Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Απόφασης ΕΔΑΔ "Αντωνοπούλου κατά Ελλάδας" και δάνεια εκφρασμένα σε CHF


Α. Εισαγωγή

Τις τελευταίες ημέρες δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο. Ό, τι άρχισε ωραία, τέλειωσε με πόνο». Το άρθρο αυτό επιχειρεί να παρουσιάσει ως ταφόπλακα στις προσπάθειες των δανειοληπτών, την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής και χάριν συντομίας ΕΔΑΔ).

Το ως άνω άρθρο εμφανίζει σημαντικά συστηματικά προβλήματα σε σχέση με το πραγματικό αλλά και το νομικό πρόβλημα και τις αληθείς διαστάσεις του, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στη μόνη Ευρωπαϊκή χώρα που αρνείται να κρίνει την νομιμότητα των επίμαχων Γενικών Όρων Συναλλαγών, δηλαδή στην Ελλάδα, με τους οποίους οι καταναλωτές δανειολήπτες εκτέθηκαν στον ακάλυπτο κίνδυνο μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, λαμβάνοντας δάνεια που εκφράστηκαν σε ελβετικό νόμισμα. 

 

Β. Σύντομο ιστορικό

Κατ’ αρχάς, για την αρτιότητα της ενημέρωσης, πρέπει να αναφερθεί ένα συντομότατο ιστορικό της υπόθεσης που κρίθηκε, όπως, άλλωστε περιλαμβάνεται και στην απόφαση του ΕΔΑΔ. 

Στις 18 Φεβρουαρίου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή κατά της τράπεζας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αιτούμενη πρώτον, το δικαστήριο να κηρύξει άκυρη, ως καταχρηστική, τη ρήτρα της δανειακής σύμβασης που προέβλεπε την αποπληρωμή του χρέους σε ευρώ βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας με το ελβετικό φράγκο που ισχύει κατά την ημερομηνία αποπληρωμής. Δεύτερον, ζήτησε να αναγνωριστεί ως μόνη ρήτρα μετατροπής σε ευρώ του οφειλόμενου σε ελβετικά φράγκα ποσού, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του ποσού του δανείου. Τέλος, ζήτησε από το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ανυπαρξία της οφειλής προς την τράπεζα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, θεωρώντας ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη καταχρηστικότητα της επίμαχης ρήτρας και αυτό διότι ο όρος αυτός εντασσόταν στους δηλωτικούς όρους  της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλάμβανε τη διάταξη του άρθρου 291 του ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να την συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα με ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13/ΕΕ. Διαπίστωσε επίσης ότι η εν λόγω ρήτρα δεν μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική ή αόριστη.

Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε την απόφαση στο Εφετείο, αλλά άσκησε απευθείας Αίτηση Αναίρεσης στον Άρειο Πάγο. 

Το Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, εκτιμώντας ότι η υπόθεση αφορούσε ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, την παρέπεμψε στην Ολομέλεια. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την Αίτηση Αναίρεσης, με την υπ’ αριθ 4/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι το Πρωτοδικείο δεν διέπραξε κανένα σφάλμα. Ενώ ο Ν. 2251/1994 δεν μετέφερε ρητά στο εσωτερικό δίκαιο την εξαίρεση τέτοιων δηλωτικών ρητρών από δικαστική εκτίμηση, η εξαίρεση αυτή αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του Νόμου βάσει μιας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας 93/13/ΕΕ.

Κατόπιν τούτων, η ως άνω δανειολήπτρια, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους της, προσέφυγε ατομικά στο ΕΔΑΔ, βασιζόμενη στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). 

 

Γ. Το νομικό πλαίσιο

Το 1ο άρθρο του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, αναφέρεται στην προστασία της ιδιοκτησίας, ορίζοντας ότι 

 

Άρθρον 1

Προστασία της ιδιοκτησίας

Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.

 

Δ. Τα πραγματικά περιστατικά

Στο πλαίσιο της ενώπιον του ΕΔΑΔ εισαχθείσας προσφυγής, κρίθηκε ότι η προσφεύγουσα ήταν ενήμερη του κινδύνου που συνεπάγεται η λήψη δανείου σε ελβετικά φράγκα αλλά και του κινδύνου της διακύμανσης τέτοιου ισχυρού νομίσματος προς τα πάνω κατά τη διάρκεια της 25ετούς διάρκειας του δανείου. Είχε ασφαλιστεί για τρία χρόνια έναντι του κινδύνου αύξησης των μηνιαίων αποπληρωμών της λόγω αύξησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και θα μπορούσε να έχει ανανεώσει την ασφάλιση αυτή. Η σύμβαση δανείου της επέτρεπε επίσης να ζητήσει ανά πάσα στιγμή τη μετατροπή του σε ευρώ. Τέλος, η προσφεύγουσα είχε υπογράψει τέσσερες πρόσθετες τροποποιητικές της αρχικής συμφωνίες  με την τράπεζα, μειώνοντας τις μηνιαίες δόσεις, παρατείνοντας τις προθεσμίες αποπληρωμής και αναστέλλοντας ακόμη προσωρινά ορισμένες αποπληρωμές. Επιπλέον, μεταξύ 2007 και 2015 η προσφεύγουσα συνέχισε να καταβάλει τις δόσεις χωρίς να επικαλεστεί ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της λόγω της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Εάν είχε θεωρήσει ότι η ικανότητά της να εξοφλήσει το δάνειο είχε μειωθεί λόγω απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών  πέρα ​​από τον έλεγχό της και της τράπεζας, θα μπορούσε να ζητήσει από τα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 388 του Αστικού Κώδικα την αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος  ή ακόμη και τη λήξη της σύμβασης δανείου.

 

Ε. Η κρίση του Δικαστηρίου

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο έκρινε ότι:

Α) Το δικονομικό σύστημα της Ελλάδας παρείχε στην δανειολήπτρια τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, ώστε να διεκδικήσει τα τυχόν δικαιώματά της στην περιουσία της. Αυτά τα ένδικα μέσα ήταν η αγωγή προς τα αστικά δικαστήρια για την ακύρωση της  επίμαχης ρήτρας στη σύμβαση δανείου την οποία θεώρησε  καταχρηστική- μια επιλογή της οποίας είχε κάνει χρήση – και η δυνατότητα υποβολής αγωγής στα δικαστήρια για αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος ή ακόμη και λήξη της δανειακής σύμβασης, βάσει του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα.

Β) Είχε δοθεί στην προσφεύγουσα η ευκαιρία να εκθέσει όλα τα επιχειρήματά της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και εκδόθηκε απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. 

Αποδεικνυόμενων, λοιπόν ότι (α) το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, δηλαδή το ένδικο βοήθημα της αγωγής, (β) ότι το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα μέσα, δηλαδή το ένδικο μέσο της έφεσης (που κατ’ επιλογή της δεν άσκησε η δανειολήπτρια) και το ένδικο μέσο της αναίρεσης (που άσκησε η δανειολήπτρια) και (γ) ότι τόσο τα ένδικα βοηθήματα όσο και τα ένδικα μέσα είναι αποτελεσματικά, δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της προσφεύγουσας στην περιουσία της.

Κατά συνέπεια, το νομικό πλαίσιο της Ελλάδας παρείχε στην προσφεύγουσα έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορούσε να διεκδικήσει τις αξιώσεις της σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

ΣΤ. Η λειτουργία της απόφασης 

Δυνάμει των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό, ότι η ως άνω απόφαση δεν επιλύει το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα, όπως εσφαλμένως διακινήθηκε, πιθανότατα προς δημιουργία εντυπώσεων. 

Ούτε και θα μπορούσε, άλλωστε, αφού ως προς το ζήτημα αυτό το ΕΔΑΔ στερείται αρμοδιότητας. 

Άλλωστε, οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ δεν δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια και δεν συνιστούν λόγο ανατροπής του δεδικασμένου των εθνικών δικαστηρίων, αφού έχει κριθεί ότι, ακόμα και σε περίπτωση καταδίκης του συμβαλλόμενου κράτους (εν προκειμένω της Ελλάδας), το κράτος (Ελλάδα) υποχρεούται μεν να συμμορφώνεται προς την τυχόν καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, πλην όμως η απόφαση του ΕΔΑΔ δεν έχει την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της προσβληθείσας δικαστικής απόφασης [βλ. π.χ. ΑΠ 1471/2013 δημοσιευμένη σε ΕΠολΔ 2014.59 = ΕλλΔνη 55(2014). 382 (Εισηγήτρια: Ιωάννα Πετροπούλου), με ειδικότερη αναφορά ότι «Το ίδιο το Δικαστήριο (ενν. το ΕΔΑΔ) δέχεται σταθερά ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μια υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος-παραβάτη ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο»]. 

Απεναντίας, δοθέντος ότι το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα άπτεται της ερμηνείας και της εφαρμογής της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, όπως αυτή ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 2251/1994, μόνο ευρωπαϊκό αρμόδιο δικαστήριο να αποφανθεί για τον ορθό τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής και χάριν συντομίας ΔΕΕ). 

 

Ζ. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ επί του επίμαχου ζητήματος

Το ΔΕΕ έχει ήδη εκδώσει σειρά δικαστικών αποφάσεων αναφορικά με το ζήτημα, ενδεικτικώς αναφερομένων των αποφάσεων στις υποθέσεις C-26/13, C-186/16, C-51/17, C-119/17, C-126/17, C-260/18.

Σε όλες τις παραπάνω αποφάσεις η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Δικαίου της Ένωσης απέληξε με νίκες των δανειοληπτών, σπουδαιότερη εκ των οποίων ο γράφων λογίζει αυτήν που καταγράφηκε στην υπόθεση C-186/2016.

Στην εν λόγω υπόθεση ανέκυψε ενώπιον του ΔΕΕ το ζήτημα εάν διάταξη του Ρουμανικού Αστικού Κώδικα, αντίστοιχη με την διάταξη του άρθρου 291 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας, νοούμενου του όρου ως δηλωτικού. Το ΔΕΕ απεφάνθη ότι ο Όρος δεν εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας.

 

Η. Η απεύθυνση προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Ήδη με την υπ’ αριθ. 1599/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας, επί αγωγής δανειολήπτη που έλαβε δάνειο σε ρήτρα αξίας CHF, απευθύνθηκαν για να απαντηθούν από το ΔΕΕ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: 

«…1)     Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και να επιτρέψει τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου;

2)           Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της Οδηγίας 93/13/ΕΚ αν και δεν εισήλθε ρητά στο Ελληνικό δίκαιο εισήλθε έμμεσα σύμφωνα με το περιεχόμενο των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της ανωτέρω Οδηγίας, όπως αυτό μεταφέρθηκε στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 22541/1994;

3)           Στην έννοια των καταχρηστικών όρων και του εύρους τους όπως αυτοί ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 93/13 περιέχεται η εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της οδηγίας 93/13;

4)           Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, ο όρος σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;..» .

