Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Περί της εισφοράς του Ν. 128/1975

Το ότι η επιβολή της εισφοράς στους δανειολήπτες είναι μη νόμιμη, είναι γνωστό. Το ότι κάποια δικαστήρια επιμένουν να την κρίνουν ως δήθεν νόμιμη είναι, επίσης, γνωστό.

Αυτή η ανασφάλεια δικαίου, λοιπόν, πράγματι υπάρχει ή είναι επίπλαστη; 





Α. Κατ' αρχάς ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1356/2012) έχει κρίνει ότι
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 1 παρ. 1 και 3 ν. 128/1975, επιβλήθηκε εισφορά σε βάρος των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν στην Ελλάδα υπέρ κοινού λογαριασμού, ανερχομένη σε ποσοστό 1%ο ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων, των χορηγουμένων από αυτά πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων. Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας διάταξης της παρ. 3 του άρ. 1 ν. 128/1975, κατά την οποία "επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος υπέρ λογαριασμού", σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε, όπως η ανωτέρω εισφορά αφορά και βαρύνει αποκλειστικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους δανειολήπτες πελάτες τους. Τούτο συνάγεται και κατ' αντιδιαστολή προς τη διάταξη του άρ. 22 παρ. 2 ν. 2515/1997 (με την οποία επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής της ίδιας εισφοράς και στα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού), έχουσα ως εξής: "Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος". Επί πλέον, με τη διάταξη του άρ. 6 ν. 1676/1986 επιβλήθηκε σε όλα επίσης τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, φόρος με την ονομασία "Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.)", ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 11 παρ. 3 αυτού, επιρρίπτεται από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους (ο φόρος αυτός έχει ήδη καταργηθεί με το άρ. 33 ν. 2873/2000). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρ. 30 παρ. 1 και 2 εδ. α' ν. 2789/2000, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση, που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο το τετραπλάσιο, αν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31.12.1985, β ') το τριπλάσιο, αν συνέβησαν-μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15.4.1998. Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων, στη βάση υπολογισμού του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό. Καταβολές, που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά τις ημερομηνίες της προηγουμένης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα. Ακολούθησε η αντικατάσταση των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 1, και 2 εδ. α' ν. 2789/2000 με το άρ. 42 ν. 2912/2001, ως εξής: Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) Το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Από τις τελευταίες διατάξεις του ν. 2912/2001, καθίσταται σαφές ότι ως συνολική οφειλή από τραπεζικό δάνειο ή αλληλόχρεο λογαριασμό νοείται η υφιστάμενη οφειλή από το κεφάλαιο του δανείου κλπ., προσαυξημένου με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι 50% αυτού, του συνολικού δε τούτου ποσού πολλαπλασιαζόμενου στη συνέχεια με συντελεστή 2, 3 ή 4. Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει αποτελεί την τελική του δανειολήπτη οφειλή, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη σχετική διατύπωση του άνω άρ. 42 ν. 2912/2001, όπου ορίζεται συγκεκριμένως ότι "υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων δεν δύναται να υπερβεί", ενώ με την προηγούμενη, ανάλογη, διάταξη του άρ. 30 ν. 2789/2000, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο αυτό, οριζόταν ότι "η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί" (δηλαδή με το ν. 2789/2000 αναφερόταν ως "συνολική οφειλή" εκείνη που συμπεριλάμβανε μόνον τόκους, ενώ με το ν. 2912/2001 αναφέρεται ως "συνολική οφειλή" η προερχόμενη εκ πάσης αιτίας). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη ως ανωτέρω τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ., θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο ν. 2789/2000, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του αρ, 30 του οποίου προέβλεπε την προαφαίρεση τούτων από τις καταβολές, ρύθμιση που ήδη δεν επαναλαμβάνεται.
Συνεπώς, ήδη το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας έχει αποφανθεί ότι η επιβολή της εισφοράς στους δανειολήπτες είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με το υφιστάμενο εθνικό δίκαιο. 

Β. Περαιτέρω, εφόσον η επιβολή της εισφοράς είναι μη νόμιμη, αντίστοιχα μη νόμιμη είναι η κεφαλαιοποίηση των κονδυλίων της εισφοράς (δηλαδή η άθροιση των κονδυλίων της εισφοράς στο εκάστοτε οφειλόμενο κεφάλαιο). 

