Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Απάντηση στον Εθνάρχη (έστω και μισό αιώνα μετά): Οι Τράπεζες!

Λαμβάνοντας ως αφορμή τις προσφάτως ψηφισθείσες διατάξεις, που αφορούν τη ρύθμιση των ενήμερων ενυπόθηκων δανείων αλλά και τις τροποποιήσεις του Ν.3869/2010, αξίζει να αναφερθούν κάποιες πρώτες παρατηρήσεις, σχετικά με όσα οι νέες διατάξεις προβλέπουν.

Κατ' αρχάς και για να έχουμε όλοι γνώση για ποιες διατάξεις μιλάμε, μπορείτε να κατεβάσετε όλα τα σχετικά ψηφισθέντα νομοσχέδια από την ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων, όπως αυτή τη στιγμή είναι δημοσιευμένα στο τελικό στάδιο της επεξεργασίας τους, πριν τη δημοσίευση στο ΦΕΚ.

Στο νομοσχέδιο για την ρύθμιση των ενήμερων ενυπόθηκων δανείων, το πρώτο πράγμα που προκαλεί εντύπωση είναι η απαίτηση του Νόμου να συντρέχουν σωρευτικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις στο πρόσωπο του αιτούντα τη ρύθμιση:
1. Να υπάρχει η εμπράγματη εξασφάλιση του δανείου.
2. Να πληρούνται τα εισοδηματικά κριτήρια που προβλέπει ο νόμος.
3. Ο αιτών να έχει υποστεί τουλάχιστον 20% μείωση εισοδημάτων σε σχέση με τα εισοδήματα που είχαν το 2009.
4. Εάν υπάρχουν συνοφειλέτες, τότε θα πρέπει να πληρούν όλοι οι συνοφειλέτες τη στιγμή κατάθεσης της αιτήσεως ρύθμισης της προϋποθέσεις αυτές.

Για την πρώτη προϋπόθεση (δηλ. για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αν και στο παρελθόν είχα αναφερθεί σε ένα σχέδιο προτάσεων, ώστε να αποκρούσετε την αίτηση για αναγκαστική προσημείωση της τράπεζας) αξίζει να αναφέρω ότι, με τη ρύθμιση αυτή, εάν η τράπεζα πέτυχε την εμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησής της, τότε με τον παρόντα νόμο... πέτυχε και την αναγκαστική - δια νόμου- αναγνώριση της οφειλής της έναντι Υμών!

Ξέρω, σας ακούγεται σε πρώτη φάση εντελώς άσχετο και ασύνδετο το ένα (η προσημείωση) με το άλλο (το ύψος της απαίτησης). Αλλά αν το κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά, θα δούμε ότι δεν είναι. 

Όπου η προσημείωση υπήρξε συναινετική, τότε ο ίδιος ο οφειλέτης "αναγνωρίζει" (στο βαθμό που μπορούμε να μιλάμε για έγκυρη αναγνώριση οφειλής πηγάζουσας από ΓΟΣ -δηλαδή, δεν μπορούμε-) το ύψος της οφειλής του και ως εκ τούτου, δεν τίθεται (άμεσο) ζήτημα αμφισβήτησης του ύψος της απαίτησης που προβάλει η τράπεζα.

Όμως, στην περίπτωση της αναγκαστικής προσημείωσης (πχ σε περίπτωση που ο δανειολήπτης για κάποιο χρονικό διάστημα περιήλθε σε υπερημερία, η τράπεζα κινήθηκε για την αναγκαστική προσημείωση υποθήκης και την πέτυχε, δίχως να καταγγείλλει τη δανειακή σύμβαση και εν τέλει εκ των υστέρων ο δανειολήπτης ανταποκρίθηκε πλήρως καταβάλλοντας τόσο τα ληξιπρόθεσμα όσο και τις τρέχουσες δόσεις του), δηλαδή αυτής που διατάχθηκε με απόφαση δικαστηρίου, η τράπεζα έπρεπε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα ύψος απαιτήσεως, η οποία (κατά τους ισχυρισμούς της) κινδύνευε να ματαιωθεί. Έτσι, λοιπόν, έπρεπε να εξασφαλιστεί εμπραγμάτως για την απαίτησή της αυτή.