Το ανωτέρω αίτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Ελλάδα) την 5η Ιουνίου 2020 – DP, SG κατά Τράπεζας Πειραιώς AE, οριστικοποιήθηκε από το ΔΕΕ (πληροφορία από την ιστοσελίδα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης curia.eu), ανοίχτηκε η υπόθεση με αριθμό C-243/20 και εκκρεμεί η εκδίκαση ενώπιον του ΔΕΕ.

 

Θ. Η δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΔΕΕ για τα Ελληνικά Δικαστήρια 

Οι αποφάσεις του ΔΕΕ γεννούν υποχρέωση δεσμεύσεως των εθνικών Δικαστηρίων. Έτσι, αναγνωρίστηκε, όχι μόνο η θετική υποχρέωση του εθνικού δικαστή να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου αλλά και η αρνητική του υποχρέωση «να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων» (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 926/2011, ΑΠ 631/2011). 

Μάλιστα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι η κρίση του ΔΕΕ ως ερμηνεία κοινοτικού δικαίου δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια, αφού η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης (ΟΛΑΠ 16/2013).

Συνεπώς, οι αποφάσεις του ΔΕΕ δεν περιορίζονται στα στενά όρια της επίλυσης των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιόν του. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ διαφυλάσσουν και αναπτύσσουν το κανονιστικό περιεχόμενο του ενωσιακού δικαίου, δεσμεύοντας κατά αυτόν τον τρόπο τον εθνικό δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Ι. Σε επίπεδο εθνικού δικαίου εκκρεμεί και η έκδοση αποφάσεως του Αρείου Πάγου επί αναιρέσεως σε Συλλογική Αγωγή 

Την 13-1-2020 εκδικάστηκε ενώπιον του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου η αίτηση αναιρέσεως με αριθμό 6241/537/2018, υπό αρ. πιν. 37, των ακολούθων αναιρεσειόντων:

1) Του Δευτεροβαθμίου Καταναλωτικού Σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΝΚΑ (ΓΟΚΕ)»,

2) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ,

3) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ (ΙΝΚΑ ΚΡΗΤΗΣ),

κατά της τραπεζικής εταιρίας «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» και της ΤρΕφΑθ 911/2018 (εκούσια δικαιοδοσία), η οποία εξεδόθη επί Συλλογικής Αγωγής των ανωτέρω Καταναλωτικών Ενώσεων, ακριβώς για τα δάνεια σε ρήτρα αξίας ελβετικού φράγκου, όπως ακριβώς και το επίδικο και κατά την εκδίκαση αυτής της Συλλογικής Αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτήθηκαν με τις προτάσεις τους την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΔΕΕ με το ακόλουθο περιεχόμενο: 

«…Α. Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ επιτρέποντας εμμέσως τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου;

Β. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ εμπίπτουν και διατάξεις ενδοτικού δικαίου στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που απαγορεύουν τον έλεγχο ρητρών;

Γ. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 της ΣΕΕ σε συνδυασμό με το Άρθρο 288 της ΣΔΕΕ υπό την αρχή της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιτρέπεται η εφαρμογή από δικαστήριο κράτους μέλους μίας διάταξης Οδηγίας αν και αυτή δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο;

Δ. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ μία συμβατική ρήτρα είναι πράγματι αυτοδικαίως σαφής και κατανοητή, επειδή επαναλαμβάνει μία νομοθετική διάταξη και εξαιρείται ακόμα και του ελέγχου διαφάνειας κατά τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ;

Ε. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 και του άρθρου 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ πληρούται η αρχή της διαφάνειας και υποχρέωσης προσυμβατικής ενημέρωσης του καταναλωτή, όταν για δάνειο σε συνάλλαγμα ή σε αξία συναλλάγματος, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει με μία αχρονολόγητη επιστολή τον δανειολήπτη μόνο περί των πιθανοτήτων μεταβολής συναλλαγματικών ισοτιμιών άνευ άλλης πληροφορίας ή παραδείγματος;

ΣΤ. Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ η περίληψη δηλωτικού όρου σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, η οποία αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;…» 

Ιδίως, αναφορικά με το υποβληθέν αίτημα απευθύνσεως προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, που υπεβλήθη στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης, επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 της με αριθμό 2018/C 257/01 Σύστασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (βλέπε άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου.  

Ωστόσο, επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση. Συνεπώς, δεν έχει αποσταλεί ούτε το αιτηθέν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.

 

ΙΑ. Συμπερασματικά

Από όλα όσα προηγήθηκαν καθίσταται προφανές ότι εκκρεμεί, μια απόφαση από τον Άρειο Πάγο αλλά και μια απόφαση του ΔΕΕ, ώστε να λυθεί στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικό φράγκο. 

Καθίσταται, εξίσου, προφανές, ότι η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ, ούτε έλυσε, ούτε και θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα, για όσους λόγους αναφέρθηκαν παραπάνω.  

Με την διακίνηση δημοσιευμάτων σαν αυτό που αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος, επιχειρείται, η ανίερη δολοφονία του ηθικού αλλά και του δικαίου των δανειοληπτών, ώστε οι τελευταίοι, έχοντας την πεποίθηση ότι δήθεν συνετρίβησαν δικαστικώς, να σπεύσουν να ενδώσουν στις τραπεζικές πιέσεις, αναγκαζόμενοι να αναγνωρίσουν τα ύψη των οφειλών και να αποδεχτούν στο σύνολό τους όλους τους τραπεζικούς ισχυρισμούς και απαιτήσεις. 

Δεν είναι δυνατό να γνωρίζω, υπό ποιες συνθήκες και με ποιες στοχεύσεις προέκυψε το -τάχα ενημερωτικό- άρθρο, στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω. 

Γνωρίζω, όμως, ότι είναι ευθύνη του εκάστοτε γράφοντος η ενημέρωση να είναι ουσιώδης και ακριβής, απαλλαγμένη από κάθε απόπειρα δημιουργίας έωλων εντυπώσεων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτή η ευθύνη, είτε είναι άγνωστη, είτε υπερβαίνει το ανάστημα του ανθρώπου.

 

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

Περί της επίσπευσης των δικών του Ν Κατσέλη


 

Ας δούμε ένα ένα τα άρθρα που ψηφίστηκαν και τα προβλήματα που μπορεί να κρύβουν, τα οποία, παραδόξως, δεν φάνηκε να απασχόλησαν την Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.


Άρθρο 4Α

Η διάταξη υποχρεώνει τον οφειλέτη να επαναπροσδιορίσει την αίτηση, άλλως θεωρεί την αίτηση ως μη ασκηθείσα.

Η προτεινόμενη διάταξη είναι πολλαπλώς προβληματική, αφού φαίνεται ασύμβατη με το υφιστάμενο δικονομικό δίκαιο της χώρας, παραβιάζει το Σύνταγμα, τον Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα:

1) Κατά το άρθρο 225 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, από την κατάθεση της αγωγής και εφόσον επακολουθήσει επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο επέρχονται, μεταξύ άλλων, οι δικονομικές συνέπειες: α) της εκκρεμοδικίας και β) της αποκρυσταλλώσεως της δικαιοδοσίας και της αρμοδιότητας. Η επέλευση της εκκρεμοδικίας οριοθετεί την αξίωση δικαστικής προστασίας. Εν προκειμένω η εκκρεμοδικία καταργείται με μεταγενέστερο νόμο που υπεισέρχεται στην ιδιωτική αξίωση δικαστικής προστασίας και την απενεργοποιεί, παρόλο που δεν έχει συντρέξει κανείς από τους λόγους κατάργησης της εκκεμοδικίας που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (όπως πχ με την έκδοση απόφασης ή την παραίτηση από το δικόγραφο)

2) Αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που διασφαλίζει ως ατομικό δικαίωμα, την παροχή έννομης προστασίας, όπως αυτή παρέχεται από το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος, αφού η εν λόγω διάταξη καταργεί την έννομη προστασία που είχε ζητήσει ο διάδικος νομότυπα με το ασκηθέν ένδικο βοήθημα της αίτησης του αρ 4 του Ν. 3869/2010.

3) Ενέχει επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής και αντίκειται γι΄ αυτό στη θεμελιώδη διάκριση των εξουσιών που καθιερώνουν τα άρθρα 26 παρ. 1 και 3, 73 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι δίδεται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας λύση, η οποία μόνο με δικαστική απόφαση είναι δυνατόν να δοθεί, αφού πρόκειται για ζήτημα, που έχει αχθεί ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου (δικαστηρίου), το οποίο και μόνο έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα να αποφανθεί.

4) Αντίκειται, τέλος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ που απαιτεί (α) οι τυχόν τασσόμενοι περιορισμοί να έχουν θεμιτό σκοπό, (β) να μην θίγουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος και (γ) την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία προϋποθέτει την εξασφάλιση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των θεμιτών σκοπών του κράτους και των μέτρων που χρησιμοποιεί το κράτος για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Η αναλογικότητα προϋποθέτει επίσης την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και των δημόσιων συμφερόντων. Οι ίδιες διατάξεις, εξάλλου, προστατεύουν από την υπερβολική τυπολατρία (αυστηρή ερμηνεία των δικονομικών κανόνων), γεγονός που μπορεί να στερεί από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα πρόσβασής τους σε δικαστήριο (βλ σχετική απόφαση ΕΔΔΑ, Maširević κατά Σερβίας, Αριθ. 30671/08, 11 Φεβρουαρίου 2014).

5) Αντίκειται στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο οι περιορισμοί πρέπει να είναι αναλογικοί και να σέβονται την ουσία του δικαιώματος (σχετ. ΔΕΕ, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-317/08 έως C-320/08, Rosalba Alassini κ.λπ. κατά Telecom Italia SpA κ.λπ., 18 Μαρτίου 2010, σκέψεις 63-65).

Για να γίνει αντιληπτός ο παραλογισμός αρκεί να σημειωθεί το εξής: Η αίτηση η οποία καλείται σε επαναπροσδιορισμό έχει ήδη οδηγήσει σε συζήτηση αιτήσεως χορηγήσεως προσωρινής διαταγής, ίσως ακόμα και σε χορήγηση προσωρινής διαταγής, κατά το άρθρο 781 ΚΠολΔ. Έτσι, σε εκκρεμή υπόθεση για την οποία, μάλιστα, έχει επέλθει προσωρινή ρύθμιση κατάστασης, επεμβαίνει ο νομοθέτης και την καταργεί (τόσο την προσωρινή ρύθμιση, όσο και την δίκη της κυρίας αιτήσεως).  