Όμως, η άθροιση κονδυλίων στο οφειλόμενο κεφάλαιο παράγει συνέπειες, όπως ιδίως τόκους (τοκισμός) και τόκους εξ ανατοκισμού (ανατοκισμός), οι οποίοι επίσης, σε συνέχεια των ανωτέρω, είναι μη νόμιμοι, καθόσον κατά το προϊσχύσαν (βλ άρθρο 8 περ 6 Ν1083/1980 και την υπ’ αριθμ 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 12 του Ν.2601/1998, άρθρο 30 του Ν.2789/2000, άρθρο 47 του Ν.2783/2000, άρθρο 42 του Ν.2912/2001 και άρθρο 39 του Ν.3259/2004) ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο εφόσον έχει συμφωνηθεί συμβατικώς και μόνο επί καθυστερούμενων τόκων και όχι φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών (ΕφΛαμ 124/2007, ΠολΠρωτΑθ 7607/2007, ΜονΠρωτΑθ 7630/2006).


Γ. Μάλιστα, η επιβολή της εισφοράς πάσχει και από άποψη αντίθεσης στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Συγκεκριμένα κατά το προϊσχύσαν ευρωπαϊκό δίκαιο η παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι
2. Δύνανται να υπαχθούν στον φόρο εισφοράς οι κατωτέρω πράξεις: 
α) … 
β) … 
γ) το δάνειο, το οποίο συνάπτει μία κεφαλαιουχική εταιρία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών-
δ) το δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από ένα εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ιδία λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.
 

Το άρθρο 10 της Οδηγίας 69/335/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι

Άρθρο 10 
Πλην του φόρου εισφοράς, τα Κράτη μέλη δεν εισπράττουν, όσον αφορά τις εταιρίες, ενώσεις προσώπων ή νομικά πρόσωπα, που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκoπούς, κανένα φόρο υπό οποιαδήποτε μορφή: 
α) για τις πράξεις, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 4-
β) για τις εισφορές, δάνεια ή παροχές, που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των πράξεων των αναφερομένων στο άρθρο 4-

Η παρ β του αρ 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων όριζε ότι
Άρθρο 11 
Τα Κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε οποιοδήποτε φόρο οποιασδήποτε μορφής: 
α) την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή θέση σε κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως, καθώς και τα πιστοποιητικά, τα παραστατικά των τίτλων αυτών, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους-
β) τα δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων


Κατά το ισχύον Ευρωπαϊκό δίκαιο, με την Οδηγία 2008/7/ΕΚ κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε το κείμενο της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ. Η οδηγία ρυθμίζει την επιβολή από τα κράτη μέλη έμμεσων φόρων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων. Προβλέπει τη γενική απαγόρευση των εν λόγω φόρων, ιδίως του φόρου εισφοράς, παρόλο που ορισμένες χώρες έχουν ακόμη τη δυνατότητα να τον επιβάλλουν βάσει ορισμένων παρεκκλίσεων. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 16 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ ορίστηκε ότι

Άρθρο 16
Κατάργηση
Η οδηγία 69/355/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες που παρατίθενται στο μέρος Α του παραρτήματος ΙΙ, καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2009, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο μέρος Β του παραρτήματος II.
Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και ερμηνεύονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος III.
 

Στο Παράρτημα ΙΙΙ υπάρχει πίνακας αντιστοιχίας μεταξύ των διατάξεως της Οδηγίας 69/335 και της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ.



Έτσι, το άρθρο 3 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρο 4 παρ 2 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως προκύπτει από το παραπάνω Παράρτημα) ορίζει, πλέον, ότι

Άρθρο 3
Εισφορές κεφαλαίου
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και με την επιφύλαξη του άρθρου 4, οι ακόλουθες πράξεις θεωρούνται ως «εισφορές κεφαλαίου»:
α) …
β) …
γ) …
δ) …
ε) …
στ) …
ζ) …
η) …
θ) το δάνειο, το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρεία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών·
ι) το δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρεία με ένα εταίρο, με τη σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από έναν εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ίδια λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.
 

