Τρίτη 10 Μαΐου 2016

"Συνεργάσιμος δανειολήπτης" και Ν. 3869/2010

Και πάνω που, λόγω αποχής, κοντεύω να ξεχάσω τα λίγα νομικά που ξέρω, μου τέθηκε από έναν πολύ καλό μου φίλο το εξής ερώτημα:


Δανειολήπτης, ο οποίος χαρακτηρίστηκε "μη συνεργάσιμος" από την τράπεζα, μπορεί να κάνει αίτηση του Νόμου Κατσέλη;


Χμ...Θεωρητικά όχι! 

ΟΜΩΣ, ναι μεν ο Νόμος ορίζει ότι ο χαρακτηρισμός του συνεργάσιμου δανειολήπτη αποδίδεται από την τράπεζα και αποτελεί προαπαιτούμενο για την παραδεκτή κατάθεση αιτήσεως στο Δικαστήριο, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας και να εξετάσουμε κάποιες ειδικότερες παραμέτρους, προτού απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα:

Α. Η εξουσία χαρακτηρισμού του δανειολήπτη από την τράπεζα, αφού δημιουργεί δικονομικό προαπαιτούμενο ή έστω, υποχρεωτική προδικασία, συνιστά αποδιδόμενη στην τράπεζα ΔΗΜΟΣΙΑ εξουσία, διότι εξαρτά από ένα νομικό πρόσωπο του ιδιωτικού δικαίου, την πλήρωση ή μη των προϋποθέσεων του παραδεκτού της κατάθεσης αιτήσεως, δηλαδή την πλήρωση ή μη δικονομικών προϋποθέσεων, που αφορούν στη δημόσια τάξη, για την έγκυρη υποβολή αιτήσεως του Ν. 3869/2010. 

Όμως, κατά το μέρος, που η εν λόγω προδικασία (δηλαδή, η τραπεζική δράση!) καθορίζει εκ των προτέρων, όρια δικανικής κρίσης και ιδρύει συνέπειες για το παραδεκτό της εκάστοτε αιτήσεως, επεμβαίνει και καταλύει τον αναπαλλοτρίωτο πυρήνα των άρθρων 20 και 25 του Συντάγματος, καθώς στις περιπτώσεις που το Σύνταγμα θεσπίζει ατομικά δικαιώματα, τα οποία μπορούν να υπαχθούν σε ρυθμιστική επέμβαση και περιορισμούς από το νομοθέτη, όπως είναι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη μπορούν να υποστούν περιορισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί: α) επιδιώκουν θεμιτούς και συμβατούς με την έννομη τάξη σκοπούς, β) ότι δεν θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος, και γ) υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των περιορισμών και του επιδιωκομένου με αυτούς σκοπού. Έτσι, οποιαδήποτε επέμβαση επιχειρείται, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση από «διοικητική» δράση στην ενάσκηση τους (πόσο μάλλον από τη «διοικητική» δράση μιας εταιρίας που λειτουργεί με όρους της ιδιωτικής επιχειρηματικής οικονομίας), επιβάλλεται να είναι ελεγκτή από τον δικαστή, προκειμένου να ελέγχεται, κάθε φορά, αν, κατά την θέσπιση της περιοριστικής αυτής στο οικείο δικαίωμα επεμβάσεως, τηρήθηκαν οι τρεις ως άνω προϋποθέσεις.

Εν προκειμένω, η παραδεκτή άσκηση αιτήσεως του Ν. 3869/2010 καταλήγει να τελεί, ως δικαίωμα υπό όρο ή αίρεση και πάντως, δικαίωμα μαχητό, υποκείμενο στην εξουσιαστική διάθεση της τράπεζας, η οποία μπορεί να διαμορφώνει μονομερώς και κατά το δοκούν τον σχετικό χαρακτηρισμό.

Για την άσκηση της εξουσίας αυτής, λοιπόν, η τράπεζα μπορεί και πρέπει να ελεγχθεί, έστω και παρεμπιπτόντως, από το Δικαστήριο της κύριας δίκης, σχετικά με την τήρηση των εγγυήσεων της θεμιτής και δίκαιης κρίσης, της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. 

Τούτο είναι κατά την κοινή λογική, κατά το Σύνταγμα και το Νόμο αναγκαίο, καθόσον, οι εσωτερικές διαδικασίες, υπό τις οποίες η κάθε τράπεζα αποδίδει μια ιδιότητα δεν είναι ούτε δημόσιες, ούτε διαφανείς, ούτε εκ των προτέρων γνωστές, ούτε αιτιολογημένες, ούτε υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας ή/και σκοπιμότητας, ούτε γίνονται με κριτήρια εκ των προτέρων γνωστά και συγκεκριμένα, ούτε προβλέπεται διαδικασία επανεξέτασης σε περίπτωση σφάλματος, ούτε πληρείται το απαιτούμενο της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερόμενου. 

Έτσι, τόσο η έλλειψη οποιουδήποτε ελέγχου νομιμότητας ή, έστω και διοικητικού ελέγχου των τραπεζικών ενεργειών, από την καθ' ύλην αρμόδια για την άσκηση του ελέγχου της κανονιστικής συμμόρφωσης, Τράπεζα της Ελλάδος, όσο και η απεριόριστη δυνατότητα εφαρμογής αμφισβητούμενων, κρυφών, αδιαφανών και ανέλεγκτων πρακτικών από την κάθε τράπεζα, παρίστανται κατ' αρχάς ως αντίθετες και παραβιάζουσες τα άρθρα 20 και 25 του Συντάγματος. 

Β. Εξάλλου, το εάν ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος ή όχι, αποτελεί ζήτημα ουσίας και πάντως, είναι αποδεικτέο κατά τη διαδικασία της συζήτησης της αίτησης στο ακροατήριο. Δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι ζήτημα μονομερούς χαρακτηρισμού των πολιτών, χαρακτηρισμός από τον οποίο εξαρτάται η παραδεκτή άσκηση ένδικου βοηθήματος. Εξάλλου, η εν λόγω έρευνα ήδη καλυπτόνταν από την προϊσχύσασα διαδικασία, υπό την έννοια του απαιτούμενου αποκλεισμού της κακοπιστίας και της δολιότητας του εκάστοτε αιτούντος, προκειμένου να κριθεί νομικά και ουσιαστικά βάσιμη η αίτησή του. Συνεπώς, ο επιβληθείς περιορισμός δεν είναι ούτε εύλογος, ούτε stricto sensu ανάλογος, ουδέ ήρθε να καλύψει οποιοδήποτε νομοθετικό κενό.