Το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή καλούνταν να πιθανολογήσει την ύπαρξη της απαίτησης της τράπεζας και τον επικείμενο κίνδυνο της ματαίωσής της, οπότε διέτασσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης. 

Ωστόσο, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, ενόψει του προσωρινού δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αλλά κυρίως, ενόψει του όλως παρεμπίπτοντως ζητήματος της ύπαρξης της απαίτησης (την ύπαρξη και τη νομιμότητα της οποίας μόνο πιθανολογούσε ο Δικαστής - συνήθως εάν προτείναμε λόγους αμφισβήτησης του ύψους της απαίτησης λαμβάναμε ως απάντηση την εντελώς αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο θέση, ότι οι ισχυρισμοί μας δεν αφορούν τις δίκες για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης...), ο δανειολήπτης διατηρούσε ακέραιο το δικαίωμά του, είτε να αμφισβητήσει το ύψος της οφειλής σε δίκη ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, είτε να το αμφισβητήσει αυτοτελώς με την αναγνωριστική αγωγή του 70 ΚΠολΔ.

Με την παρούσα ρύθμιση, όμως, συμβαίνει κάτι μοναδικό: 
Ο δανειολήπτης που θέλει να ρυθμίσει την ενήμερη -πια- οφειλή του, με βάση τις ψηφισθείσες διατάξεις, προβαίνει και σε αναγνώριση του ύψους της οφειλής, αφού αυτή θεωρεί ως υφιστάμενη οφειλή και αυτή εισάγει προς ρύθμιση!

Έτσι, ήρθε ο Νόμος να καλύψει νομικά την τραπεζική αυθαιρεσία, η οποία ανατοκίζει σε διάστημα μικρότερο του εξαμήνου (ιδίως στους αλληλόχρεους λογαριασμούς, με βάση τη διάταξη του 112ΕισΝΑΚ), με βάση έτος 360 ημερών (προφανώς οι τραπεζικοί λένε "καλή χρονιά", όταν όλοι εμείς λέμε "καλά χριστούγεννα" κι έτσι μας επιβαρύνουν με 1,33% περίπου επιπλέον επιτόκιο, ως κρυφή επιτοκιακή επιβάρυνση, έτσι και 430/2005 ΑΠ), τοκίζει με ελεύθερα επιτόκια (αν και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας και η ίδια η λογική του τόκου, ως μεριδίου κέρδους που δικαιούται η τράπεζα από την πυροδότηση και την χρηματοδότηση της ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας επιτάσσει τη συμπίεση των επιτοκίων κάτω από τα ανώτατα εξωτραπεζικά επιτόκια - έτσι και 1219/2001 ΑΠ) μετακυλίει, τοκίζει και ανατοκίζει δημοσιονομικές εισφορές (πχ την εισφορά του Ν.128/75 - Ερώτημα: Αλήθεια, μπορώ κι εγώ να μετακυλίσω τη φορολογία μου κάπου αλλού;;; Δηλαδή, ο φόρος μπορεί να γίνει αντικείμενο συμβατικής διαπραγμάτευσης;;; Το ρωτώ, γιατί είχα την εντύπωση ότι ο ίδιος ο νόμος ορίζει τον υπόχρεο προς καταβολή του φόρου και σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται ο φόρος αντικείμενο συμβατικής διαπραγμάτευσης και μέθοδος πλουτισμού κανενός...), θεωρεί τη σιωπή ως έγκυρη αναγνώριση χρέους (αν δεν προβληθούν αντιρρήσεις εντός 30 ημερών, τότε λογίζεται ότι ο δανειολήπτης αποδέχτηκε τον λογαριασμό), επιβάλλει σκιώδεις προμήθειες κι έξοδα, επί των οποίων ζητά και τόκο (αν και αυτό απαγορεύεται από πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας) και πολλές άλλες τέτοιες μεθόδους παραγωγής και μεγέθυνσης του χρέους του δανειολήπτη.