Άρθρο 4Β

Η αίτηση επαναπροσδιορισμού γίνεται σε μια εξωδικαστική πλατφόρμα της ΕΓΔΙΧ. Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) είναι αυτοτελής δημόσια υπηρεσία που ιδρύθηκε με το Νόμο 4389/2016 και υπάγεται στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ.), ενώ με το ΠΔ 81/2019 υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών. Ενόψει τούτων η διάταξη παραβιάζει το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος, περί διάκρισης των εξουσιών, αποδίδοντας σε ηλεκτρονική πλατφόρμα του ΥπΟικ τον ρόλο του λειτουργικού βραχίονα, αρμοδιότητας των δικαστηρίων. Με τον τρόπο αυτό μια δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών καταλήγει να αποδέχεται αίτηση που άπτεται της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία και μόνο έχουν τη λειτουργική αρμοδιότητα να αποφανθούν. Η διάταξη δεν προβλέπει καν ένα δευτερεύον σχέδιο έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση μη λειτουργίας της πλατφόρμας και έτσι, δεν προβλέπει άλλο τρόπο προσδιορισμού, σε περίπτωση που από λόγους ανωτέρας βίας (φυσικά φαινόμενα, πτώση του ίντερνετ, μηχανική βλάβη στην υποδοχή των αιτήσεων κλπ) καταστεί αδύνατη η αποστολή της αιτήσεως. Άλλωστε, τυχόν μη αποδοχή της αίτησης από την πλατφόρμα, γεννά διοικητικής φύσεως διαφορά, δηλαδή αφαιρεί αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, κατά τρόπο που η διάταξη μπορεί να προκύψει ως αντίθετη και στο άρθρο 94 του Συντάγματος.

 

Άρθρο 4Δ

Η διάταξη υποχρεώνει τον οφειλέτη να υποβάλει αίτηση επαναπροσδιορισμού σε συγκεκριμένο χρόνο, αναλόγως του χρόνου καταθέσεως της αίτησης του αρ 4 του Ν. 3869/2010, άλλως κηρύσσει απαράδεκτο της αιτήσεως επαναπροσδιορισμού. Κατ’ αρχάς, ακόμα και υπό την ισχύ της συζητητικής αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ, εφόσον η αίτηση επαναπροσδιορισμού άπτεται της προδικασίας, το απαράδεκτο θα επαγόταν αυτόθροα από το άρθρο 111 ΚΠολΔ, παρισταμένης της νομοθετικής ρύθμισης πλεοναστικής. Όμως, η διάταξη παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα, όμοια προβλήματα με τη διάταξη του άρθρου 4Α. Διότι προσδιορίζει απώτατο χρονικό όριο επαναπροσδιορισμού την 30-06-2021. Δηλαδή, αίτηση του Ν. 3869/2010 η οποία θα προσδιοριστεί να συζητηθεί για πρώτη φορά πχ στις 30-06-2021 δεν δύναται να αναβληθεί (ούτε αιτήσει του πιστωτή λόγω τιτλοποίησης και προκειμένου για την προσκόμιση των νομιμοποιητικών του εγγράφων). Με την εν λόγω διάταξη δεν επιτρέπεται προσδιορισμός πέραν της 30-06-2021, η δικη είτε θα πρέπει να προσδιοριστεί εκ νέου και να γίνει αυθημερόν (!), είτε θα πρέπει να καταργηθεί. Με το παραγόμενο απαράδεκτο καταργείται αντισυνταγματικά η δίκη του αιτούντος οφειλέτη, ακόμα κι αν συντρέξουν γεγονότα για τα οποία αυτός δεν έχει καμία ευθύνη. 

 

Άρθρο 4Ε

Ο γραμματέας λαμβάνει την αίτηση επαναπροσδιορισμού από την πλατφόρμα και συντάξει πράξη κατάθεσης. Η διάταξη είναι αόριστη. Η σύνταξη πράξης κατάθεσης δεν συνεπάγεται αυτόματα και την σύνταξη πράξης προσδιορισμού δικασίμου (όπως συμβαίνει πχ στο αρ 237 ΚΠολΔ). Παρά ταύτα, η διάταξη μένει μόνο στην πράξη κατάθεσης και δεν αναφέρεται σε ταυτόχρονη πράξη επαναπροσδιορισμού, ο οποίος, παραμένει άγνωστο πώς συμβαίνει.


Άρθρο 4ΣΤ

Η αίτηση επαναπροσδιορισμού και η πράξη κατάθεσης επιδίδονται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Κατ’ αρχήν η διάταξη είναι θετική στο μέτρο που μειώνει τα έξοδα επιδόσεως των μετεχόντων στη δίκη. Ωστόσο, η διάταξη είναι αόριστη αφού δεν ορίζει ποιος έχει υποχρέωση κοινοποιήσεως, έστω και ηλεκτρονικά, ούτε ορίζει αποσβεστικές προθεσμίες κοινοποιήσεως. Έτσι δεν είναι σαφές αν στην κοινοποίηση προβαίνει ο διάδικος ή η γραμματεία του δικαστηρίου και έως πότε μπορεί να επιχειρηθεί η διαδικαστική ενέργεια.

 

Άρθρο 4Ζ

Η πρώτη περίοδος του άρθρου 4Ζ επαναλαμβάνει την αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 4Α παρ 2. Η δεύτερη περίοδος της διάταξης είναι ακόμα πιο προβληματική, αφού με αυτήν:

1) Ο νομοθέτης υπεισέρχεται και καταργεί την εκκρεμοδικία. Όμως κατά τα άρθρα 221, 222 ΚΠολΔ, η κοινοποίηση της αίτησης στους πιστωτές ίδρυσε εκκρεμοδικία, δηλαδή δίκη. Εν προκειμένω, ο άσχετος νομοθέτης καταργεί δίκη με νόμο, δηλαδή νομοθετεί αντισυνταγματικά, στερώντας τον πολίτη από το φυσικό του Δικαστή. Ισχύει ότι και για το άρθρο 4Α.

2) Αναφέρεται σε "κατάργηση" προσωρινής διαταγής. Όμως η προσωρινή διαταγή, αποτελεί τίτλο εκτελεστό του άρθρου 904 ΚΠολΔ και εκδίδεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων από το αρμόδιο δικαστήριο. Η ύπαρξη της προσωρινής διαταγής δεν είναι αντίθετη με την αρχή της δίκαιης δίκης κατά την έννοια του άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ [ΜονΠρΑθ 14443/1994, ΕΕργΔ 1995.361· ΜονΠρΘεσ 12551/1996, Αρμ 1996.1131), αλλά αποτελεί και η ίδια επιταγή της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 36-37/2002, ΕλλΔνη 2002.1027· Χρυσανθάκης, Δ 1994.1123· ο ίδιος, Δ 2006.1256· Βελλής, Ο ρόλος και η πρακτική σπουδαιότητα των ασφαλιστικών μέτρων στον τόμο «Η σύγχρονη δυναμική των ασφαλιστικών μέτρων» (1999) σ. 27]. 

Μάλιστα στην ελληνική έννομη τάξη έχει και συνταγματικό θεμέλιο, αφού η αναγνωριζόμενη με το άρθρ. 20§1 του Συντάγματος δημόσια αξίωση ένδικης προστασίας γίνεται δεκτό ότι περιλαμβάνει τόσο την οριστική όσο και την προσωρινή δικαστική προστασία, καθώς και τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, ανεξάρτητα από τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής. Υλοποιώντας έτσι ο έλληνας νομοθέτης τη σχετική συνταγματική επιταγή έχει ρυθμίσει με δικονομικές διατάξεις την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, η οποία ως κύρια έκφραση στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου έχει τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων, που προβλέπονται στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης (άρθρ. 682-738), αλλά και της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 781) του ΚΠολΔ. (Καλαβρός, Η παράλειψη παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης στον τόμο «Η δραστικότητα της προσωρινής δικαστικής προστασίας» (1995) σ. 97-98 και στη Δ 2003.662-667· Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης), ΕρμΚΠολΔ (2000), εισαγωγή στα άρθρ. 682-738 αριθ. 1· Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας (Αρβανιτάκης), ΕρμΚΠολΔ (2000), άρθρ άρθρ. 781 αριθ. 1, έτσι ακριβώς Κράνης σε Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων, Ζητήματα ασφαλιστικών μέτρων 2013, σελ 19-20-21). 

Ως προσωρινή δικαστική προστασία η προσωρινή διαταγή δύναται να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε όχι όμως να καταργηθεί. Η διάταξη αναφερόμενη σε κατάργηση της προσωρινής διαταγής παρουσιάζει ακριβώς τα ίδια προβλήματα συνταγματικότητας με το άρθρο 4Α.

 

Άρθρα 4Η έως και 4ΙΗ

Σύμφωνα με το αρ του προτεινόμενου Νόμου, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους μέσα σε εξήντα μέρες από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού.

Σύμφωνα με το αρ του προτεινόμενου Νόμου, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων.

Σύμφωνα με το αρ του προτεινόμενου Νόμου, μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται αποκλειστικά με τις προτάσεις επί ποινή απαραδέκτου.

Σύμφωνα με το αρ 4ΙΑ του προτεινόμενου Νόμου, η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκούνται με τις προτάσεις εντός της προθεσμίας του άρθρου 4Η.

Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΒ παρ 1 του προτεινόμενου Νόμου, μέσα σε 45 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου (ως τέτοιο νοείται η παρέλευση του χρόνου κατάθεσης προσθήκης) ορίζεται δικάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΒ παρ 3 του προτεινόμενου Νόμου, δεν εξετάζονται μάρτυρες στη δίκη.

Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΒ παρ 5 του προτεινόμενου Νόμου, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 745, 749 και 751 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΖ του προτεινόμενου Νόμου, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης συντέμνεται από 2 χρόνια σε 6 μήνες. Μια από τις μεταβολές που επέφερε ο νόμος στις δίκες του Ν. Κατσέλη είναι η περιστολή της καταχρηστικής προθεσμίας άσκησης έφεσης, του άρθρου 518 παρ 2 ΚΠολΔ, η οποία απομειώνεται από 2 χρόνια σε 6 μήνες.
Και ναι μεν η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 4ΙΖ φαίνεται να αφορά μόνο τις αιτήσεις που δικάζονται με τη διαδικασία του νόμου αυτού, αλλά με προσεκτικότερη ανάγνωση, θα δείτε ότι η διάταξη περιλαμβάνει 2 εδάφια, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο είναι εντελώς αόριστο και γενικό, δείχνοντας ότι από το κανονιστικό του εύρος καταλαμβάνονται ακόμα και οι υποθέσεις που δεν δικάστηκαν κατ' εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου. 
Το ζήτημα θα κληθούν να το λύσουν τα Δικαστήρια με την εφαρμογή των διατάξεων του ΕισΝΚΠολΔ, αλλά αυτό ενέχει και τον κίνδυνο έκδοσης άστοχων αποφάσεων, πλήττει την ασφάλεια δικαίου και αναγκάζει τον πολίτη σε μακρόχρονο δικαστικό αγώνα, παρουσιάζοντας εν μέρει και τα ίδια προβλήματα με το άρθρο 4Α, αλλά σε σχέση με το αποτελεσματικό ένδικο μέσο.    

Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΗ του προτεινόμενου Νόμου, τα άρθρα 4Α έως και 4ΙΣΤ κατισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του ν. 4640/2019.

 

Συγκεντρωτικά κάποιες πρώτες σκέψεις και παρατηρήσεις επί των παραπάνω:

1.     Ο νομοθέτης δημιούργησε έναν παρακώδικα πολιτικής δικονομίας, ο οποίος ελέγχεται και ως αντισυνταγματικός στο σύνολο του, αφού δημιουργεί μια διαδικασία οιονεί εκούσιας δικαιοδοσίας, που όμως φέρει όλα τα στοιχεία της συζητητικής αρχής της τακτικής διαδικασίας, των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ. Ωστόσο, τα στοιχεία της τακτικής διαδικασίας δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην εκούσια δικαιοδοσία.

2.     Η παράνοια του νομοθετήματος ομολογείται από το ίδιο το Υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο πριν από 3 μέρες ανακοίνωσε την συγκρότηση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για να αλλάξει τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Παρά ταύτα εισαγάγει τις ισχύουσες διατάξεις της τακτικής διαδικασίας, τις οποίες κρίνει ως χρήζουσες αλλαγής, στην προκείμενη διαδικασία και ενώ εδώ μιλάμε για αιτήσεις που δικάζονται με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

3.       Η διάταξη του 4ΙΒ παρ 3 σύμφωνα με την οποία δεν εξετάζονται μάρτυρες στη δίκη δεν συνάδει με τον συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο του δικαστή, ο οποίος, κινούμενος στο μεταίχμιο δικαιοδοτικής και διοικητικής λειτουργίας και αναλαμβάνων την ευθύνη ενός πρωτογενούς καθορισμού του δικαίου, κατ’ απόκλιση της κύριας αποστολής του, της συνδεδεμένης με την κυρωτική λειτουργία του δικαίου, συμμετέχει ενεργά στη συλλογή και απόδειξη του πραγματικού υλικού της δίκης, απαλλαγμένος από αυστηρές δικονομικές δεσμεύσεις, ώστε η υπόθεση που άγεται ενώπιόν του να επιλυθεί σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος (έτσι Ν Κατηφόρης, Η δικονομία της ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, σελ 4-5, με περαιτέρω παραπομπές σε Π. Αρβανιτάκης, Οι διάδικοι στην πολιτική και διοικητική δίκη, 2005, σελ. 133, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (- Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ, 2000, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 739-866, αρ. 1, Γ. Μητσόπουλος, Πολιτική δικονομία Ι, 1972, σελ. 22, ο ίδιος, Η έννοια της εκουσίας δικαιοδοσίας, ΝΔ 1971, σελ. 333 επ. (339) = Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, 1983, σελ. 541 επ., Κ. Μπέης, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ΙΙΙ, 1970, σελ. 501 επ. (508), Γ. Ράμμος / Ν. Κλαμαρής, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου IV, 2η έκδ., 2010, σελ. 4-5).

Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 744 ΚΠολΔ ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Δηλαδή, στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ισχύει η ανακριτική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο δικαστής μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς αναζήτηση της αλήθειας, συμπεριλαμβανόμενης της εξέτασης μαρτύρων. Η διάταξη του άρθρου 4ΙΒ υπεισερχόμενη και επιχειρώντας να ευνουχίσει την ανακριτική εξουσία του δικαστή, είναι μη νόμιμη, ερευνώμενη ακόμα και ως αντισυνταγματική, αφού με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να αποστερηθούν οι διάδικοι επώνυμου αποδεικτικού μέσου, που αναγνωρίζει το ελληνικό δίκαιο στα άρθρα 393-414 ΚΠολΔ.

4.         Η διάταξη του αρ 4ΙΒ παρ 5 είναι εξίσου προβληματική, αφού ορίζει ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 751 ΚΠολΔ. Εφόσον η διάταξη του άρθρου 751 ΚΠολΔ επιτρέπει την μεταβολή του αιτήματος, η διάταξη του άρθρου 4ΙΒ παρ 5 απαγορεύει την μεταβολή του αιτήματος.

a.       Όμως, με τη διάταξη του άρθρου 744 ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, κατά την ως άνω διαδικασία, δεν ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως από τα εδάφια 10, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις. Επιπλέον, στην εκούσια αυτή διαδικασία ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για την δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο ακόμη και άκυρο ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούνται τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και αποδεσμεύεται, σύμφωνα με τα άρθρα 744 και 759 ΚΠολΔ, από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 2228/2007, ΕφΑθ 1340/2013 ΕλλΔνη 6/204, σελ 1625-1626).

b. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσον προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει την δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις εκείνων των στοιχείων της αιτήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 747 § 2 τού ίδιου κώδικα, αλλά και περαιτέρω την ευχέρεια αντλήσεως κρίσιμων στοιχείων της υποθέσεως και με αυτεπάγγελτη ακόμη ενέργεια του δικαστηρίου από άλλα, πέραν από την αίτηση διαδικαστικά ή αποδεικτικά έγγραφα (βλ. ΑΠ 1131/1987 ΝοΒ 36. 1601 πλειοψηφία, ΕφΑθ 4462/2002 ΑρχΝ 2003. 483, ΕφΑθ 1937/2013 ΤΝΠ sakkoulas online).

c.       Έτσι, κατά μεν το ουσιαστικό μέρος, η απαγόρευση μεταβολής του αιτήματος δημιουργεί τελολογικό παράδοξο, αφού το δικαστήριο καλείται να ρυθμίσει την προσωπική κατάσταση φυσικού προσώπου, μη δυνάμενο να δεχτεί αίτημα εδραζόμενο επί των μεταβολών της κατάστασης αυτής (πχ επιγενόμενη ανεργία, που επιβάλει μεταβολή του αιτήματος ώστε από την υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ 2, να ζητείται η υπαγωγή του στη ρύθμιση του αρ 8 παρ 5). Η διάταξη δείχνει νομοθέτη αποκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα, αλαζόνα και αδιάφορο για την τρέχουσα πραγματικότητα, που η οικονομία βυθίζεται σε βαθιά κρίση και τις συνέπειες θα τις βιώσουν οι πολίτες. Αυτοί οι πολίτες, αύριο, αν ψηφιστεί το ερευνώμενο νομοσχέδιο, θα αδυνατούν να μεταβάλλουν το αίτημα της αίτησής τους, ώστε να ανταποκρίνεται στις τότε συνθήκες. Έτσι, οι οφειλέτες καθίστανται όμηροι, άλλων εποχών και άλλων συνθηκών, το δε δικαστήριο υποχρεούνται να κρίνει με βάση πλασματικό αίτημα μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα.

d.       Κατά δε το δικονομικό μέρος, δημιουργείται το παράδοξο, αφενός μεν να εφαρμόζεται η συζητητική αρχή του άρθρου 106 ΚΠολΔ, η οποία βαφτίζεται αυθαίρετα και καταχρηστικά ως «εκούσια δικαιοδοσία», συνιστώντας στην πραγματικότητα έναν παρακώδικα πολιτικής δικονομίας, αφετέρου δε παρά την κατ’ ουσίαν εφαρμογή της συζητητικής αρχής ο οφειλέτης καταλήγει να στερείται των λόγων αναιρέσεως των περιπτώσεων 10 («αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη»), 12 («αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων») και 13 («αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης») του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ενώ η μεν διαδικασία ακολουθεί τη συζητητική αρχή κατά μια προσομοίωση της τακτικής διαδικασίας, ο διάδικος αποστερείται του δικαιώματος να προβάλει λόγος αναιρέσεως που προσιδιάζουν στο είδος της διαδικασίας αυτής, λόγω της προσχηματικής εκδίκασης υπό την ισχύ του προτεινόμενου παρακώδικα πολιτικής δικονομίας. Στόχος του νομοθέτη είναι η αντισυνταγματική αποψίλωση του οφειλέτη ακόμα και από το δικαίωμά του να ελέγξει αναιρετικά τις αποφάσεις που θα εκδοθούν και θα τον αφορούν.

5.              Τέλος, ενώ ο νομοθέτης νομοθετεί τα πάντα για τον πρώτο βαθμό, αγνοεί επιδεικτικά τον δεύτερο βαθμό, δηλαδή τα Εφετεία. Στα οποία προφανώς εξακολουθεί να ισχύει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι η μεν συζήτηση στον πρώτο βαθμό είναι υποχρεωτικά έγγραφη, προσιδιάζει στην τακτική διαδικασία των άρθρων 237, 238 ΚΠολΔ και ακολουθεί τους αυστηρούς κανόνες της συζητητικής αρχής, παρά ταύτα η συζήτηση στο Εφετείο εξακολουθεί να είναι υποχρεωτικά προφορική αφού, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115 § 2, 242 § 2, 741, 745 και 759 § 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ και, κατά συνέπεια, δεν ισχύει η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Όταν δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάστηκε στη συζήτηση, δικάζεται ερήμην (ΕφΠατρ 539/2009, ΕφΔωδ 165/2007, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 209/2006, ΕλλΔνη 48. 546, ΕφΑθ 1686/2006, ΕλλΔνη 47. 1104, ΕφΘεσ 2675/2018). Η παράλειψη καθορισμού διαδικασίας του δεύτερου βαθμού δείχνει προχειρότητα και ανερμάτιστη σπουδή, κατακερματίζοντας τη διαδικασία με διαδικαστικά προαπαιτούμενα που τελικώς άπτονται ολόκληρου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αλλά και του υπό ψήφιση παρακώδικα.

 

Μετά ταύτα, φρονώ προτιμότερη αλλά και ειλικρινέστερη και σε κάθε περίπτωση συνεπέστερη θα ήταν μια νομοθέτηση σύμφωνη με το πνεύμα του υπό ψήφιση Νόμου και τα συμφέροντα που κόπτεται να υπηρετήσει το κυβερνών κόμμα. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά απλή και σύντομη έχουσα μόνο τα κάτωθι δυο άρθρα:

Άρθρο 1

Η Τράπεζα έχει πάντα δίκιο

Άρθρο 2

Το προηγούμενο άρθρο εφαρμόζεται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2020

Ο χάρτης του νέου πτωχευτικού


Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ:

1. Σύντομη ιστορική αναδρομή:

Μέχρι το 2010, η Ελλάδα διέθετε νομοθετικό πλαίσιο πτώχευσης των εμπόρων και νομικών προσώπων που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό (Ν. 3588/2007). Δεν διέθετε νομοθετικό πλαίσιο δικαστικής ή εξωδικαστικής ρύθμισης των οφειλών των μη εμπόρων, φυσικών προσώπων.