Απεναντίας, με την εν προκειμένω εξεταζόμενη νομοθετική ρύθμιση δημιουργούνται εξωφρενικά νομικά αδιέξοδα, ενδεικτικά αναφερομένων των ακολούθων: 

α) Με τον μονομερή χαρακτηρισμό πολιτών ως δήθεν "μη συνεργάσιμων" ο νομοθέτης πετυχαίνει εξάρτηση της παραδεκτής άσκησης νόμιμου ουσιαστικού δικαιώματός του πολίτη από κατ' αρχήν ανέλεγκτες πράξεις ή παραλείψεις της τράπεζας. Πλην όμως, εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων!

Η τράπεζα έχει συμφέρον να χαρακτηρίσει έναν δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμο, ώστε να αποφύγει τη δικαστική εμπλοκή και το ενδεχόμενο απομείωσης της απαίτησής της, την ίδια στιγμή που ο δανειολήπτης έχει έννομο συμφέρον να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να ζητήσει τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του!

β) Ένας δανειολήπτης, που θα υποβάλλει κανονικά τα έγγραφα του Ν. 4224/2013, ώστε να χαρακτηριστεί συνεργάσιμος, θα δεχτεί πρόταση ρύθμισης της οφειλής του. Ας υποθέσουμε ότι όντως ο δανειολήπτης είναι πολύ συνεργάσιμος και θα δεχτεί να συνυπογράψει την προταθείσα ρύθμιση. Αν η τράπεζα, κατά εκδήλωση της εξουσιαστικής θέσης της στη συναλλαγή, συμπεριλάβει στους ΓΟΣ της προτεινόμενης ρυθμιστικής σύμβασης, τον Όρο, ότι η εν λόγω πράξη αποτελεί ανανέωση της οφειλής, τότε αμέσως, δοθέντος ότι έχουμε ανάληψη νέου χρέους, το χρέος αυτό θα παραμείνει αρρύθμιστο, ως μη εντεταγμένο στην αρχική αίτηση του Ν. 3869/2010! 

Δηλαδή, με την ερευνώμενη διάταξη ήδη δημιουργήθηκε το νομικό υπόβαθρο της εκ πλαγίου αδρανοποίησης του Ν. 3869/2010 και της εκ πλαγίου καταστρατήγησης της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης, μη ερευνώμενων, σε αυτή την ανάρτηση, και άλλων λόγων για τους οποίους η αίτηση του δανειολήπτη καθίσταται πλέον απορριπτέα και στην ουσία της (πχ λόγω παραβίασης της αρχής της καθολικότητας των πιστωτών)!

γ) Περαιτέρω, είναι γνωστή, η τραπεζική πρακτική, που στόχο έχει είτε να συντμήσει το νόμιμο χρόνο απόκρισης του δανειολήπτη, είτε να περιορίσει δικαιώματά του, είτε να εξαφανίσει δικαιώματά του, είτε να εξοπλίσει με υπερ-δικαιώματα τον δανειστή, είτε να γεννήσει μη νόμιμο ύψος απαίτησης, κατά το υπερβάλλον του νομίμου.

Σε αυτές τις πρακτικές περιλαμβάνεται και η επιβολή ΓΟΣ που έχουν νομολογηθεί άκυροι ως καταχρηστικοί και των οποίων η χρήση απαγορεύεται από την υπ' αριθμ Ζ1-798/2008 Υπουργική Απόφαση. 

Με την ερευνώμενη διάταξη, όμως, οι έστω και παραχθείσες από μερικώς ή ολικώς μη νόμιμη αιτία απαιτήσεις της τράπεζες, παρίστανται ως δικαιώματα υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για την πολιτεία, σε σχέση με την προστατευτέα ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και την αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του κράτους.

Ο πολίτης υποχρεούται, ευθέως ή εκ πλαγίου, να αναγνωρίσει ύψη απαιτήσεων που προήλθαν από τέτοιους ΓΟΣ, για να χαρακτηριστεί "συνεργάσιμος", την ίδια στιγμή που η τράπεζα, η οποία παραβιάζει επί σειρά 15 ετών την ΑΠ 1219/2001, επί σειρά 11 ετών την ΑΠ 430/2005 και επί σειρά 8 ετών την Ζ1-798/2008 Υπουργική Απόφαση, όχι μόνο δεν υφίσταται την παραμικρή κύρωση, αλλά απεναντίας, αναδεικνύεται σε θεσμικό  οιονεί Δικαστή των πολιτών.  

Μετά από τις παραπάνω περιληπτικές σκέψεις, νομίζω ότι ο χαρακτηρισμός ενός δανειολήπτη ως συνεργάσιμου ή μη, είναι απολύτως άνευ οποιασδήποτε ουσίας, οι δε ερευνώμενες νομοθετικές διατάξεις, θα πρέπει να μείνουν ανεφάρμοστες, ως αντισυνταγματικές.

ΥΓ: Αυτό ήταν μόνο μια σειρά από σκέψεις μου. Θα επανέλθω με έτοιμο κείμενο (θεωρία και νομολογία), ώστε να είναι δυνατή η συμπερίληψή του, ως μέρους του δικογράφου στις αιτήσεις που θα κατατεθουν και θα παρουσιάζουν το παραπάνω πρόβλημα. 

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

ΔΕΕ: Δυο νέες πολύ σημαντικές αποφάσεις

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (για συντομία, εφεξής, ΔΕΕ) προχώρησε στην έκδοση δυο πρόσφατων αποφάσεων, κατά την άποψή μου πολύ σημαντικών αναφορικά με την οφειλόμενη ενιαία προστασία, που πρέπει να απολαμβάνουν οι καταναλωτές σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Έτσι, στην πρώτη απόφαση (C-49/14) το Δικαστήριο έκρινε ότι
"Η οδηγία 93/13/EOK του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, που δεν επιτρέπει στον δικαστή ο οποίος έχει επιληφθεί κατά το στάδιο της εκτελέσεως μιας διαταγής πληρωμής να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας η οποία περιέχεται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, όταν η αρχή που αποφάνθηκε επί της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής δεν είναι αρμόδια να προβεί σε μια τέτοια εκτίμηση."

Ακροθιγώς αναφέρω, ότι θεωρώ πολύ σημαντική την απόφαση αυτή, διότι, κατά την άποψή μου, ανοίγει ευθεία οδό αποζημίωσης των δανειοληπτών, είτε από τους Δικαστές, οι οποίοι, αν και όφειλαν να διαπιστώσουν την ύπαρξη καταχρηστικοτήτων σε μια δανειακή σύμβαση, κατά το στάδιο της υποβολής αίτησης για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, παρέλειψαν να πράξουν τούτο, αναγκάζοντας τους δανειολήπτες να υποστούν τις συνέπειες των καταχρηστικοτήτων, είτε από τους Δικαστές, οι οποίοι, αν και όφειλαν και να διαπιστώσουν την παράλειψη συναδέλφου τους και εντεύθεν, να καταστήσουν ανενεργούς τους προσβαλλόμενους ΓΟΣ, κατά τρόπο που να μην παράγουν δυσμενή αποτελέσματα για τους δανειολήπτες, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους.
  