Ε, λοιπόν, ήρθε τώρα αυτός ο Νόμος και λέει το εξής απλό:
Θέλεις να ρυθμίσεις και είσαι ενήμερος; ΟΚ!
Ρύθμισε την οφειλή σου, στο ύψος που την προσδιορίζει η τράπεζα. 

Ο μηχανισμός διαμόρφωσης του ύψους της οφειλής φαίνεται να μην απασχόλησε καθόλου τον Νομοθέτη. Ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, φαίνεται να τον απασχόλησε κάτι άλλο τον νομοθέτη: Να διασφαλίσει ότι η τραπεζική οφειλή θα περάσει στο απυρόβλητο. Να διασφαλίσει, δηλαδή, ότι η τράπεζα θα πάρει όλα όσα ζητά, ανεξάρτητα για ποιο λόγο τα ζητά.

Αυτό είναι μόνο το πρώτο δώρο μιας κυβέρνησης που εξ αρχής αγωνίστηκε να σώσει τις τράπεζες από τη χρεοκοπία και το πέτυχε χρεοκοπώντας τον Ελληνικό λαό. 

Έτσι, το Ελληνικό κράτος, όχι μόνο χρηματοδοτεί (ανακεφαλαιοποιεί) τις τράπεζες με ζεστό χρήμα από τα δάνεια που παίρνουμε σαν κράτος και για τα οποία χρεώνεται ο κάθε φορολογούμενος, αλλά σπεύδει να διασφαλίσει επίσης ότι οι τράπεζες θα εισπράξουν στο ακέραιο και τις απαιτήσεις τους από τα δάνεια που χορήγησαν με δική τους ευθύνη και κίνδυνο (κατά παράβαση της ΚΥΑ 699/2010) και για τα οποία ήδη ανακεφαλαιοποιούνται!

Δηλαδή οι τράπεζες θα εισπράξουν εις διπλούν τις ίδιες απαιτήσεις: Πρώτα από το ΕΤΧΣ, με χρέωση της χώρας και μετά από τον πολίτη, με ρύθμιση του δανείου (το οποίο ήδη υπολόγισαν στα κόκκινα και για το οποίο ήδη πληρώνονται). Και τούτο το πέτυχαν με ΝΟΜΟ.

Όπως καταλαβαίνετε, αυτή δεν είναι ρύθμιση για τον δανειολήπτη αλλά ρύθμιση για τον δανειοδότη, ο οποίος εξασφαλίζει την δια Νόμου αναγνώριση του ύψους της κάθε οφειλής εκ μέρους του δανειολήπτη, ως προϋπόθεση υπαγωγής του στο Νόμο.

Ως εκ περισσού υπενθυμίζω, ότι το ανακριτικό πολιτικοδικονομικό σύστημα της Εκούσιας Δικαιοδοσίας, με το οποίο εκδκάζεται κάθε αίτηση του υφισταμένου Ν.3869/2010, έδινε το δικαίωμα στον δανειολήπτη να αμφισβητήσει το ύψος της οφειλής του (έτσι και Βενιέρης, Μακρής). Με τη νέα διαδικασία, τέτοια δυνατότητα, δεν παρέχεται.

Ξέρετε γιατί;
Γιατί δεν μεσολαβεί δικαστήριο.
Την αποφασιστική αρμοδιότητα την έχουν οι τράπεζες.
Προς αυτές απευθύνεται η αίτηση του δανειολήπτη κι αυτές έχουν την εκ του Νόμου αποφασιστική αρμοδιότητα να αποδεχθούν την αίτηση ρύθμισης ή να την απορρίψουν.

Προφανώς, λοιπόν, δεν θα έχει καμία τύχη μια αίτηση που θα αμφισβητεί το ύψος της οφειλής...
 
Η απάντηση λοιπόν, στον Εθνάρχη (Κωνσταντίνο Καραμανλή) όταν εκνευρισμένος αναφώνησε "Ποιος κυβερνά επιτέλους αυτό τον τόπο", ήρθε εύγλωττη περίπου μισό αιώνα μετά: ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ!
Θα ακολουθήσει δεύτερο, τρίτο, τέταρτο κλπ μέρη με επιπλέον παρατηρήσεις...
Προς το παρόν, καληνύχτα μας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app