Με τον Ν. 3869/2010 (Ν. Κατσέλη) παρασχέθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, που δεν ήταν έμποροι (ήταν προϋπόθεση υπαγωγής στο Νόμο να μην είναι έμποροι, αφού, αν ήταν έμποροι υπάγονταν στις διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου του Ν. 3588/2007).

Με τον νόμο Κατσέλη, εφόσον η αίτηση του οφειλέτη γινόταν δεκτή από το δικαστήριο, επερχόταν δικαστική ρύθμιση των οφειλών, η οποία περιλαμβανόταν τον τύπο της δικαστικής απόφασης. Ο οφειλέτης, ο οποίος υπέβαλε αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, είχε δικαίωμα να υποβάλλει αίτημα διάσωσης και της κύριας κατοικίας του. Στην περίπτωση αυτή η διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη ήταν υποχρεωτική για το δικαστήριο, το οποίο διέσωζε την κύρια κατοικία από ρευστοποίηση και παράλληλα υποχρέωνε τον δανειολήπτη να καταβάλει:

(α) το 85% της εμπορικής αξίας (Ν. 3869/2010 και Ν. 3996/2011)

(β) το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (Ν. 4161/2013),

(γ) το ποσό που θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση ρευστοποίησης του ακινήτου (Ν. 4346/2015, Ν. 4549/2018, ΠΝΠ 31-12-2018).

Η κατάστρωση του νόμου για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα έλαβε υπ’ όψιν ανάλογα νομοθετικά κείμενα αλλοδαπών νομοθεσιών. Στην κορυφή αυτών βρίσκεται το πρότυπο των Η.Π.Α. (13ο κεφάλαιο της Bankruptcy Reform Act, 1978, βλ και Α. Κρητικός, Η ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 4η έκδ, 2016, εκδόσεις Σάκκουλα, 27).

Ο Ν. 3869/2010 υπέστη αρκετές νομοθετικές μεταρρυθμίσεις με τους Νόμους (i) 3996/2011, (ii) 4161/2013, (iii) 4336/2015, (iv) 4346/2015, (v) 4549/2018, (vi) ΠΝΠ 31-12-2018

Σημειώνεται ότι ο Ν. 3869/2010 δεν καταργήθηκε, όπως ανακριβώς ακούγεται από διάφορους δημοσιολογούντες. Ο Νόμος εξακολουθεί να ισχύει αλλά δεν παρέχει πλέον (από 28-02-2019) προστασία της κύριας κατοικίας. Η προστασία της κύριας κατοικίας, μετά τον Νόμο Κατσέλη, παρείχετο με τον Ν. 4605/2019 και στη συνέχεια με τον Ν. 4714/2020 (γνωστό και ως πρόγραμμα «Γέφυρα»).

Σε όλες τις παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις κοινό αποτέλεσμα ήταν η προστασία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη.

  

2. Πτωχευτικό δίκαιο

Είναι ο κλάδος του εμπορικού δικαίου, που ρυθμίζει την κατάσταση ενός εμπόρου ή ενός νομικού προσώπου με οικονομική δραστηριότητα, ο οποίος αδυνατεί να πληρώσει τα εμπορικά του χρέη (πτώχευση). Αποβλέπει στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του πτωχεύσαντα μέσω διαδικασιών αποβλεπουσών και στη διάσωση της επιχείρησης του τελευταίου ή, τελικά, μέσω εκκαθάρισης της (πτωχευτικής) περιουσίας του. Προϋπόθεση έναρξης των διαδικασιών είναι η έκδοση σχετικής περί πτωχεύσεως δικαστικής αποφάσεως (βλ Σ. Ψυχομάνη, Εμπορικό Δίκαιο, 3η έκδ, 2018, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ 23-24).

 

3. Η πτώχευση ως θεσμός, με τον Ν. 3588/2007 (πριν το προς ψήφιση πτωχευτικό):

Η πτώχευση είναι θεσμός του εμπορικού δικαίου. Ως εκ του σκοπού της αποτελεί θεσμό αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ Λ Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 10η έκδοση, 2017, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ 10-11).

Από την πτωχευτική περιουσία εξαιρούνται ορισμένα στοιχεία, τα οποία καλούνται εξωπτωχευτικά στοιχεία, αποτελούντα την ονομαζόμενη εξωπτωχευτική περιουσία, και τα οποία δεν κατάσχονται κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο (βλ Λ Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 10η έκδοση, 2017, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ 28).

 

4. Ο σκοπός της πτώχευσης στον Ν. 3588/2007

Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρησής του (Άρθρο 1).

 

Β. Το προς ψήφιση νομοσχέδιο

 

1. Ο ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ (έως άρθρο 30)

1α. Στη διαδικασία εντάσσονται όλοι οι οφειλέτες που έχουν πτωχευτική ικανότητα (έμποροι ή φυσικά πρόσωπα).

1β. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών δεν θα αποτελεί διαδικασία υπό δικαστικό έλεγχο. Απεναντίας, καθίσταται πλήρως ηλεκτρονικός και εξωδικαστικός, όντας διαδικασία διαμόρφωσης προτάσεων ρύθμισης που επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια των πιστωτών ως προς την υποβολή τους και του οφειλέτη ως προς την αποδοχή τυχόν υποβληθείσας πρότασης. Η αποδοχή αιτήματος του οφειλέτη εναπόκειται αποκλειστικά στην προαίρεση αποδοχής της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών του.

1γ. Η διαδικασία δεν είναι διαθέσιμη σε οφειλέτες, όταν το 90% των συνολικών οφειλών είτε προς χρηματοδοτικούς φορείς, είτε προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης οφείλεται σε ένα χρηματοδοτικό φορέα (αρ 7). Στην περίπτωση αυτή ο Νόμος παραπέμπει στον Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας (Ν. 4224/2013).

1δ. Ο οφειλέτης, με την υποβολή της αίτησης, δίνει άδεια πρόσβασης σε όλα του τα στοιχεία και έτσι, συναινεί (αρ 12) στην άρση του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου. Σε περίπτωση αίτησης φυσικού προσώπου η άδεια περιλαμβάνει και τα στοιχεία και έγγραφα που αφορούν τον ή την σύζυγο ή συμβίο του αιτούντα και τα εξαρτώμενα μέλη.

1ε. Με το άρθρο 18 ορίζεται ότι με την υποβολή της αίτησης αναστέλλονται τα καταδιωκτικά μέτρω, όχι όμως, ο τυχόν πλειστηριασμός που προσδιορίστηκε εντός 3 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

1στ. Η πλειοψηφία των πιστωτών που είναι χρηματοδοτικοί φορείς μπορεί υπό προϋποθέσεις να δεσμεύσει τους λοιπούς χρηματοδοτικούς φορείς πιστωτές του οφειλέτη αλλά και το Δημόσιο και τα Ταμεία Κοινωνικής Ασφάλισης. Προβλέπεται επιδότηση των δόσεων για χρονικό διάστημα έως πέντε (5) έτη από το Ελληνικό Δημόσιο. Το ύψος της επιδότησης κυμαίνεται, αναλόγως των κριτηρίων που πληρεί ο οφειλέτης, από 70 έως 210 ευρώ.

 

2. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ (άρθρα 31-74)

Αφορά μόνο πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα (αρ 32, 76). Διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία εξυγίανσης. Ρυθμίζεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών. Η αρχή αυτή προσδιορίζεται με αναφορά όχι στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν οι πιστωτές βάσει της κατάταξής τους στο πλαίσιο της διαδικασίας ρευστοποίησης και διανομής της πτωχευτικής περιουσίας που προβλέπεται στις διατάξεις σχετικά με την πτώχευση του νόμου ή στο πλαίσιο εκτέλεσης επί της περιουσίας του οφειλέτη κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αλλά ευρύτερα, με αναφορά στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν οι πιστωτές σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη.

 

3. Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ (75-171)

3α. Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση του συνόλου της περιουσίας του οφειλέτη ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής (κλάδων) ή των κατ’ ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων και στην επιστροφή παραγωγικών μέσων σε δυνητικά παραγωγικές χρήσεις, σε κάθε περίπτωση εντός της συντομότερης κατά το δυνατόν προθεσμίας (άρθρο 75).

3β. Η πτώχευση αφορά πια και τα φυσικά πρόσωπα (αρ 76)

 

4. Είδη πτώχευσης:

4α. Πτώχευση μικρού αντικειμένου (άρθρα 172-188): Η έννοια της πτώχευσης μικρού αντικειμένου συναρτάται προς την έννοια της πολύ μικρής οντότητας του Ν. 4308/2014 (άρ 78 παρ 2). Έτσι, πολύ μικρές οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες κατά την ημερομηνία του ισολογισμού τους δεν υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια: α) Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων): 350.000 ευρώ. β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 700.000 ευρώ. γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 10 άτομα. Στα φυσικά πρόσωπα, αυτό σημαίνει ότι η περιουσία του φυσικού προσώπου δεν υπερβαίνει τις 350.000€ και ως αξία της ακίνητης περιουσίας λογίζεται η αντικειμενική αξία που αναγράφεται στο εκκαθαριστικό σημείωμα ΕΝΦΙΑ (αρ 11). Προφανώς, από τα ως άνω ποσοτικά κριτήρια προκύπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πτωχεύσεων θα είναι οι λεγόμενες "μικρού αντικειμένου". 

4β. Πτώχευση: Όλες οι πτωχεύσεις που δεν εντάσσονται στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, αποτελούν γενικές πτωχεύσεις υπαγόμενες στον νέο πτωχευτικό κώδικα.

 

5. Ποσοτικά τεκμήρια πτώχευσης με τον νέο νόμο

5α. Γενικό ποσοτικό τεκμήριο πτώχευσης: Αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει οφειλές που αντιστοιχούν στο 40% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των 30.000€, για χρονική περίοδο 6 μηνών, τεκμαίρεται ότι βρίσκεται σε μόνιμη και γενική παύση πληρωμών. Ως οφειλές νοούνται όλες οι οφειλές προς το Δημόσιο, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (Άρθρο 79 παρ 1).

5β. Ποσοτικό τεκμήριο πτώχευσης μικρού αντικειμένου: Στην περίπτωση πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου απαιτείται η υπερημερία ως προς οφειλές σε θεσμικό πιστωτή να αφορά το 60% της αντίστοιχης συνολικής οφειλής για περίοδο έξι μηνών, εφόσον η εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) Ευρώ (αρ 176).

 

6. Ποιος και σε ποιο δικαστήριο υποβάλλει την αίτηση πτώχευσης

Με τον Ν. 3588/2007: Αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο και με τον Ν. 3869/2010 αρμόδιο ήταν το Ειρηνοδικείο.