Την απόφαση μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ

Στη δεύτερη απόφαση C-377/14
"1) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική δικονομική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, αφενός, δεν επιτρέπει στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της εν λόγω διαδικασίας να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικών ρητρών από τις οποίες απορρέουν απαιτήσεις αναγγελθείσες στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, μολονότι το δικαστήριο αυτό έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία, και, αφετέρου, παρέχει στο δικαστήριο αυτό την εξουσία να εξετάζει μόνον εγχειρόγραφες απαιτήσεις και μόνο για περιορισμένο αριθμό λόγων σχετικών με την παραγραφή και την απόσβεση των απαιτήσεων αυτών.

2) Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο διαφοράς σχετικής με απαιτήσεις απορρέουσες από σύμβαση πίστωσης κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αν έχει τηρηθεί η υποχρέωση πληροφόρησης την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή και να αντλεί όλες τις συνέπειες που επιφέρει, κατά το εθνικό δίκαιο, η παράβασή της, υπό τον όρο ότι οι κυρώσεις πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 της εν λόγω οδηγίας.

3) Τα άρθρα 3, στοιχείο ιβ΄, και 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 καθώς και το σημείο I του παραρτήματος I της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι το συνολικό ποσό της πίστωσης και το ποσό της ανάληψης συνιστούν τα ποσά που τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή, με αποτέλεσμα να αποκλείονται τα ποσά που χρησιμοποιεί ο πιστωτικός φορέας για την κάλυψη των συνδεόμενων με την οικεία πίστωση εξόδων και τα οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε καταβάλλονται στον εν λόγω καταναλωτή.

4) Οι διατάξεις της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν το ποσό της αποζημίωσης που επιβάλλεται στον καταναλωτή ο οποίος δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του είναι δυσανάλογα υψηλό, κατά την έννοια του σημείου 1, στοιχείο ε΄, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, πρέπει να αξιολογηθεί το σωρευτικό αποτέλεσμα όλων των σχετικών ρητρών που περιλαμβάνονται στην οικεία σύμβαση, ανεξαρτήτως του αν ο πιστωτής επιδιώκει πράγματι την πλήρη εκτέλεση καθεμίας από αυτές, και ότι, εφόσον συντρέχει λόγος, σε περίπτωση που εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι ορισμένες ρήτρες είναι καταχρηστικές, στο δικαστήριο αυτό εναπόκειται δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, να συναγάγει όλες τις εξ αυτού απορρέουσες συνέπειες αφήνοντας ανεφάρμοστες τις ρήτρες που κηρύχθηκαν καταχρηστικές, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από αυτές."

Κατ' αρχάς, αυτή η απόφαση δικαιώνει απόλυτα τη θέση μου, ήδη από το 2011, όταν επέμενα να αναφέρω στις αιτήσεις του 3869/2010 ("Νόμος Κατσέλη) ότι ακόμα και στη διαδικασία της αφερεγγυότητας θα έπρεπε να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως οι συντρέχουσες καταχρηστικότητες των δανειακών συμβάσεων.

Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση 
"Εν προκειμένω, αφενός, η υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξέτασης του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ρητρών και της παρουσίας υποχρεωτικών πληροφοριακών στοιχείων σε σύμβαση πίστωσης συνιστά δικονομικό κανόνα που δεσμεύει όχι τους ιδιώτες αλλά τα δικαιοδοτικά όργανα (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová, C‑34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 67, καθώς και της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Finanmadrid EFC, C‑49/14, EU:C:2016:98, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)."

Αντί της δικής μου θέσης, νομολογιακά κυριάρχησε (δίχως κανένα νομικό έρεισμα, όπως είχε συμβεί με την θεώρηση των εμπόρων ως δήθεν μη καταναλωτών, θέση που εξαερώθηκε με την ΟλΑΠ 13/2015, και εξακολουθεί να συμβαίνει όταν η πλειοψηφία των Δικαστών έχει ως διάδικο μια ή περισσότερες τράπεζες, οπότε εφευρίσκονται διάφορα τέτοια οιονεί δικονομικά και ουσιαστικά προνόμια των τραπεζών) κυριάρχησε η αντίληψη ότι ο αιτών του Ν. 3869/2010 προβαίνει σε οιονεί αποδοχή του ύψους της οφειλής (!). 

Τελικά, το ΔΕΕ, 5 χρόνια μετά, δικαιώνει και τις θέσεις και τα υποδείγματα που έχω δημοσιεύσει, στα οποία ποτέ δεν έπαψα να βάλλω κατά των ΓΟΣ των δανειακών συμβάσεων, τονίζοντας ότι το εκάστοτε Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τις καταχρηστικότητες των ΓΟΣ, ώστε από την οριστική απόφαση να μην δεσμεύονται οι δανειολήπτες (και εκ των πραγμάτων, καταναλωτές) από καταχρηστικά διαμορφωμένα ύψη απαιτήσεων.

Πάντως, η απόφαση είναι ιδανική για άντληση επιχειρημάτων (ιδίως όσον αφορά την "παράτυπη συμπερίληψη, στο συνολικό ποσό της πίστωσης, ποσών εμπιπτόντων στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή που έχει κατ’ ανάγκη ως συνέπεια τον προσδιορισμό του ΣΕΠΕ σε χαμηλότερο επίπεδο, δεδομένου ότι ο υπολογισμός του εξαρτάται από το συνολικό ποσό της πίστωσης" -βλ σκέψη 87 της απόφασης). 

Σημειώνεται ότι οι τράπεζες μνημονεύουν ΣΕΠΕ που υπολείπεται ακόμα και των ονομαστικών επιτοκίων, συνεχίζοντας πρακτικές αδιαφάνειας δεκαετιών, που έσπευδε και δυστυχώς, μια μικρή μερίδα Δικαστών εξακολουθεί να σπεύδει να νομιμοποιεί.

Την απόφαση μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Μια πρώτη αντίκρουση των νέων τραπεζικών ισχυρισμών

Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται μια μικρή αλλά ουσιώδης μεταβολή των τραπεζικών ισχυρισμών στο θέμα των δανείων που υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν σε ελβετικό φράγκο. 

