Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Nέες αποφάσεις του ΔΕΕ

Η πρώτη απόφαση αφορά το δεδικασμένο από Συλλογικές Αγωγές (αγωγές παραλείψεως) και τον τρόπο με τον οποίο, το δεδικασμένο αυτό επεκτείνεται ακόμα και σε προμηθευτή, ο οποίος δεν συμμετείχε ως διάδικος στην αρχική δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της Συλλογικής Αγωγής, εφόσον ο τελευταίος χρησιμοποιεί ΓΟΣ που επιφέρει παρόμοια αποτελέσματα με τον κριθέντα άκυρο ως καταχρηστικό.

Το σημαντικότερο στοιχείο της απόφασης δεν είναι ότι επαναλαμβάνει τις διατάξεις του αρ 10 του Ν. 2251/1994 αλλά ότι ως ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ για την επέκταση του δεδικασμένου, τάσσει 
ότι ο επαγγελματίας αυτός έχει το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής, τόσο κατά της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της ισοδυναμίας των υπό σύγκριση ρητρών, η οποία έγκειται στο κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη όλων των ειδικών περιστάσεων κάθε υποθέσεως, οι ρήτρες αυτές είναι ουσιαστικώς πανομοιότυπες, ιδίως όσον αφορά τα αποτελέσματα που παράγουν εις βάρος των καταναλωτών
Οπότε, υπό το πρίσμα αυτό, νόμω αβάσιμη και αντισυνταγματική φαίνεται η σπουδή ελλήνων δικαστών να αναγνωρίζουν ότι δήθεν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και επίκλησης του δεδικασμένου, καθώς δεν υπάρχει δήθεν ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της δίκης που κρίθηκε και της επίδικης, κάθε φορά υπόθεσης. 

Κάποια ελληνικά δικαστήρια, κατά προσφιλή τους μέθοδο, υπολαμβάνουν ψευδή μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αφού αγνοούν τους ειδικούς δικονομικούς κανόνες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (η οποία συνιστά αναγκαστικό δίκαιο, βλ σκέψη 29 της παραπάνω απόφασης) και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, παραβιάζουν και την ΟλΑΠ 16/2013 και καταλήγουν να εφαρμόζουν εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ανεφάρμοστοι εν προκειμένω, με σκοπό να ικανοποιήσουν με σπουδή τη διάσωση καταχρηστικών τραπεζικών απαιτήσεων.

Οι δικαστές αυτοί, αν και είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους, παραβιάζουν τελικώς και τα δυο, δημιουργώντας αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, υπό τις προϋποθέσεις της απόφασης C-168/15. Ενδεχόμενη αναγωγική ευθύνη δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθόσον εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαφράς αμέλειας...

Η δεύτερη απόφαση εκδόθηκε στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑568/14 έως C‑570/14. Σύμφωνα με αυτήν
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία δεν επιτρέπει στον δικαστή, σε περίπτωση ασκήσεως ατομικής αγωγής από καταναλωτή με αίτημα την αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιεχόμενης σε σύμβαση του τελευταίου με επαγγελματία, να διατάξει αυτεπαγγέλτως, για όσο χρόνο το κρίνει σκόπιμο, τη λήψη προσωρινών μέτρων εν αναμονή της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης επί εκκρεμούς συλλογικής αγωγής με την οποία θα δοθεί λύση που θα ισχύσει και για την ατομική αγωγή, ακόμη και όταν τέτοια μέτρα είναι αναγκαία προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων τα οποία επικαλείται ο καταναλωτής βάσει της οδηγίας 93/13.

Υπό την παραπάνω παραδοχή, ομοίως με εσφαλμένες μείζονες προτάσεις του δικανικού συλλογισμού, κάποια ελληνικά δικαστήρια, αρέσκονται να εκδίδουν απορριπτικές αποφάσεις, ιδίως σε αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία ασκούν καταναλωτές-δανειολήπτες δανείων CHF εναντίον τραπεζών. Συνήθης αιτιολογία των αποφάσεων αυτών είναι ότι οι αιτήσεις των δανειοληπτών είναι απορριπτέες, είτε διότι δεν υπάρχει το κατεπείγον, είτε διότι με αυτές δήθεν διώκεται η πλήρης ικανοποίηση δικαιώματος.

Έτσι, με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, που περιγράφτηκε παραπάνω, κάποια ελληνικά δικαστήρια, υπολαμβάνουν ψευδή μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αφού αγνοούν τους ειδικούς δικονομικούς κανόνες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (η οποία συνιστά αναγκαστικό δίκαιο, βλ σκέψη 23 της παραπάνω απόφασης) και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, παραβιάζουν και την ΟλΑΠ 16/2013 και καταλήγουν να εφαρμόζουν εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ανεφάρμοστοι εν προκειμένω, με σκοπό να ικανοποιήσουν με σπουδή, τη διάσωση καταχρηστικών τραπεζικών απαιτήσεων.

Η μόνη διαφορά εν προκειμένω είναι η εξής: Οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπόκεινται σε κανένα τακτικό ένδικο μέσο κι ως εκ τούτου, για αυτές, ήδη από την έκδοσή τους, πληροίται η απαίτηση της νομολογίας του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία, αποζημιωτική ευθύνη του κράτους μέλους μπορεί να ιδρυθεί εφόσον η απόφαση, εκ της φύσεώς της, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Έτσι, οι δικαστές αυτοί, αν και είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους, παραβίασαν τελικώς και τα δυο, δημιούργησαν ήδη άμεση αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, αφού στην ειδική αυτή περίπτωση, πληρούνται και οι προϋποθέσεις της απόφασης C-168/15, αλλά και εφόσον η καταχρηστικότητα των ΓΟΣ περί χορήγησης δανείων έχει ήδη κριθεί, έστω και σε πρώτο βαθμό με την 334/2016 ΠΠΑθΕνδεχόμενη αναγωγική ευθύνη δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθόσον εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαφράς αμέλειας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app