σύμβαση πίστωσης συνιστά δικονομικό κανόνα που δεσμεύει όχι τους ιδιώτες αλλά τα δικαιοδοτικά όργανα (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová, C‑34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 67, καθώς και της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Finanmadrid EFC, C‑49/14, EU:C:2016:98, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)."

Αντί της δικής μου θέσης, νομολογιακά κυριάρχησε (δίχως κανένα νομικό έρεισμα, όπως είχε συμβεί με την θεώρηση των εμπόρων ως δήθεν μη καταναλωτών, θέση που εξαερώθηκε με την ΟλΑΠ 13/2015, και εξακολουθεί να συμβαίνει όταν η πλειοψηφία των Δικαστών έχει ως διάδικο μια ή περισσότερες τράπεζες, οπότε εφευρίσκονται διάφορα τέτοια οιονεί δικονομικά και ουσιαστικά προνόμια των τραπεζών) κυριάρχησε η αντίληψη ότι ο αιτών του Ν. 3869/2010 προβαίνει σε οιονεί αποδοχή του ύψους της οφειλής (!). 

Τελικά, το ΔΕΕ, 5 χρόνια μετά, δικαιώνει και τις θέσεις και τα υποδείγματα που έχω δημοσιεύσει, στα οποία ποτέ δεν έπαψα να βάλλω κατά των ΓΟΣ των δανειακών συμβάσεων, τονίζοντας ότι το εκάστοτε Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τις καταχρηστικότητες των ΓΟΣ, ώστε από την οριστική απόφαση να μην δεσμεύονται οι δανειολήπτες (και εκ των πραγμάτων, καταναλωτές) από καταχρηστικά διαμορφωμένα ύψη απαιτήσεων.

Πάντως, η απόφαση είναι ιδανική για άντληση επιχειρημάτων (ιδίως όσον αφορά την "παράτυπη συμπερίληψη, στο συνολικό ποσό της πίστωσης, ποσών εμπιπτόντων στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή που έχει κατ’ ανάγκη ως συνέπεια τον προσδιορισμό του ΣΕΠΕ σε χαμηλότερο επίπεδο, δεδομένου ότι ο υπολογισμός του εξαρτάται από το συνολικό ποσό της πίστωσης" -βλ σκέψη 87 της απόφασης). 

Σημειώνεται ότι οι τράπεζες μνημονεύουν ΣΕΠΕ που υπολείπεται ακόμα και των ονομαστικών επιτοκίων, συνεχίζοντας πρακτικές αδιαφάνειας δεκαετιών, που έσπευδε και δυστυχώς, μια μικρή μερίδα Δικαστών εξακολουθεί να σπεύδει να νομιμοποιεί.

Την απόφαση μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app