(Βέβαια, σε δικονομικό επίπεδο η μεταστροφή των ισχυρισμών αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη για το πόση αλήθεια κομίζουν και εισφέρουν οι τράπεζες στα ακροατήρια των Ελληνικών Δικαστηρίων. Αλλά το θέμα αυτό ας το εκτιμήσουν και ας το αντιμετωπίσουν οι καθ' ύλην αρμόδιοι άρχοντες των ακροατηρίων, οι Δικαστές. Άλλωστε, αντικείμενο αυτής της ανάρτησης δεν είναι η δικονομική αντιμετώπιση των αντιφατικών/ψευδών ισχυρισμών αλλά η ουσιαστική απόδειξη της αλήθειας τους) 

Ας δούμε συγκριτικά τι ισχυρίζονταν μέχρι την εκδίκαση της Συλλογικής Αγωγής και τι λένε τώρα:


Α. Μέχρι τώρα μας έλεγαν, ότι οι τράπεζες αντιμετωπίζουν συναλλαγματικό κίνδυνο. Ήδη από το ακροατήριο της Συλλογικής Αγωγής κατέστη με κατηγορηματικό τρόπο σαφές (από τους μάρτυρες της τράπεζας!) ότι η τράπεζα δεν αντιμετωπίζει κανέναν συναλλαγματικό κίνδυνο. Άλλωστε, μάθαμε, ότι η έκθεση μιας τράπεζας σε συστημικό κίνδυνο (στον οποίο περιλαμβάνεται και ο συναλλαγματικός κίνδυνος) απαγορεύεται από το κανονιστικό πλαίσιο της λειτουργίας τους!


Έτσι, τώρα μας λένε ότι έχουν κίνδυνο αγοράς, κίνδυνο ρευστότητας και χρηματοπιστωτικό κίνδυνο. Συνακόλουθα, μας λένε, ότι τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο επιτείνουν τους παραπάνω κινδύνους για την τράπεζα. Αυτοί οι κίνδυνοι, όμως, είναι συνυφασμένοι, αφενός με την ίδια την υπόσταση της τράπεζας, ως χρηματοπιστωτικού οργανισμού και αφετέρου, με την φύση της επιχειρηματικής δράσης της τράπεζας (είναι κίνδυνοι περί το επιχειρείν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από μάρτυρα τράπεζας, στο ακροατήριο της Συλλογικής Αγωγής). Οι δε κίνδυνοι αυτοί καλύπτονται (και) από τα επιτοκιακά περιθώρια, από τα οποία, όχι μόνο αντισταθμίζονται αλλά προκύπτουν και τα κέρδη της τράπεζας.

Πάντως, ο ισχυρισμός περί αντιμετώπισης συναλλαγματικού κινδύνου, δήθεν ικανού να εξαερώσει το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ως δια μαγείας εξαφανίστηκε.

(Στο μεταξύ, μια σειρά ατυχών δικαστικών αποφάσεων ήδη εξέθεσαν την ποιότητα της παρασχεθείσας Δικαιοσύνης καθώς, κάποιοι Δικαστές έσπευσαν να πειστούν για την συνδρομή ανύπαρκτων συναλλαγματικών κινδύνων...) 


Β. Αυτή τη φορά, οι τράπεζες χρησιμοποιούν με μεγάλη ένταση ορολογία χρηματαγοράς. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιούν την έννοια του margin (=περιθώριο). Υποθέτοντας, όμως, ότι είναι αδύνατον οι Δικαστές να γνωρίζουν τέτοια εξειδικευμένη ορολογία, εξηγούν το περιθώριο ως "απαίτηση ενεχύρου". 


Ας δούμε πώς ορίζονται όλοι οι όροι της χρηματαγοράς, από την dailyfx (εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται αποκλειστικά στις συναλλαγές χρηματαγοράς)

Οι χρηματαγορές, δηλαδή οι αγορές συναλλάγματος, λειτουργούν χρησιμοποιώντας, κυρίως, δυο χρηματοοικονομικά εργαλεία, το περιθώριο (margin) και τη μόχλευση (leverage). Η μόχλευση και ο κίνδυνος είναι αλληλένδετα. Ένα υψηλό ποσοστό μόχλευσης αυξάνει το κέρδος αλλά και το ποσό απώλειας. Για κάθε θέση που έχει ανοιχτεί στην αγορά Forex (FOREX ονομάζεται η παγκόσμια αγορά συναλλάγματος), ορισμένα χρήματα είναι δεσμευμένα μέχρι η θέση αυτή να κλείσει. Τα χρήματα που χρησιμοποιούνται για την αγοραπωλησία των νομισμάτων πρέπει να μπλοκαριστούν στον λογαριασμό του νομισματέμπορου. Τα χρήματα αυτά ονομάζονται ονομάζονται «απαιτούμενο περιθώριο». 

Τα χρήματα που έχουν ήδη επενδυθεί, με το άνοιγμα της θέσης, ονομάζονται «χρησιμοποιούμενο περιθώριο». Αυτά τα χρησιμοποιημένα χρήματα δεν είναι τα μόνα που έχουν τον κίνδυνο απώλειας. 

Παραδειγματικά, μπορούμε να θεωρήσουμε τα χρήματα αυτά ως προκαταβολή. Εφ’ όσον η θέση παραμένει ανοικτή, δεν χρησιμοποιούνται αυτά τα χρήματα. Όταν η θέση κλείσει, τα χρήματα αυτά απελευθερώνεται και πάλι (εφόσον, βεβαίως δεν έχει καταγραφεί απώλεια). 

Όσο ο δείκτης μόχλευσης ανεβαίνει, τόσο τα χρήματα που πρέπει να δεσμευτούν για μια συναλλαγή μειώνονται σε σχέση με αυτά που υπάρχουν. Όσο μειώνεται ο δείκτης μόχλευσης, τα χρήματα που πρέπει να δεσμευτούν για μια συναλλαγή είναι περισσότερα. 

Μετά από αυτή την πολύ σύντομη περιγραφή της λειτουργίας και κυρίως των όρων της χρηματαγοράς, μπορούμε να ορίσουμε ως:

Περιθώριο είναι μια εγγύηση για την πραγματοποίηση μιας ανοικτής θέσης. Το ποσό δεσμεύεται από τον λογαριασμό του πελάτη με το άνοιγμα μιας νέας θέσης και επιστρέφεται στον λογαριασμό συναλλαγής του πελάτη μόλις κλείσει η θέση ή όταν αντισταθμιστεί. 

Μόχλευση είναι η χρήση διαφόρων χρηματιστηριακών προϊόντων ή δανεικού κεφαλαίου, όπως περιθώριο για την αύξηση της ενδεχόμενης απόδοσης της επένδυσης. Επί παραδείγματι, σε συναλλαγές με χαμηλό περιθώριο της τάξης του 1% ή μόχλευση 1:100 (μόχλευση 100 φορές), ο πελάτης μπορεί είτε να αγοράσει, είτε να πουλήσει ένα σταθερό συμβόλαιο (1 σταθερό lot) αξίας US$ 100,000 χρησιμοποιώντας μόνο US$ 1,000 σαν περιθώριο. 