Η δε παρ 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως προκύπτει από το παραπάνω Παράρτημα) ορίζει, πλέον, ότι

2.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν οποιαδήποτε μορφή έμμεσου φόρου στις ακόλουθες πράξεις:
α) στη δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή θέση σε κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως καθώς και στα πιστοποιητικά των τίτλων αυτών, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους·
β) στα δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματεύσιμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και σε όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως η δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματεύσιμων τίτλων.
 

Σύμφωνα δε με την υπό αριθμητικό στοιχείο 9 επισήμανση του Παραρτήματος Ι της παραπάνω Οδηγίας στον φόρο δεν υπόκεινται

9. εταιρείες ελληνικού δικαίου με την επωνυμία:
i) Ανώνυμος Εταιρεία
ii) Ετερόρρυθμος κατά μετοχάς Εταιρεία
iii) Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης
 
Με τις διατάξεις των άρθρων 17-31 του ν. 1676/86 (ΦΕΚ Α204) ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας μας η Οδηγία 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 «περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων», όπως ισχύει, μετά την κωδικοποίηση και αναδιατύπωσή της ως Οδηγία 2008/7/ΕΚ.
 
Σύμφωνα με το αρ 8 του Ν. 1676/1986
Άρθρο 8.
Αντικείμενο φόρου.

Στο φόρο υπόκεινται:
α.  οι ημεδαπές τράπεζες, που λειτουργούν, σύμφωνα με τις διατάξεις  του ν. 5076/1931 και η Τράπεζα της Ελλάδος.
β. οι  αλλοδαπές ανώνυμες  τραπεζικές  εταιρίες, που  λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.
 
Με το αρ 18 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι
Άρθρο 18.
Φορολογούμενες πράξεις.

1.  Αποτελούν συγκέντρωση  κεφαλαίων  και υπάγονται  στο  φόρο οι κατωτέρω πράξεις:
α) …
β) …
γ) …
δ) …
ε) το δάνειο, που συνάπτει  πρόσωπο του  άρθρου  17, εφ`  όσον  ο δανειστής έχει δικαίωμα σε ποσοστό στα εταιρικά κέρδη,
στ)  το δάνειο,  που  συνάπτει πρόσωπο του άρθρου 17 με εταίρο, τη σύζυγο ή τέκνο, καθώς και το δάνειο, που συνάπτει με  τρίτο  πρόσωπο, εάν για  το  δάνειο τούτο  έχει  εγγυηθεί κάποιος  εταίρος,  με την προϋπόθεση ότι το δάνεια αυτά έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, που έχει και η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου

4.  Δεν υπάγονται  στο  φόρο, κατά  το  μέρος που  δεν  αποτελούν συγκέντρωση κεφαλαίων, οι κατωτέρω πράξεις:
ε`   στ) κάθε σύμβαση ή πράξη που είναι παρεπόμενη των πράξεων του άρθρου τούτου.
(Η περ. δ΄ της παρ. 4 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ και οι περιπτώσεις ε` και στ` αναριθμήθηκαν  σε δ` και ε` αντίστοιχα
με την παρ.2 άρθρο 24 Ν. 3763/2009,ΦΕΚ Α 80/27.5.2009.)

Περαιτέρω, με την παρ 3 του αρ 8 του Ν. 2459/1997 ορίστηκε ότι:
Καταργείται ο κατά περίπτωση επιβαλλόμενος Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών των άρθρον 6 έως και 16 του ν.1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α`) και η εισφορά του άρθρου 1 του ν.128/1975 (ΦΕΚ 173 Α`) στα δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται στα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2, καθώς και στους τόκους και προμήθειες των δανείων και πιστώσεων αυτών τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε δραστηριότητες που ασκούνται σε νησιά της παραγράφου 1.
 
Με την παρ 4 του Ν. 2601/1998 ορίστηκε ότι: 
4. Οι διατάξεις των άρθρων 6-16 του ν. 1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα και για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή πιστωτικών συνεταιρισμών του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α) και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 5-9 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α), από τον κατά περίπτωση χρόνο έναρξης της λειτουργίας τους.
 
