Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Η Οδηγία για τη διατήρηση προσωπικών δεδομένων, μη συμβατή με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

Σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα, η Οδηγία συνιστά κατάφωρη επέμβαση στο δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής καθώς επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υποχρέωση συλλογής και διατήρησης δεδομένων κίνησης και θέσης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Ο Γενικός Εισαγγελέας τονίζει ότι η αξιοποίηση των δεδομένων αυτών καθιστά δυνατή την πιστή και εξαντλητική καταγραφή ενός σημαντικού τμήματος της συμπεριφοράς ενός προσώπου που εμπίπτει αυστηρά στη σφαίρα της ιδιωτικής του ζωής ή ακόμη και την πλήρη και πιστή καταγραφή του συνόλου της ταυτότητάς του. Παράλληλα, αυξάνεται ο κίνδυνος τα διατηρούμενα δεδομένα να χρησιμοποιηθούν κατά τρόπο παράνομο, που να συνιστά πλήγμα για την ιδιωτική ζωή ή γενικά κατά τρόπο απατηλό ή κακόβουλο. Το θέμα ανακύπτει ως ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς τα δεδομένα δεν διατηρούνται από τις δημόσιες αρχές ή έστω υπό τον άμεσο έλεγχό τους αλλά από τους ίδιους τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Επιπλέον η Οδηγία δεν προβλέπει ότι τα δεδομένα πρέπει να διατηρούνται στο έδαφος κράτους-μέλους και κατά συνέπεια είναι δυνατή η αποθήκευσή τους σε μη προκαθορισμένες τοποθεσίες του κυβερνοχώρου.

Όπως τονίζεται στην έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα, ο νομοθέτης θα έπρεπε να ορίσει τις θεμελιώδεις αρχές βάσει των οποίων θα καθοριστούν οι ελάχιστες εγγυήσεις σχετικά με την πρόσβαση στα συλλεγόμενα και διατηρούμενα δεδομένα και την αξιοποίησή τους.
Ωστόσο, η Οδηγία η οποία άλλωστε δεν ρυθμίζει την πρόσβαση στα συλλεγόμενα και διατηρούμενα δεδομένα ή την αξιοποίησή τους, αναθέτει στα κράτη-μέλη τον καθορισμό και τη θέσπιση των εγγυήσεων αυτών και κατά συνέπεια δεν τηρεί την επιταγή του Χάρτη ότι κάθε περιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να προβλέπεται από το νόμο.

Η προϋπόθεση αυτή δεν έχει μόνο τυπικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης της ΕΕ, οφείλει να αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί καθορίζοντας τουλάχιστον τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό, τη θέσπιση και την εφαρμογή των εγγυήσεων αυτών, καθώς και τον έλεγχο της τήρησής τους. Ο καθορισμός των εγγυήσεων παρέχει τη δυνατότητα εκτίμησης των συνεπειών της επέμβασης αυτής στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος και ως εκ τούτου αποτελεί το κριτήριο βάσει του οποίου εξετάζεται το κύρος της έναντι των Συνθηκών.

Τέλος, ο Γενικός Εισαγγελέας διαπιστώνει ότι η Οδηγία δεν είναι συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας καθώς υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να εξασφαλίζουν τη διατήρηση των δεδομένων επί ένα χρονικό διάστημα, η μέγιστη διάρκεια του οποίου ορίζεται στα 2 χρόνια.

Προτείνει, ωστόσο, την αναστολή των συνεπειών της διαπίστωσης της έλλειψης κύρους προκειμένου ο νομοθέτης της Ένωσης να λάβει, εντός εύλογου χρόνου, τα απαιτούμενα μέτρα για τη θεραπεία της έλλειψης αυτής.

Ο Γενικός Εισαγγελέας υποστηρίζει ότι η Οδηγία αυτή επιδιώκει έναν απόλυτα θεμιτό απώτερο σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας των συλλεγόμενων και διατηρούμενων δεδομένων με σκοπό τη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Ωστόσο, δεν εντοπίστηκε, στις απόψεις που προβλήθηκαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί επαρκώς την ανάγκη διατήρησης των δεδομένων στα κράτη-μέλη.

Αυτό που προτείνει ο Γενικός Εισαγγελέας σε σχέση με την αναστολή των συνεπειών της έλλειψης που διαπιστώθηκε είναι, κατόπιν σταθμίσεως των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, την αναστολή των συνεπειών έως ότου ληφθούν τα μέτρα που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της έλλειψης κύρους, διευκρινίζοντας ότι αυτό πρέπει να συμβεί σε εύλογο χρόνο καθώς δεν αμφισβητείται η σημασία και ο επείγων χαρακτήρας.

Έτσι, το κύρος της Οδηγίας 2006/24 αίρεται λόγω ανεπαρκούς καθορισμού των εγγυήσεων που διέπουν τα στοιχεία τα οποία συλλέγονται και διατηρούνται, ενώ τα κράτη-μέλη είναι εκείνα που μπορούν να αντιμετωπίσουν επίσης το συγκεκριμένο ζήτημα κατά τη μεταφορά της Οδηγίας στην εσωτερική νομοθεσία.

Πηγή: Lawnet

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app