Στην πράξη, η μόχλευση γίνεται αντιληπτή σαν λογιστικός πολλαπλασιασμός των επενδεδυμένων χρημάτων. Έτσι, στο ίδιο παραπάνω παράδειγμα, εφόσον ο νομισματέμπορος επένδυσε 1.000$ και χρησιμοποίησε μόχλευση 1:100, τα χρήματα αυτά, στην χρηματαγορά φαίνονται ως (1.000$ Χ 100=) 100.000$. 

(Είναι πασίδηλο, ότι τα χρήματα αυτά είναι πλασματικά. Η παγκόσμια χρηματαγορά παράγει και διακινεί πάρα πολύ πλασματικό χρήμα. Ως αποτέλεσμα, το 2015 τα χρέη του πλανήτη υπερέβησαν κατά περίπου 3 φορές, το παγκόσμιο ΑΕΠ του πλανήτη

Επανερχόμενοι στο παράδειγμά μας, ένας πελάτης μπορεί να αγοράσει ή να πουλήσει μερίδιο ενός σταθερού συμβολαίου, ενός Mini συμβολαίου (1 mini lot) αξίας US$ 10,000 με απαίτηση περιθωρίου US$100 μόνο. Δηλαδή, φαινομενικά μπορεί να αγοράσει 10.000$ επενδύοντας μόλις 100$. 

Έτσι, σε περίπτωση δυσμενών κινήσεων στην αγορά, όταν το διαθέσιμο περιθώριο του λογαριασμού πέσει κάτω από τα US$ 100, ο λογαριασμός συναλλαγής θα είναι κάτω από το 100% απαιτούμενο περιθώριο και θα είναι σε Κάλεσμα Περιθωρίου. 

Κάλεσμα Περιθωρίου είναι η απαίτηση για επιπρόσθετο κεφάλαιο από τον πελάτη για να φέρει τα ίδια κεφάλαια του λογαριασμού συναλλαγής στο ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο και για την κάλυψη σε τυχόν δυσμενή κίνηση στην τιμή του χρηματιστηριακού προϊόντος στην αγορά.

Με απλά λόγια, λοιπόν, περιθώριο είναι το ελάχιστο ποσό πραγματικών χρημάτων που δεσμεύεται σε κάθε λογαριασμό εμπόρου νομισμάτων, με το οποίο εγγυάται την κατ’ ελάχιστο κάλυψη της εκάστοτε συναλλαγής.

Το περιθώριο πολλαπλασιάζεται λογιστικά κατά ένα συγκεκριμένο λόγο. Ο λογιστικός πολλαπλασιασμός του κεφαλαίου καλείται μόχλευση και αυτή συντελείται κατά τον εκάστοτε επιτρεπόμενο λόγο της μόχλευσης (πχ Χ 100 φορές). Έτσι, επιτυγχάνεται το άνοιγμα μιας θέσης στην αγορά συναλλάγματος, πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με τα πραγματικά επενδεδυμένα και υποκείμενα στους κινδύνους της αγοράς χρήματα. 

Εάν τελικώς, τα χρήματα του περιθωρίου (δηλαδή τα χρήματα που πραγματικά επενδύθηκαν για το άνοιγμα μιας θέσης), λόγω υπερβολικής μόχλευσης και ως υποκείμενα στους κινδύνους της νομισματαγοράς, απομειωθούν σε σημείο που δεν είναι δυνατή η κάλυψη της θέσης, τότε γίνεται κάλεσμα περιθωρίου ή, με απλά λόγια, πρέπει να κατατεθούν περισσότερα χρήματα στο λογαριασμό του εμπόρου νομισμάτων, ώστε να καλυφθεί η συναλλαγή. 

Με τα παραπάνω χρηματοοικονομικά εργαλεία και με παραδειγματική μόχλευση 1:100, σε ένα τυπικό δάνειο 100.000CHF θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι η τράπεζα εξασφάλισε το συνάλλαγμα για την υποτιθέμενη συναλλαγματική χορήγηση του δανείου, ανοίγοντας μια λογιστική θέση για 100.000CHF. Ωστόσο, κάνοντας χρήση της μόχλευσης με λόγο 1:100, για να ανοίξει την εν λόγω θέση χρειάστηκε να επενδύσει στις χρηματαγορές μόλις το ποσό των 1.000CHF ή, έστω, το ισόποσό του σε ευρώ, κατά τη στιγμή ανοίγματος της εν λόγω θέσης στην διεθνή χρηματαγορά. 

Έτσι, ως περιθώριο (margin) ορίζεται τελικά το περιθώριο συναλλαγής, δηλαδή, το ποσό των χρημάτων που προκύπτει με τη χρήση μόχλευσης, Με τη μόχλευση πολλαπλασιάζεται λογιστικά ένα ποσό, ώστε να γίνει συγκεκριμένη συναλλαγή πολλαπλάσιου κεφαλαίου. 

Σε όλα τα παραπάνω, το σημαντικότερο είναι ότι δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια στιγμή που η τράπεζα ισχυρίζεται ότι πουλάει κάτι, την ίδια στιγμή θα πρέπει κάτι άλλο να αγοράζει. Άρα, ακόμα κι αν ήταν αληθείς οι ισχυρισμοί της, τότε όση απώλεια έχει από την αγορά, τόσο κέρδος έχει από την πώληση. 

Συνολικό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό: 

Ας υποθέσουμε ότι ανοίγω μια θέση με 100€ και κάνοντας χρήση της μόχλευσης, αποκτώ περιθώριο συναλλαγής (margin) 10.000€ (μόχλευση Χ100 φορές).
Μπορώ να αγοράσω, λοιπόν, τα CHF που αντιστοιχούν σε 10.000€. 
Για να τα αγοράσω κάνω χρήση όλου του περιθωρίου (10.000€). 

Ας υποθέσουμε ότι πράγματι αγοράζω CHF με ισοτιμία 1€=1,40CHF.
Έτσι, με 100€ αγοράζω (10.000 Χ 1,40=) 14.000 CHF.

Αυτό σημαίνει ότι εικονικά, πούλησα 10.000€ και με αυτά αγόρασα 14.000 CHF.

Εάν η συναλλαγή είναι έντοκη, τότε, για τα ευρώ που πούλησα εισπράττω τόκο (συνήθως Euribor) και αντίστοιχα, για τα Ελβετικά που αγόρασα πληρώνω τόκο (συνήθως Libor CHF). 