Τέλος, με το αρ 40 παρ 5 του Ν. 2065/1992 ορίστηκε όρι
Κατά το άρθρο 40 παρ. 5 του Ν. 2065/1992 (Α 113):
Με εντολή του  Υπουργού Οικονομικών  το  πλεόνασμα του Κοινού Λογαριασμού του άρθρου 1 του ν. 128/1975 που τηρείται στην Τράπεζα της  Ελλάδας και ο οποίος χωρίζεται στους δευτεροβάθμιους λογαριασμούς με  τίτλο:
    α) "Λογαριασμός ενισχύσεων εξαγωγών" Κ.Α. 611555
    β) "Λογαριασμός  επιδοτήσεων επιτοκίου"  Κ.Α.  611451 
δύναται  να μεταφέρεται  σε πίστωση  του  λογαριασμού Νο 200-1 "Ε. Δ. Συγκέντρωση εισπράξεων  - πληρωμών"  και  να  εισάγεται   στο   Γενικό  Κρατικό Προϋπολογισμό σαν έσοδο αυτού.


Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω προκύπτει κατ’ αρχάς ότι η εισφορά του Ν. 128/1975 αποτελεί έμμεσο φόρο (βλ. παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975) ο οποίος αποδίδεται από τις τραπεζικές ανώνυμες εταιρείες στο Ελληνικό Δημόσιο και αποτελεί έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού (βλ. αρ 40 παρ 5 Ν. 2065/1992). 



Όμως, στον φόρο υπόκεινται κατ’ αρχήν οι ημεδαπές ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες που λειτουργούν υπό το καθεστώς του Ν. 5076/1931 (ΦΕΚ Α 186/07-07-1931) «περί ανωνύμων εταιρειών και τραπεζών» (βλ. αρ 8 του Ν. 1676/1986). Απεναντίας, δεν αποτελούν κατ’ αρχήν αντικείμενο του φόρου οι πιστώσεις και οι παρεπόμενες ή απορρέουσες εξ αυτών απαιτήσεις, όπως επί παραδείγματι το δάνεισμα ή οι πάσης φύσεως τόκοι.


Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 1969 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως αυτή κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε με την Οδηγία 2008/7/ΕΚ και λογίζεται ότι έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με τα άρθρα 17-31 του Ν. 1676/86 (ΦΕΚ Α204), θα μπορούσε να επιβληθεί έμμεσος φόρος υπό τη φύση της εισφοράς σε δάνειο, το οποίο συνάπτει μία κεφαλαιουχική εταιρία, εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών ή σε δάνειο το οποίο συνάπτει μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, καθώς επίσης το δάνειο που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο, εάν τούτο είναι εγγυημένο από ένα εταίρο, υπό τον όρο ότι τα δάνεια αυτά έχουν την ιδία λειτουργία με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου (βλ. παρ 2 του άρθ 4 της της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ όπως κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε ως άρθρο 3 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ).

Και τούτο διότι τα παραπάνω δάνεια έχουν το χαρακτήρα εισφοράς προς το σκοπό της επαύξησης της εταιρικής περιουσίας κι ως εκ τούτου δύνανται να υπαχθούν σε έμμεση φορολογία (βλ. απόφαση Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-392/00).