6α. Με τον προς ψήφιση νόμο, γενική αρμοδιότητα για τις πτωχεύσεις έχει το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Η αίτηση υποβάλλεται είτε από τον οφειλέτη, ο οποίος υποχρεούται να την υποβάλει εντός 30 ημερών, αφού συντρέξουν οι παραπάνω προϋποθέσεις. (βλ παραπάνω 5α ή 5β). Αίτηση πτώχευσης μπορούν να υποβάλλουν και οι πιστωτές. Αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, ή στην περίπτωση φυσικού προσώπου χωρίς εμπορική ιδιότητα, την κύρια κατοικία του, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία φορολογική δήλωση του (άρθρο 78 παρ 1).

6β. Σε πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου (αρ 2 Ν 4308/2014), αρμόδιο είναι το Ειρηνοδικείο του τόπου κατοικίας (αρ 172 παρ 2). Ως αξία των ακινήτων λογίζεται η αντικειμενική αξία (αρ 78 παρ 2, 11 παρ 1). Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά.

6γ. Και στις δυο περιπτώσεις η συζήτηση γίνεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρ 130)

 

7. Οικονομική επιβάρυνση του αιτούμενου την πτώχευση

7α. Επιβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (παράβολο) πεντακοσίων (500) ευρώ (άρθρο 5 παρ 8). Το παράβολο αυτό, αποδίδεται στον σύνδικο της πτώχευσης και δεν καλύπτει τα δικαστικά έξοδα του αιτούμενου την πτώχευση (αμοιβή δικηγόρου για την σύνταξη της αιτήσεως, αμοιβή λογιστή ή ορκωτών ελεγκτών (αρ 79 παρ 2), κόστη επιδόσεων της αίτησης στους πιστωτές, αμοιβή δικηγόρου για την παράσταση στο ακροατήριο του δικαστηρίου).

7β. Εξαιρούνται από την καταβολή παραβόλου πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου (αρ 79 παρ 8).

 

8. Αναστολή εκτέλεσης

8α. Με τον παλαιό πτωχευτικό κώδικα (αρ 10 Ν. 3588/2007), μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης πτώχευσης, το δικαστήριο με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, μπορούσε να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο για να αποτραπεί μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη. Η συζήτηση γινόταν με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 682 επ ΚΠολΔ. Στη διαδικασία συμμετείχε και ο οφειλέτης.

8β. Με τις νέες ρυθμίσεις (αρ 86 παρ 1), μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης πτώχευσης, το δικαστήριο με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο για να αποτραπεί μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη. Η συζήτηση γίνεται με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 682 επ ΚΠολΔ. Δεν απαιτείται κλήτευση του οφειλέτη. Η κλήτευση του οφειλέτη καθίσταται δυνητική.

8γ. Ειδικά στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, η υποβολή της αίτησης πτώχευσης δεν αναστέλλει τα καταδιωκτικά μέτρα που λαμβάνει πιστωτής επί περιουσιακού στοιχείου στο οποίο έχει εμπράγματη ασφάλεια (αρ 175)

 

9. Πτωχευτική περιουσία

. Για το φυσικό πρόσωπο, στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνονται τα εισοδήματά του που υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης (αρ 92 παρ 2 Ν. 4389/2016).

9β. Τα εισοδήματα εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας (αρ 92 παρ 3) μόνο αν συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:

η κύρια κατοικία του οφειλέτη ή τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το 10% των οφειλών

αν η αξία τους υπερβαίνει τις 100.000€.  

Στην περίπτωση αυτή η απαλλαγή του οφειλέτη επέρχεται ένα έτος μετά την κήρυξη της πτώχευσης (αρ 92 παρ 3 και 192 παρ 2).

Στην πτωχευτική περιουσία δεν ανήκουν τα ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή άλλων διατάξεων (αρ 92 παρ 5).

 

10. Σφράγιση της κατοικίας

10α. Το άρθρο 87 παρ 4 ορίζει ότι δεν σφραγίζεται η κύρια κατοικία του οφειλέτη και τα ακατάσχετα πράγματά του κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

10β. Ωστόσο, το άρθρο 179, που αφορά ειδικά στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, ορίζεται ότι, αν δεν απορριφθεί η αίτηση (σύμφωνα με το άρθρο 178, βλ και κατωτέρω υπό στοιχείο), τότε ο σύνδικος της πτώχευσης σφραγίζει την πτωχευτική περιουσία.

 

10. Αποτελέσματα της πτώχευσης

10α. Στην πτώχευση μικρού αντικειμένου, αποτέλεσμα είναι η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη (αρ 186), η οποία γίνεται -μάλλον- με τις διατάξεις των άρθρων για τις γενικές πτωχεύσεις (άρθρα 162-169). Η αβεβαιότητα συνίσταται στο ότι το άρθρο 186 παραπέμπει στο «κεφάλαιο Γ του παρόντος», αλλά το συγκεκριμένο Έκτο Μέρος του νόμου, δεν έχει Κεφάλαιο Γ. Υπάρχει το κεφάλαιο Γ του Πέμπτου Μέρους, το οποίο αναφέρεται σε εκποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων, μέσω πλειστηριασμού.

10β. Η περίπτωση ευάλωτου οφειλέτη (αρ 3 Ν. 4472/2017)

Ευάλωτος οφειλέτης είναι ο οριζόμενος στο αρ 3 του Ν. 4472/2017. Τα κριτήρια εξειδικεύτηκαν με την υπ’ αριθ Δ13οικ.10747/256 (ΦΕΚ Β 792/06-03-2019) ΥΑ σύμφωνα με την οποία:

1. Εισοδηματικά κριτήρια

Το συνολικό εισόδημα του νοικοκυριού, όπως υπολογίζεται για τους σκοπούς της ένταξης, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενο κατά 3.500 ευρώ για κάθε μέλος του νοικοκυριού.

Στη μονογονεϊκή οικογένεια ορίζεται επιπλέον προσαύξηση 3.500 ευρώ για το πρώτο ανήλικο μέλος του νοικοκυριού.

Στο νοικοκυριό με απροστάτευτο/α τέκνο/α ορίζεται επιπλέον προσαύξηση 3.500 ευρώ για κάθε απροστάτευτο τέκνο.

Το συνολικό εισόδημα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 21.000 ευρώ ετησίως, ανεξαρτήτως της σύνθεσης του νοικοκυριού.

Παρατίθενται, ενδεικτικά, οι ακόλουθες περιπτώσεις:


2. Περιουσιακά κριτήρια

α. Ακίνητη περιουσία:

Η συνολική φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας του νοικοκυριού στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, όπως αυτή προσδιορίζεται για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. με τις διατάξεις του ν. 4223/2013 (Α` 287) και προκύπτει από την τελευταία εκδοθείσα πράξη προσδιορισμού φόρου, δεν μπορεί να υπερβαίνει στο σύνολο της το ποσό των 120.000 ευρώ για το μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενη κατά 15.000 ευρώ για κάθε πρόσθετο μέλος και έως του ποσού των 180.000 ευρώ.

 

β. Κινητή περιουσία:

Το συνολικό ύψος των καταθέσεων του νοικοκυριού ή/και η τρέχουσα αξία μετοχών, ομολόγων κτλ, όπως προκύπτουν από την τελευταία εκκαθαρισμένη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια του κατωτέρω πίνακα για κάθε τύπο νοικοκυριού, μέχρι και το ποσό των 21.000 ευρώ.


 10γ. Μόνο εάν κηρυχθεί σε πτώχευση ευάλωτος οφειλέτης, ή μόνο αν σε βάρος της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη επισπεύδεται πλειστηριασμός, τότε ο οφειλέτης αυτός έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση μεταβίβαση, μίσθωσης και επαναγοράς του ακινήτου (αρ 219). Η αίτηση υποβάλλεται εντός 60 ημερών από την ημερομηνία της απόφασης που τον κηρύσσει σε πτώχευση.

10δ. Αν ο ευάλωτος έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, το τίμημα της πώλησης του ακινήτου στον φορέα επαναπόκτησης (που είναι φορέας ιδιωτικών συμφερόντων, αρ 218) αποδίδεται στον σύνδικο της πτώχευσης για να διανεμηθεί στους πιστωτές (αρ 219). Η αίτηση υποβάλλεται εντός 60 ημερών από την ημερομηνία του κατασχετηρίου.

10ε. Αν ο ευάλωτος υφίσταται πλειστηριασμό της κύριας κατοικίας του, το τίμημα της πώλησης του ακινήτου στον φορέα επαναπόκτησης (που είναι φορέας ιδιωτικών συμφερόντων, αρ 218) αποδίδεται στον συμβολαιογράφο του πλειστηριασμού, για να διατεθεί στον επισπεύδοντα πιστωτή (αρ 219).

10στ. Ο ευάλωτος οφειλέτης μπορεί να μισθώσει το ακίνητο που περιήλθε στην ιδιοκτησία του φορέα επαναπόκτησης. Η διάρκεια της μίσθωσης είναι δώδεκα (12) έτη (αρ 220)

10ζ. Το μίσθωμα υπολογίζεται με βάση την απόδοση που αντιστοιχεί στο μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου και αναπροσαρμόζεται κατ’ έτος (αρ 220 παρ 2)

10η. Το δικαίωμα μίσθωσης και επαναγοράς δεν μεταβιβάζονται παρά μόνο σε περίπτωση θανάτου του. 

10θ. Εάν καθυστερήσει την καταβολή 3 μισθωμάτων, η μίσθωση καταγγέλλεται (αρ 221). Στην περίπτωση καταγγελίας, υποχρεούται σε απόδοση της κατοχής του ακινήτου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ 599 ΑΚ (που ορίζει ότι «Ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε»).

10ι. Με τη λήξη της μίσθωσης αποκτά δικαίωμα επαναγοράς του ακινήτου καταβάλλοντας την εμπορική αξία του ακινήτου. Αν υποβάλει αίτημα πρόωρης επαναγοράς οφείλει πρόσθετα και τα μη δεδουλευμένα μισθώματα (αρ 222).

10ια. Εφόσον είναι ευάλωτος, δικαιούται επιδόματος στέγασης. Το επίδομα εισπράττεται από τον φορέα επαναπόκτησης, έναντι μέρους του μισθώματος (αρ 223).

10ιβ. Αίρεται το τραπεζικό και φορολογικό απόρρητο του ευάλωτου οφειλέτη (αρ 224)

 

11. Απόδοση της κατοικίας του οφειλέτη

Κατά τις διατάξεις των γενικών πτωχεύσεων, ο οφειλέτης έχει προθεσμία έξι (6) μηνών να αποδώσει την κατοχή της κατοικίας του (αρ 87 παρ 5).