Εάν η νομισματική μου θέση αρχίσει να αποβαίνει κερδοφόρα (πχ αρχίσει να ανεβαίνει το Ελβετικό Φράγκο, όπως έγινε στην πραγματικότητα) τότε δεν γίνεται εξάντληση περιθωρίου (ώστε να απαιτηθεί ενέχυρο το οποίο ονομάζεται "κάλεσμα περιθωρίου"). 

Απεναντίας, πολύ απλά καταγράφονται κέρδη!

Στο ίδιο παραπάνω παράδειγμα: 

Εάν το CHF πάει από το 1,40 στο 1,20 (σε σχέση με το Ευρώ) τότε τα 14.000CHF που αγόρασα, θα αντιστοιχούν πλέον σε (14.000 CHF / 1.20=) 11.666,67€.

Δηλαδή, η ισχυροποίηση του Ελβετικού Φράγκου καταγράφηκε ως κέρδος (11.666,67 - 10.000 =) 1.666,67€

Δηλαδή, σε σχέση με την αρχική επένδυσή μου (που ήταν 100€) καταγράφω κέρδη ύψους (1.666,67-100=) 1566,67€ ή 1500%!

Συνεπώς, η ισχυροποίηση του Ελβετικού Φράγκου για τον αγοραστή (που κατά τους τραπεζικούς ισχυρισμούς, είναι η τράπεζα) σε συνδυασμό με την χρήση λογιστικού πολλαπλασιασμού των κεφαλαίων (βλ. μόχλευση 100 φορών) της απέφερε τεράστια κέρδη, ενόψει των οποίων ουδεμία ανάγκη για παροχή ενεχύρου υπήρχε και εξακολουθεί να μην υπάρχει!

- Η απαίτηση ενεχύρου, στην οποία αναφέρεται η τράπεζα θα μπορούσε να είναι το "κάλεσμα περιθωρίου" αλλά αυτό θα γινόταν μόνο εάν εξαντλούνταν ο "αέρας" του περιθωρίου.

Δηλαδή μόνο εάν το Ελβετικό Φράγκο εξακολουθούσε να υποχωρεί σε σχέση με το ευρώ και κινούνταν προς ισοτιμίες της τάξης του 1,70 ή 1,80 κλπ

Σε μια τέτοια περίπτωση, στο ίδιο παραπάνω παράδειγμα:
Εάν το CHF πάει από το 1,40 στο 1,50 (σε σχέση με το Ευρώ) τότε τα 14.000CHF που αγόρασα, θα αντιστοιχούν πλέον σε (14.000 CHF / 1.50=) 9.333,33€.

Δηλαδή, η υποχώρηση του Ελβετικού Φράγκου καταγράφηκε ως ζημία (10.000 - 9.333,33=) -666,67€

Δηλαδή, σε σχέση με την αρχική επένδυσή μου (που ήταν 100€) καταγράφω ζημία ύψους (666,67-100=) 566,67€ ή 500%.

Αν υποθέσουμε, λοιπόν, ότι επειδή η ζημία μου (ύψους 566,67€) έχει υπερβεί το πραγματικό κεφάλαιο που επένδυσα (αρχική επένδυση:100€) κι έτσι εξαντλήθηκε το μοχλευμένο περιθώριό μου, μόνο τότε θα υπήρχε ανάγκη για "κάλεσμα περιθωρίου" (margin call), δηλαδή για καταβολή επιπλέον μετρητών, ύψους 566,67€, ώστε να κρατηθεί ανοιχτή η θέση.

Σε αυτή την περίπτωση, αν δεν καταβάλω αυτά τα χρήματα τότε η θέση θα πρέπει να κλείσει (το κλείσιμο δεν διαφέρει από το κλείσιμο ενός δανειακού λογαριασμού) με ζημία μου και πλέον υποχρεούμαι να πληρώσω τα χρήματα αυτά ως εκκαθαρισμένη απαίτηση του αντισυμβαλλομένου μου, σύμφωνα με το Credit Default Annex.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι προβλέψεις των τραπεζών ήταν σωστές!

Το Ελβετικό Φράγκο, την περίοδο 2005-2008 πωλούνταν από την τράπεζα σε ιστορικά χαμηλές τιμές έναντι του ευρώ (κάποιος ειδικός στη γλώσσα της χρηματαγοράς το χαρακτήρισε "υπερπουλημένο").

Ενόψει δε της επερχόμενης οικονομικής κρίσης αλλά και του αναμενόμενου ιστορικού και οικονομικού κύκλου ενίσχυσης της τιμής του ελβετικού φράγκου (εάν παρακολουθήσουμε ιστορικά την εξέλιξη της τιμής του Ελβετικού Φράγκου θα δούμε επαναλαμβανόμενα μοτίβα εξασθένησης/ενίσχυσης που επαναλαμβάνονται με συχνότητα περίπου 3 ετών, τα οποία βεβαίως ήταν αδύνατο να τα γνώριζαν οι δανειολήπτες), ήταν δεδομένο ότι οι πάγιες αξίες (χρυσός, πετρέλαιο και νομισματικά καταφύγια όπως το CHF) θα αποκτούσαν πρόσθετη αξία.

Έτσι, στην ουσία η τράπεζα, γνώριζε ότι πουλά Ελβετικό Φράγκο στην φτηνότερη τιμή που είχε ποτέ. Και προσδοκούσε, ακριβώς, σε μια ανοδική τάση του νομίσματος, που θα της απέφερε τετραπλά κέρδη:

α. Κέρδη από την ισχυροποίηση του νομίσματος στη διατραπεζική αγορά. Τα χρήματα που δανείστηκε η τράπεζα, εφόσον στην πραγματικότητα κατάφερε να τα έχει πάντοτε στην κατοχή της (καθόσον δεν χορηγούσε αυτούσιο συνάλλαγμα - βλ και σχετικό ισχυρισμό συλλογικής αγωγής), μπορεί μέχρι και σήμερα να τα πουλάει στη διατραπεζική αγορά κερδίζοντας τη συναλλαγματική διαφορά.

β. Κέρδη από την μετακύλιση της ισχυροποίησης του νομίσματος στον δανειολήπτη και είσπραξη αυτής της αυξημένης αξίας (καθόσον αν και δεν χορηγούσε αυτούσιο συνάλλαγμα - βλ και σχετικό ισχυρισμό συλλογικής αγωγής, χρεώνει τους δανειολήπτες ωσάν οι τελευταίοι να προέβησαν σε πραγματική εκταμίευση Ελβετικών Φράγκων, κι έτσι μετατρέπει τους τελευταίους σε μακροχρόνιους νομισματέμπορους-αντισυμβαλλομένους της, στους οποίους μπορεί να πουλά εικονική αξία και μάλιστα υπερτιμημένη κατά περίπου 60% κερδίζοντας τη συναλλαγματική διαφορά).