Όμως, στην πλειονότητα των καταναλωτικών δανείων (=δανείων που χορηγήθηκαν σε καταναλωτές), δεν πληρώνονται οι προϋποθέσεις επιβολής φόρου εισφοράς, αφού 
α) ερευνητέο δεν είναι δάνειο που συνήψε μία κεφαλαιουχική εταιρία, αλλά δάνειο που συνήφθη από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των καταναλωτών 
β) στη σύμβαση δεν ορίζεται ότι ο εκάστοτε πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών, αφού, άλλωστε, επί φυσικών προσώπων δεν υπάρχει καν εταιρεία επί των κερδών της οποίας θα μπορούσε να αποβλέψει ο πιστωτής
γ) δεν ερευνάται δάνειο το οποίο συνηψε μια κεφαλαιουχική εταιρία με ένα εταίρο, με την σύζυγο ή τέκνο ενός εταίρου, αφού οι καταναλωτές και ιδίως τα φυσικά πρόσωπα δεν είναι εταίροι της τράπεζας ή σύζυγοι ετέρων της τράπεζας ή τέκνα εταίρων της τράπεζας 
δ) δεν ερευνάται δάνειο που συνήφθη με τρίτο πρόσωπο, όντας το δάνειο εγγυημένο από κάποιον εταίρο, αφού ουδείς εταίρος της τράπεζας εγγυάται για τις χορηγηθείσες πιστώσεις 
ε) και ουδόλως το εκάστοτε χορηγηθέν δάνειο κατευθύνθηκε ουδέ επιτέλεσε τη λειτουργία αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου, αφού άλλωστε, ιδίως επί των φυσικών προσώπων δεν υφίσταται οποιαδήποτε εταιρεία , ουδέ το δάνειο επαύξησε οποιαδήποτε εταιρική περιουσία ή κεφάλαιο. 

Όμως, πέραν των παραπάνω ειδικών κατηγοριών δανείων, τα κράτη-μέλη της ΕΕ απαγορεύεται να επιβάλλουν οποιονδήποτε φόρο, οποιασδήποτε μορφής σε δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους και όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως την δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση αυτών των ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων (βλ αρ. 11 της Οδηγίας 69/355/ΕΟΚ, όπως κωδικοποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε ως άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα άρθρα 17-31 του ν. 1676/86, όπως ο τελευταίος ισχύει).

Τα δε τραπεζικά δάνεια στην Ελληνική επικράτεια αποτελούν διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους, από του έτους 2003 (βλ. αρ 10 Ν. 3156/2003 και ήδη αρ 3 του Ν. 4354/2015, με τα οποία επιτράπηκε η τιτλοποίηση και η μεταβίβαση απαιτήσεων που απορρέουν από δάνεια, αντιστοίχως), αφού ως χρεωστικός τίτλος ορίζεται χρηματοοικονομικό στοιχείο που αποφέρει χρηματορροές κεφαλαίου και τόκου σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (ο ορισμός λήφθηκε από το Παράρτημα του Ν. 4308/2014, ΦΕΚ Α' 251/24-11-2014, σελ. ΦΕΚ: 7698).

Έτσι, κατ’ εφαρμογή όλων των παραπάνω και σε εκτέλεση της παρ 4 του αρ 18 του Ν. 1676/1986 επί κάθε καταναλωτικής συμβάσεως (=συμβάσεως που συνάπτουν καταναλωτές με προμηθευτή) αποδεικνύεται παράνομη η επιβολή της εισφοράς του Ν. 128/1975, αφού τα δάνεια των καταναλωτών δεν ανήκουν σε καμία εκ των πράξεων της παρ 1 του αρ 18 του Ν. 1676/1986, επί των οποίων θα μπορούσε να επιβληθεί νομίμως φόρος εισφοράς. 

Άλλωστε, η εκάστοτε δανειακή σύμβαση δεν αποτελεί ούτε άμεση, ούτε έμμεση ή και παρεπόμενη πράξη ή σύμβαση επί οποιασδήποτε πράξης συγκέντρωσης κεφαλαίου, ώστε να είναι η καθ’ οιονδήποτε επιβάρυνσή της με φόρο εισφοράς.

Απεναντίας, αποδεικνύεται ότι τα δάνεια αποτελούν διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους κατά την παρ 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/7/ΕΚ (πρώην άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ) επί των οποίων απαγορεύεται η επιβολή έμμεσων φόρων, περιλαμβανομένης της εισφοράς του Ν. 128/1975.


1 σχόλιο:

Παντελής Ορφανίδης είπε...

μπορειτε να μου ετοιμασετε μια αγωγη κατα των τραπεζων δια την εισφορα 128/75 να την καταθεσω εις τα δικαστηρια της δραμας?ολοι γραφουν το λενε αλλα μυνηση η αγωγη δεν κανει κανενας.ρωτησα πολους δικηγορους και κανενας δεν μου ετοιμαζει. να παω τις τραπεζες δια καταχρηση κ.λ.π.

Δημοσίευση σχολίου

de jure app