 

11. Περίπτωση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης μικρού αντικειμένου

Σε περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, εκτός αυτών επί των οποίων έχουν εγγραφεί εξασφαλίσεις υπέρ των ενέγγυων πιστωτών του οφειλέτη, δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας, τότε η αίτηση απορρίπτεται και ο οφειλέτης καταχωρείται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που υφίστανται βεβαρημένα στοιχεία, η ικανοποίηση των πιστωτών επιτυγχάνεται μέσω της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (αρ 178)

  

12. Έναρξη ισχύος

Σύμφωνα με το άρθρο 270, ορίζεται χρόνος έναρξης ισχύος η 01-01-2021.

 

Κριτική τοποθέτηση:

Από δικαιοσυγκριτική άποψη:

Από δικαιοσυγκριτική άποψη, από την ψήφιση του Ν. 3869/2010 κι εντεύθεν υπήρξε σειρά νομοθετημάτων, με τα οποία ο μη έμπορος (και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και ο έμπορος) οφειλέτης μπορούσε να ρυθμίσει δικαστικώς ή εξωδίκως τις οφειλές του.

Κοινή συνισταμένη και αποτέλεσμα όλων των παραπάνω νομοθετημάτων ήταν η διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη.

Με τον υπό ψήφιση νόμο, αυτό το αποτέλεσμα αίρεται. Η κύρια κατοικία του οφειλέτη (εμπόρου ή μη) ρευστοποιείται σε κάθε περίπτωση. Υπό την έννοια αυτή, ο νόμος διώκει να επιτελέσει ένα διπλό αλλά και αντιφατικό ρόλο:

(α) το ρόλο του φόβητρου, που στόχο έχει να οδηγήσει τους οφειλέτες σε ρύθμιση σύμφωνα με τους όρους που θα απαιτήσουν και θα υπαγορεύσουν οι πιστωτές, δίχως να είναι καν βέβαιο, ότι η προτεινόμενη ρύθμιση έλαβε υπόψη της δυνατότητες καταβολής των οφειλετών ή τις δαπάνες της διαβίωσής τους  και

(β) το ρόλο του αντικινήτρου. Ότι και να κάνει ο οφειλέτης, θα ρευστοποιηθεί η κύρια κατοικία του. Αν αυτό (δηλ. η κύρια κατοικία) είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, ελλείψει άλλου περιουσιακού στοιχείου τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα θα ατονήσουν. Για ποιο λόγο να υποβληθεί σε πρόσθετες διαδικασίες και έξοδα, χωρίς κανένα όφελος; Για ποιο λόγο να μην εργάζεται με αδήλωτη εργασία (που έχει ως εντεύθεν συνέπειες την φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή), ώστε να προστατεύσει τα εισοδήματά του; Για ποιο λόγο να πληρώνει ενοίκιο για το σπίτι του, όταν μετά από 12 χρόνια θα κληθεί να το αγοράσει από την αρχή δίχως να υπολογίζονται τα ενοίκια που κατέβαλε;

Αλλά και πέρα από αυτά, ο νόμος επιφέρει την νομική εξίσωση των εμπόρων με τα φυσικά πρόσωπα, που δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, πχ μισθωτούς, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες ή τους ανέργους. Η εξίσωση αυτή είναι προβληματική, σε επίπεδο αρχής, σε επίπεδο ουσιαστικών ρυθμίσεων, σε επίπεδο ηθικής, τελικά δε και σε επίπεδο πολιτικής συνέπειας.

 

- Επί της αρχής:

1. Σε επίπεδο αρχής, η πτώχευση είναι θεσμός του εμπορικού δικαίου. Αφορά σε εμπόρους και στόχο έχει την τακτοποίηση μη δυνάμενων να εξυπηρετηθούν εμπορικών χρεών με τέτοιο τρόπο, ώστε ο έμπορος να καταστεί εκ νέου ικανός να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα στο μέλλον (fresh start). Και πράγματι, ο έμπορος, εκτιθέμενος τους κινδύνους αλλά και στις δυνατότητες της αγοράς, μπορεί, μαθαίνοντας από τα λάθη του, να πετύχει μια νέα, υγιή και κερδοφόρα εκκίνηση. Τέτοια εκκίνηση, όμως, δεν νοείται για τον μισθωτό, τον συνταξιούχο, τον άνεργο ή τον ελεύθερο επαγγελματία. Αυτές οι κατηγορίες πολιτών δεν έχουν δυνατότητα νέας εκκίνησης, αφού τα εισοδήματά τους εξαρτώνται όχι από τους ίδιους ή και τις επιχειρηματικές επιλογές τους αλλά από διατάξεις δημοσίου δικαίου (δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι) ή συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου (ιδιωτικοί υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες), με βάση τις οποίες αμείβονται, εντός συγκεκριμένων πλαισίων παροχής και αντιπαροχής.

2. Σε επίπεδο αρχής, η πτώχευση ως εκ του σκοπού της αποτελεί θεσμό αναγκαστικής εκτέλεσης. Η παραπάνω εκκίνηση παραβλέπει ότι η πτώχευση των φυσικών προσώπων σε σχέση με την πτώχευση των εμπόρων διαφέρει ως προς τον επιδιωκώμενο σκοπό και οι ρυθμίσεις του υπό ψήφιση νόμου τελούν σε πλήρη αντίφαση με προηγούμενες παραδοχές του ίδιου του Έλληνα νομοθέτη (Ν. 3869/2010), που είχε δεχτεί ότι η δυνατότητα ρύθµισης των χρεών του φυσικού προσώπου, µε απαλλαγή από αυτά και ταυτόχρονη διάσωση της κατοικίας του, βρίσκει τη νοµιµοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να µην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε µία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν µπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μια απαλλαγή χρεών δεν παύει να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συµφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά µέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναµη προάγοντας την οικονοµική και κοινωνική δραστηριότητα (βλ αιτιολογική έκθεση Ν. 3869/2010).

3. Σε επίπεδο αρχής, όλα τα παραπάνω έχουν κριθεί και δικαστικώς, αφού κρίθηκε ότι πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας είναι να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου. Αυτή η υποχρέωση θέτει ως όριο της πολιτειακής πράξης την διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβιώσεως του πολίτη που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια. Αν ο νομοθέτης στερήσει αυτήν την δυνατότητα, τότε προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου, την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με την ως άνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη που πρέπει να διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του (ΕιρΚαλαμάτας 32/2013).

4. Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 1641/1986, με εκείνη της παρ. 13 του άρθρου 6 του ν.δ. 775/1964 "περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί λαϊκής κατοικίας", η οποία ορίζει ότι "υφισταμένης υποθήκης πάσα απαλλοτρίωσις του ακινήτου είναι άκυρος, επιτρεπομένης μόνο της μεταβιβάσεως λόγω προικός υπέρ κατιόντων ή αδελφών", προκύπτει ότι με αυτή θεσπίστηκε, για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, απαγόρευση διάθεσης και με αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που αγοράστηκε ή αναγέρθηκε, κατά τις διατάξεις του ν. 1641/1986, με χρήματα δανείου του ΟΕΚ. Η παρά τις προϋποθέσεις αυτές γενομένη διάθεση είναι απολύτως άκυρη (ΑΠ 219/2017). Ο προκείμενος νόμος, όμως δείχνει να αγνοεί αυτούς τους υφιστάμενους νόμιμους περιορισμούς. Ρευστοποιεί συλλήβδην την κύρια κατοικία κάθε οφειλέτη (ακόμα και του ευάλωτου, στον οποίο παρέχει μόνο τη δυνατότητα του sale and lease back), τελώντας, με τον τρόπο αυτό σε αντίφαση με άλλα υφιστάμενα νομοθετήματα.

 

- Επί της ουσίας.

Α. Για τον εξωδικαστικό μηχανισμό

Οι διατάξεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών αποκλείουν τους οφειλέτες, όταν το 90% των συνολικών οφειλών είτε προς χρηματοδοτικούς φορείς, είτε προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης οφείλεται σε ένα χρηματοδοτικό φορέα (αρ 7). Στην περίπτωση αυτή ο Νόμος παραπέμπει στον Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας (Ν. 4224/2013).

Έτσι αποκλείεται από τη δυνατότητα του εξωδικαστικού μηχανισμού διευθέτησης, ο καλόπιστος δανειολήπτης που έχει ένα στεγαστικό δάνειο, ή ένα στεγαστικό και ένα καταναλωτικό δάνειο (που αντιστοιχεί σε ποσοστό μικρότερο του 10% ως προς το σύνολο των υποχρεώσεών του, πχ στεγαστικό 120.000€ και καταναλωτικό 10.000€).

Ο δανειολήπτης αυτός παραπέμπεται στις ατελείς διατάξεις του Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας, σύμφωνα με τον οποίο, οι πιστωτές δύνανται να υποβάλλουν πρόταση ρύθμισης αλλά δεν υφίστανται καμία κύρωση σε περίπτωση που δεν προβούν σε τέτοια πρόταση, ή εάν η πρότασή τους είναι ανεδαφική και μη υλοποιήσιμη. Εάν δεν επιτευχθεί ρύθμιση στο πλαίσιο του Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας ή αν ο δανειολήπτης χαρακτηριστεί «μη συνεργάσιμος», ο πιστωτής έχει δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης επί της περιουσίας του οφειλέτη.

Άλλωστε και ο ρυθμιζόμενος εξωδικαστικός συμβιβασμός είναι ολοσχερώς εξωδικαστικός. Ο Νόμος λαμβάνει μονομερώς υπόψη τα συμφέροντα των πιστωτών, οι οποίοι δύναται αλλά δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν πρόταση ρύθμισης, αλλά δεν υφίστανται καμία κύρωση σε περίπτωση που δεν προβούν σε τέτοια πρόταση, ή εάν η πρότασή τους είναι ανεδαφική και μη υλοποιήσιμη.

Οι διατάξεις του Νόμου είναι ατελείς και δεν υπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας αλλά ούσες μονομερείς, προκαλούν στρεβλώσεις.

 

Β. Για τη διαδικασία εξυγίανσης

Η διαδικασία δεν αφορά φυσικά πρόσωπα.

Για τους εμπόρους ισχύει, περίπου, ότι ίσχυε μέχρι τώρα.

 

Γ. Για την γενική πτώχευση και την πτώχευση μικρού αντικειμένου.