γ. Κέρδη από το περιθώριο του επιτοκίου (spread) - Αυτό θα έπρεπε να είναι το μοναδικό εμφανές κέρδος της τράπεζας, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, τα επιτοκιακά κέρδη υπολείπονται σε ύψος, σε σχέση με τα κέρδη που αποκόμιζε η τράπεζα με το παιχνίδι των ισοτιμιών.

δ. Κέρδη από τη διαφορά των επιτοκίων (και τούτο διότι η τράπεζα υποτίθεται, ότι δανείζει ή πουλά EUR για τα οποία εισπράττει επιτόκιο Euribor, ενώ δανείζεται ή αγοράζει CHF για τα οποία πληρώνει Libor CHF). To Libor ήταν πάντοτε ιστορικά σημαντικά χαμηλότερο του Euribor με αποτέλεσμα η τράπεζα να έχει κέρδος και από τον απλό δανεισμό των Ευρώ.

Παρά τα παραπάνω, οι τράπεζες ισχυρίζονται ότι από τα δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο κλήθηκαν και καλούνται να καταβάλλουν ενέχυρα. Πρωτάκουστο! 

Ανατρέπεται κάθε αρχή του δικαίου, καθώς, εν έτει 2016 μάθαμε ότι αυτός που κερδίζει από μια συναλλαγή, καλείται δήθεν να καταβάλλει και ασφάλειες.

Ο δε αντισυμβαλλόμενος, ο οποίος (θεωρητικά) χάνει χρήματα (στην πραγματικότητα, χάρη σε συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου -CDS- ούτε κι αυτός χάνει. Αυτό είναι το μεγαλείο του καπιταλισμού, που τη δεκαετία 2002-2011 κόντεψε να μας πείσει, ότι βρήκε τον τρόπο να παράγει στο διηνεκές χρήμα από το τίποτα) ζητά ασφάλειες με ενέχυρα!

Στρεβλώσεις και λογικές ανακολουθίες δίχως τέλος...

Γ. Μόλις πρόσφατα οι Ελληνικές τράπεζες αναφέρονται σε πηγές χρηματοδότησης όπως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο ELA.

Αλλά την εποχή που χορηγήθηκαν τα δάνεια σε Ελβετικό (2005-2007, καθόσον οι τράπεζες στον παρόντα χρόνο έπαυσαν να χορηγούν τα εν λόγω "προϊόντα"), οι Ελληνικές τράπεζες δεν απευθύνονταν στον ELA για την χρηματοδότησή τους. Απευθύνονταν στην ΕΚΤ.

Άλλωστε, ο ELΑ είναι μηχανισμός βραχυχρόνιας ρευστότητας (δεν μπορεί να έχει διάρκεια πάνω από 6 μήνες, δηλαδή). Έτσι, δεν θα μπορούσε να καλύψει χρηματοδοτικές ανάγκες των τραπεζών που θα προέκυπταν από στεγαστικά -κυρίως- δάνεια, με συμβατική διάρκεια 20 ή και πλέον ετών. 

Εξάλλου και η ΕΚΤ και ο ELA, πράγματι μπορούν να παρέχουν ρευστότητα στις τράπεζες. Αλλά στο συγκεκριμένο θέμα υπάρχει ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα. 
Η ρευστότητα παρέχεται σε ευρώ. 

Επομένως ο ισχυρισμός ότι οι τράπεζες προσφεύγουν για ρευστότητα σε ΕΚΤ και ELA αναφορικά με τα δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο, είναι τουλάχιστον παρεκβατικός και στόχο έχει να μπερδέψει τους Δικαστές παρά να τους διαφωτίσει!

Δ. Τέταρτον, η χρηματοδότηση από την ΕΚΤ (και από τον ELA, αν θέλετε) αφορούσε κι εξακολουθεί να παρέχεται σε ευρώ. 

Η ΕΚΤ δεν θα μπορούσε να χορηγεί Ελβετικά Φράγκα. 

Ελβετικά φράγκα θα μπορούσε να χορηγεί η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα. Αλλά η Έκθεση που δημοσίευσε η Ελβετία, λέει ότι συνολικά οι Ελληνικές Τράπεζες δανείστηκαν μόλις περί τα 100 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα και όχι περισσότερα. Συνεπώς, ήταν αδύνατο με 100 εκατομμύρια Ελβετικά Φράγκα να χορηγηθούν 12 δις ευρώ σε στεγαστικά δάνεια Ελβετικού Φράγκου. 

Με τον εν λόγω ισχυρισμό, στην ουσία, λοιπόν, η τράπεζα ομολογεί ότι για να καλύπτει τα δάνεια που υποτίθεται ότι χορηγούσε σε Ελβετικά Φράγκα, δανειζόταν σε Ευρώ! 

Άρα τελικά, ποτέ δεν επρόκειτο για δάνεια σε συνάλλαγμα. 
Ήταν εξ αρχής δάνεια σε ευρώ.
Οι τράπεζες αντλούσαν ρευστότητα σε ευρώ, από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και αυτά τα ευρώ χορηγούσαν στους δανειολήπτες.

Η εφεύρεση του Ελβετικού Φράγκου ήταν πάντα, στην πραγματικότητα, μια νομισματική ρήτρα. 

Η ρήτρα αυτή περιλάμβανε πολλαπλά οφέλη για την τράπεζα αφού:
1. Εισέπραττε ως κέρδος της τουλάχιστον μια συγκεκαλυμμένη προμήθεια (την σε μηνιαία βάση μετατροπή των ευρώ της δόσης του κάθε του δανειολήπτη σε ελβετικά φράγκα).
2. Επιτοκιακό κέρδος εισπραττόμενο απευθείας από τον δανειολήπτη.
3. Επιτοκιακό κέρδος (συγκεκριμένα, κέρδος από το επιτοκιακό διαφέρον από τον δανεισμό ελβετικών φράγκων από τις χρηματαγορές και την ταυτόχρονη δανειοδότηση του αντισυμβαλλομένου της σε ευρώ)
4. Κέρδη από την ισχυροποίηση του νομίσματος στη διατραπεζική αγορά. Τα χρήματα που δανείστηκε η τράπεζα, εφόσον στην πραγματικότητα κατάφερε να τα έχει πάντοτε στην κατοχή της (καθόσον δεν χορηγούσε αυτούσιο συνάλλαγμα), μπορεί μέχρι και σήμερα, είτε να τα πουλάει πολλαπλά σε άλλους δανειολήπτες ή να τα πουλάει στη διατραπεζική αγορά κερδίζοντας τη συναλλαγματική διαφορά.
5. Κέρδη από την μετακύλιση της ισχυροποίησης του νομίσματος στον δανειολήπτη και είσπραξη αυτής της αυξημένης αξίας (καθόσον αν και δεν χορηγούσε αυτούσιο συνάλλαγμα - βλ και σχετικό ισχυρισμό συλλογικής αγωγής, χρεώνει τους δανειολήπτες ωσάν οι τελευταίοι να προέβησαν σε πραγματική εκταμίευση Ελβετικών Φράγκων, κι έτσι μετατρέπει τους τελευταίους σε μακροχρόνιους νομισματέμπορους-αντισυμβαλλομένους της, στους οποίους μπορεί να πουλά εικονική αξία και μάλιστα υπερτιμημένη κατά περίπου 60% κερδίζοντας τη συναλλαγματική διαφορά).
Χάρη στην τόση διαφάνεια των προϊόντων των Ελληνικών τραπεζών, χάρη στην τόση και τέτοια κραυγαλέα σιωπή της Τράπεζας της Ελλάδας, χάρη στις θεσπέσιες στρεβλώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, χάρη στην άγνοια και τον φόβο των πολιτών, χάρη στην τόση και τέτοια Δικαιοσύνη που παρέχει τούτη η Πολιτεία, όσοι δήθεν δανειοδοτήθηκαν σε Ελβετικό Φράγκο, βιώνουν, εδώ και 5 χρόνια, τη δική τους "ζωή εν τάφω"...