- Η γενική πτώχευση, επί της ουσίας, γίνεται εξαίρεση. Τα ποσοτικά όρια για την υπαγωγή μιας περίπτωσης στις διατάξεις της γενικής πτώχευσης είναι τόσο μεγάλα, ώστε αναμένεται ποσοστό πάνω από 90% των πτωχεύσεων να υπαχθεί στις διατάξεις για την πτώχευση μικρού αντικειμένου (αρ 2 Ν 4308/2014), καθισταμένου έτσι βασικού πτωχευτικού δικαστηρίου του Ειρηνοδικείου. Σημειώνεται ότι δεν θα λειτουργούν όλα τα Ειρηνοδικεία ως πτωχευτικά δικαστήρια. Ο νόμος προβλέπει την έκδοση Υπουργικής Απόφασης με την οποία θα καθοριστούν τα Ειρηνοδικεία που θα λειτουργήσουν ως πτωχευτικά δικαστήρια. Τα λειτουργικά προβλήματα, στην περίπτωση αυτή, αναμένονται να είναι πολλά.

- Στη διαδικασία της πτώχευσης υπολογίζεται ως πτωχευτική περιουσία του φυσικού προσώπου, το εισόδημά του, που υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης. Η ρύθμιση είναι πρωτοφανής.

Στο άρθρο 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας οριζόταν μεταξύ άλλων ότι είναι ακατάσχετα:

«α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων, ε) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς.»

Πλέον, με τις ρυθμίσεις του υπό ψήφιση νόμου, όλα τα παραπάνω κατάσχονται. Ιδίως τα εισοδήματα  μισθών και συντάξεων, τα οποία μέχρι τώρα ήταν ακατάσχετα, πλέον με τον υπό ψήφιση νόμο κατάσχονται κατά το μέρος που υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης.

Όμως, οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης, που θεσπίστηκαν με το αρ 92 παρ 2 Ν. 4389/2016, δημοσιεύτηκαν μόνο μια φορά, το 2016 και για τον υπολογισμό τους λήφθηκαν υπόψη τα εισοδήματα και οι υποχρεώσεις του έτους 2013(!). Έκτοτε δεν επικαιροποιήθηκαν ποτέ.

Έτσι, παρατηρείται το παράδοξο ότι οι μεν εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζονται ως ακολούθως


Ο νόμος λαμβάνει υπόψη του τις παραπάνω τιμές, αλλά αγνοεί και παραλείπει να λάβει υπόψη του την χρονική αξία του χρήματος, δηλαδή, δεν ορίζει ότι λαμβάνεται υπόψη η εκάστοτε παρούσα αξία των παραπάνω κονδυλίων, μέχρι να επικαιροποιηθεί η παραπάνω έκθεση.

Και τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι έτσι εισάγεται νομοθετικά τεχνητή υποτίμηση του κόστους ζωής των πολιτών, το οποίο ορίζεται με δεδομένα προ εφτά (7) ετών. Οι πιο πρόσφατα υπολογισμένες ανάγκες των νοικοκυριών, σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών του έτους 2018 της ΕΛΣΤΑΤ (δημοσιευθείσα στην 30-09-2019), η οποία ερευνά τις δαπάνες ενός νοικοκυριού, το 2018, είχαν διαμορφωθεί ως εξής

  


Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι, οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης, που υπολογίστηκαν με τιμές του 2013, δεν αντικατοπτρίζουν την οικονομική πραγματικότητα των πολιτών.

Ο νόμος λαμβάνει υπόψη του δεδομένα που δεν αντιστοιχούν στην τρέχουσα πραγματικότητα και τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών και υποβαθμίζει τις δαπάνες διαβίωσης των πολιτών, με στόχο να προσφέρει μεγαλύτερο όφελος στους πιστωτές, οι οποίοι θα ικανοποιούνται για κάθε ποσό άνω των 537€ για έναν ενήλικα.

- Στην γενική πτώχευση, στην πτώχευση μικρού αντικειμένου και στις διατάξεις για τους ευάλωτους δανειολήπτες κοινό αποτέλεσμα είναι η ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Μόνο οι ευάλωτοι θα μπορούν να παραμείνουν ως μισθωτές στην οικία τους (με σύμβαση sale and lease back και σύμφωνο επαναγοράς).

-Μέγιστος χρόνος μίσθωσης ορίζονται τα 12 έτη. Το μίσθωμα δεν θα μειώνει την οφειλή.

- Αν ο οφειλέτης καθυστερήσει 3 μισθώματα η μίσθωση καταγγέλλεται. Σε αυτή την περίπτωση ο ευάλωτος οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει αμέσως την οικία. Σημειώνεται ότι αυτή η ρύθμιση για τους ευάλωτους (αρ 221) είναι δυσμενέστερη σε σχέση με τη ρύθμιση μεγάλων οφειλετών (αρ 87 παρ 5), για τους οποίους ο νόμος παρέχει προθεσμία 6 μηνών για την παράδοσης της οικίας.

- Εξίσου δυσμενέστερη είναι και η ρύθμιση για τη σφράγιση. Στις μεγάλες πτωχεύσεις δεν προβλέπεται σφράγιση της κατοικίας του οφειλέτη (αρ 87 παρ 4). Στους ευάλωτους, το άρθρο 179, που αφορά ειδικά στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, ορίζει ότι, αν δεν απορριφθεί η αίτηση (σύμφωνα με το άρθρο 178), τότε ο σύνδικος της πτώχευσης σφραγίζει την πτωχευτική περιουσία, άρα και την κατοικία του οφειλέτη.

-Τα μισθώματα που καταβάλει ο ευάλωτος οφειλέτης δεν υπολογίζονται στην απομείωση της οφειλής του οφειλέτη. Είναι καθαρά μισθώματα, δηλαδή αποζημιώσεις χρήσης της οικίας.

 

Επί του ηθικού μέρους:

-Με τις διατάξεις του υπό ψήφιση Νόμου, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης δεν αποκτά δικαιώματα. Αποκτά μόνο υποχρεώσεις και μετατρέπεται σε υποζύγιο. Μάλιστα τούτο γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο αν κανείς λάβει υπόψη του το εξής: Ότι ορθά ο υπό ψήφιση νόμος ορίζει ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία που θα αποκτήσει ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης αποτελούν μέρος της μεταπτωχευτικής περιουσίας του και δεν θίγονται. 

Ωστόσο, εντελώς αντίστροφα, ορίζει μια κατηγορία μεταπτωχευτικής περιουσίας ως εντασσόμενη στην πτωχευτική περιουσία: Τα εισοδήματα του οφειλέτη μετά την πτώχευση, κατά το μέρος που υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης. Αυτά, παρόλο που θα αποκτηθούν μετά την κήρυξη της πτώχευσης, θα αποτελέσουν μέρος της πτωχευτικής (!) περιουσίας, κατά ένα αδιανόητο πλάσμα, που θέλει μελλοντικά εισοδήματα, που κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι ακατάσχετα, να ανατρέχουν σε παρελθόντα χρόνο και να γίνονται έστω και μερικώς κατασχετά. Έτσι, όμως αποδεικνύεται, ότι ούτε πραγματικά μπορούμε να μιλάμε για «δεύτερη ευκαιρία», ούτε για «νέα εκκίνηση». Ο οφειλέτης θα απομένει με τα ελάχιστα αναγκαία για την επιβίωσή του, σε συνθήκες οριακής φτώχειας και αδυναμίας εξόδου από την κατάσταση αυτή.

- Με τις ρυθμίσεις αυτές, ο νόμος οδηγεί σε ανήθικες επιλογές τους οφειλέτες. Οδηγεί σε αδήλωτη εργασία, σε φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή.

- Και όλα αυτά αποφασίστηκαν σε συνεργασία με τις τράπεζες οι οποίες:

(1) Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3723/2008 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 4.473.585.000€.

(2) Με τα άρθρα 2,3,4,5 του Ν. 3723/2008 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 23.000.000.000€.

(3) Με το άρθρο 4 παρ. 8 του Ν. 3845/2010 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 15.000.000.000€. (4) Με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3864/2010 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 10.000.000.000€.

(5) Με το άρθρο 7 του Ν. 3872/2010 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 25.000.000.000€.

(6) Με την Υ.Α. 2/43219/0025 (ΦΕΚ 1143/Β/6-5-2011) ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 15.000.000.000€.

(7) Με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 3965/2011 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 30.000.000.000€.

(8) Με το άρθρο 1 παρ. 1,2 του Ν. 4031/2011 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 60.000.000.000€.

(9) Με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 4056/2021 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 30.000.000.000€.

(10) Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 4079/2012 ανακεφαλαιοποιήθηκαν Τραπεζικές Εταιρείες από Δημόσιο Χρήμα με το ποσό 40.000.000.000€.

Στα παραπάνω ποσά πρέπει να συμπεριληφθεί το ποσό των 178.000.000.000€ που δόθηκαν ως εγγυήσεις για το «ELA», ο αναβαλλόμενος φόρος περί τα 5.000.000.000€, καθώς και τα παράλληλα «Ομόλογα Φαντάσματα» του 2013 : 41.000.000.000€, καθώς και η ρευστότητα που παρέχει τελευταία η ΕΚΤ στις ελληνικές τράπεζες, αγοράζοντας Ελληνικά ομόλογα. Τα χρήματα οι ελληνικές τράπεζες τα τζογάρουν στις διεθνείς αγορές στοχεύοντας στην αύξησ της κερδοφορίας τους, μην κατευθύνοντας κεφάλαια στην πραγματική οικονομία και δημιουργώντας συνθήκες προκυκλικότητας. 

Με τα παραπάνω δεδομένα, ο νομοθέτης δεν άσκησε την αρμοδιότητά του με πρόθεση να ρυθμίσει κάποια εκδήλωση της κοινωνικής ζωής που ήταν αρρύθμιστη, αλλά ήρθε να γίνει ο επιτελικός εισπράκτορας τραπεζικών απαιτήσεων.

 

- Τέλος, μόνο σε επίπεδο πολιτικής ηθικής μπορεί να εκτιμηθεί και η ασυνέπεια της κυβέρνησης, η οποία προεκλογικά κυκλοφορούσε το φυλλάδιο (πηγή: https://nd.gr/sites/ndmain/files/u48/pds/gia_mia_kaluterh_zwh.pdf) των θέσεων του 12ου συνεδρίου της (έναρξη εργασιών: 15-12-2018) όπου, μεταξύ πολλών άλλων, στη 8η σελίδα των προτάσεών της, περιλάμβανε τη δέσμευση ότι θα εκπονήσει





Συμπερασματικά, το προς ψήφιση νομοσχέδιο δείχνει, όχι μόνο ότι ο νομοθέτης αγνοεί την κοινωνική πραγματικότητα και τις ανάγκες της κοινωνίας και της ελληνικής οικονομίας, αλλά απεναντίας νομοθετεί θεσμοθετώντας διαδικασίες παράγουσες ηθικό κίνδυνο σε κλίμακα χώρας που αναμένεται να επιφέρουν μείζονες στρεβλώσεις στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και στον υγιή ανταγωνισμό της αγοράς και της μίσθωσης κατοικίας.

 








de jure app