Καλό Πάσχα σε όλες και όλους.
Καλή Ανάσταση!

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Υποδείγματα απλών αιτήσεων και δηλώσεων προς τράπεζες

Χάρη στην παρατεινόμενη αποχή των δικηγόρων βρήκα το χρόνο να συγκεντρώσω σε ένα αρχείο όλες εκείνες τις απλές αλλά απαραίτητες αιτήσεις ή/και εξώδικες δηλώσεις/οχλήσεις, που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καθένας -πολίτης ή δικηγόρος- προκειμένου να δημιουργεί εκείνα τα απαραίτητα έγγραφα, με τα οποία αποδεικνύονται κρίσιμα γεγονότα ή παραλείψεις σε κάθε συναλλαγή, του ιδίου (εάν πρόκειται για πολίτη) ή του εντολέα του (εάν γίνει χρήση από δικηγόρο) με οποιαδήποτε τράπεζα. 

Συγκεκριμένα, στο ενιαίο αρχείο περιλαμβάνονται

ΟΔΗΓΙΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΕΩΝ
1. Αίτηση για έγγραφη απάντηση σε περίπτωση άρνησης παραλαβής αιτήσεως ή δηλώσεως
2. Αίτηση για λήψη αντιγράφων δανειακών συμβάσεων και αναλυτική κίνηση δανειακών λογαριασμών
3. Αίτηση για χορήγηση βεβαιώσεων οφειλών του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη)
4. Αίτηση για χορήγηση εγγράφου προσχεδίου προτεινόμενης ρύθμισης
5. Αίτηση προς Alpha για απαιτήσεις προερχόμενες από τη Citibank
6. Δήλωση διορισμού αντικλήτου (για διαχείριση ενοχλήσεων από εισπρακτικές ή/και δικηγορικά γραφεία)
7. Εξώδικη δήλωση αιτούντος του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη) για παράνομο συμψηφισμό από λογαριασμό
8. Εξώδικη δήλωση για άρνηση παραλαβής εγγράφων του Κώδικα Δεοντολογίας σε αιτούντα του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη)
9. Εξώδικη δήλωση για επιστροφή μη νομίμως συμψηφισθέντων ποσών από καταθετικό λογαριασμό
10. Εξώδικη δήλωση επί αρνήσεως παραλαβής αιτήσεως για έκδοση βεβαίωσης οφειλών του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη)
11. Εξώδικη δήλωση προς ΤΠΔ (=Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) για μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή και εξακολούθηση παρακρατήσεων από τον μισθό του αιτούντος κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη)
12. Οδηγίες συμπλήρωσης Κώδικα Δεοντολογίας (Ν. 4224/2014)


Την ανάρτηση αυτή την αφιερώνω στην φορμαλιστική Ελληνική Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, υπενθυμίζοντας το παρακάτω απόσπασμα από τον Νόμο, του Φρεντερίκ Μπαστιά.

"Όταν το πλιάτσικο γίνεται τρόπος ζωής για οργανωμένες ομάδες συμφερόντων μέσα σε μια κοινωνία, τότε με τον καιρό, αυτές θα φτιάξουν ένα νομικό σύστημα που θα τις δικαιώνει και ένα ηθικό σύστημα που θα τις αξιώνει."

Το ενιαίο αρχείο είναι σε συμπιεσμένη μορφή (rar) και μπορείτε να το κατεβάσετε απευθείας στον υπολογιστή σας από ΕΔΩ

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

548/2016 Ειρ. Αθηνών: Ακυρώνεται διαταγή πληρωμής

Με την 548/2016 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών ακύρωσε την προσβληθείσα Διαταγή Πληρωμής διότι:

α) Διαπίστωσε εκτοκισμό και ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, η οποία δεν επιτρέπεται, τέτοιος δε εκτοκισμός και ανατοκισμός καθιστά -κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πάντα- την απαίτηση της τράπεζας αβέβαιη, ανεκκαθάριστη και πλήττει την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης

β) Διαπίστωσε μη νόμιμη μετακύλιση και χρέωση προμηθειών στον δανειακό λογαριασμό. Τέτοιες προμήθειες επιτρέπεται να λογίζονται και να εισπράττονται μόνο στα ομολογιακά δάνεια.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός-ομολογία της τράπεζας, ότι επέβαλε τις εν λόγω προμήθειες για κάλυψη λειτουργικών δαπανών της (πχ για την ενημέρωση της οφειλέτιδας-ανακόπτουσας) κρίθηκε απορριπτέος, καθώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενημέρωση του οφειλέτη αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση της τράπεζας έναντι του καταναλωτή, απορρέουσα από την ΠΔΤΕ 2501/2002 και δεν συνιστά ειδική υπηρεσία που παρέχεται προς όφελος του καταναλωτή, έναντι της οποίας θα εδικαιούτο η τελευταία να επιβάλλει πρόσθετες χρεώσεις.

Σημείωση: Αυτή η απόφαση ήταν μια πολύ καλή αρχή για την συνεργάτιδα (Αγγελική Θεοδωροπούλου) του συνεργάτη μου, κου Αναστασίου Σανδαλάκη. Εύχομαι ολόψυχα αντίστοιχη επιτυχία και στην προσπάθειά της να υπηρετήσει τη Διοικητική Δικαιοσύνη, που την κέρδισε από τη δικηγορία.

Παρατίθεται το κείμενο της απόφασης για μελέτη ενώ για όποιον θέλει να το κατεβάσει στον υπολογιστή του, είναι διαθέσιμο ΕΔΩ

de jure app