Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Άποψη: Αντισυνταγματικότητα της διάταξης της παρ 3 του άρθρου 6 του Ν. 3869/2010

Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ 1 του Συντάγματος της Ελλάδας, όπως το τελευταίο μεταφέρθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Β΄ Ψήφισμα της 6ης Μαρτίου 1986 της ΣΤ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και με το Ψήφισμα της 27ης Μαΐου 2008 της Η΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 102 Α΄/02-06-2008:

“1. Oι γενικά παραδεγμένoι κανόνες τoυ διεθνoύς δικαίoυ, καθώς και oι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τoυς με νόμo και τη θέση τoυς σε ισχύ σύμφωνα με τoυς όρoυς καθεμιάς, απoτελoύν αναπόσπαστo μέρoς τoυ εσωτερικoύ ελληνικoύ δικαίoυ και υπερισχύoυν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμoυ.”

Ενώ, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου αυτού:
“Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.”

Με τον Ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Α/178/01-08-2007) έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, υπ’ αριθμ. 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30-06-2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30-06-2006).

Με τον Ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α/107/05-05-2014) και συγκεκριμένα, με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» (EE L 176), ενώ καταργήθηκε ο προϋφιστάμενος Ν. 3601/2007.

Η διάταξη του άρ. 88 του Ν. 3601/2007 επαναλήφθηκε αυτούσια ως άρθρο 150 του Ν. 4261/2014 . Με την εν λόγω διάταξη ορίζεται ότι:
“Άρθρο 150
Εκτοκισμός δανείων ή λοιπών πιστώσεων
  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα υποχρεούνται να παύουν τη λογιστικοποίηση των τόκων των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούν, υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων από χρηματοδοτικές μισθώσεις με βάση το ν. 1665/1986 (Α΄ 194), μετά τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος κατά το οποίο λογισθέντες τόκοι επί των δανείων ή λοιπών πιστώσεων αυτών παραμένουν ανείσπρακτοι και το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες προκειμένου περί οφειλών από δάνεια προς φυσικά πρόσωπα που εξασφαλίζονται πλήρως με ακίνητα και τους τρεις (3) μήνες προκειμένου για οφειλές από λοιπές πιστοδοτήσεις. Μετά την πάροδο του ως άνω διαστήματος επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και εξ ανατοκισμού όπου επιτρέπεται, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται. Ειδικά προκειμένου περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων με τη μορφή αλληλόχρεων λογαριασμών, εφόσον οι λογιζόμενοι και μη εισπραττόμενοι τόκοι προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ισόποση πίστωση των λογαριασμών αυτών εντός του τριμήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού των τόκων προκειμένου να μην παύσει ο εκτοκισμός των δανείων ή λοιπών πιστώσεων.
  2. Απαγορεύεται σε πιστωτικό ίδρυμα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου να χορηγεί νέα δάνεια για την πληρωμή οφειλόμενων σε αυτό ληξιπρόθεσμων τόκων με αποτέλεσμα την αναστολή εφαρμογής της διάταξης της εν λόγω παραγράφου, καθώς και να προβαίνει σε ρύθμιση οφειλών ισοδύναμου αποτελέσματος εκτός εάν πρόκειται για σύμβαση γενικότερης ρύθμισης οφειλών του δανειολήπτη, που θα στηρίζεται σε εμπεριστατωμένη μελέτη από το πιστωτικό ίδρυμα της δυνατότητας εξυπηρέτησης των ρυθμιζόμενων οφειλών με βάση συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Απαγορεύεται επίσης στα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα η κεφαλαιοποίηση τόκων, που δεν προβλέπεται σε αρχική δανειακή σύμβαση μεσομακροπρόθεσμης χρηματοδότησης ή σε σύμβαση γενικότερης ρύθμισης οφειλών, κατά το αμέσως προηγούμενο εδάφιο.
  3. Εξουσιοδοτείται η Τράπεζα της Ελλάδος να παρέχει διευκρινιστικές οδηγίες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
  4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα για τα πιστωτικά ιδρύματα.”

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α/130/02-08-2010), η οποία παρέμεινε αμετάβλητη από το άρθρο 14 του Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α/143/14-06-2013) ορίζεται ότι:

“3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους.”

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 4161/2013 ορίζεται ότι:

“2. Το ποσό των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών θα πρέπει να είναι εύλογο με βάση την οικονομική κατάσταση του αιτούντος, ωστόσο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση στο παραπάνω όριο υφίσταται, αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος, περίπτωση κατά την οποία ορίζεται από τον Ειρηνοδίκη χαμηλότερη ή μηδενική δόση.”

Τέλος, με την παράγραφο 5 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 όπως αυτή παρέμεινε αμετάβλητη από το άρθρο 16 του Ν. 4161/2013 ορίζεται ότι:

“5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.”

Από ουσιαστική διάταξη, υπερνομοθετικής ισχύος, δημοσίας τάξεως (“Απαγορεύεται...”) και αμέσου εφαρμογής, όπως αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, ως άρθρο 88 του Ν. 3601/2007 και επαναλήφηκε ως άρθρο 150 του Ν. 4261/2014, ο Κοινοτικός Νομοθέτης όρισε δυο άκρα χρονικά όρια: α) για το λογισμό τόκων επί του δανειακού λογαριασμού, και β) για την διάσωση του εκτοκισμού των πιστώσεων.

Σύμφωνα με το πρώτο όριο, το οποίο αποτελεί άκρο χρονικό όριο του λογισμού τόκων επί του δανειακού λογαριασμού, ο λογισμός τόκων απαγορεύεται, εφόσον αυτοί μένουν ανείσπρακτοι, για τουλάχιστον 6 μήνες, για εμπραγμάτως ασφαλισμένες πιστώσεις και 3 μήνες, για μη εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις. 

Μετά την πάροδο του ως άνω -κατά περίπτωση- υπολογιζόμενου χρονικού διαστήματος, επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και εξ ανατοκισμού όπου επιτρέπεται, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται.

Εάν δε, παρά την ανωτέρω ρύθμιση, οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες εξακολουθούν να λογίζουν τόκους επί του δανειακού λογαριασμού, οι οποίοι προσαυξάνουν το χρεωστικό υπόλοιπο των δανειοληπτών, τότε οι λογιζόμενοι και μη εισπραττόμενοι τόκοι (που προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών), θα πρέπει να πιστώνονται, τουλάχιστον κατά το ισόποσο της χρέωσής τους, εντός του τριμήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού τους (δεύτερο όριο).

Σε διαφορετική περίπτωση, η κύρωση από την παραβίαση της διάταξης αυτής είναι σαφής και ορίζεται από το ίδιο το κείμενο του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο, παύει ο εκτοκισμός των δανείων ή λοιπών πιστώσεων.

Δοθείσας της παραπάνω ρυθμίσεως, η οποία θεσπίζει όρους και άκρα χρονικά όρια για τη λογιστικοποίηση τόκων, το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου και τη διάσωση του εκτοκισμού κάθε πίστωσης, η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 4161/2013 σύμφωνα με την οποία: “3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής” παρίσταται ως αντισυνταγματική.

Τούτο, διότι, στην περίπτωση που ο αιτών του Ν. 3869/2010 έχει προχωρήσει σε παύση πληρωμών έναντι εμπραγμάτως ασφαλισμένου πιστωτή, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του 6μήνου (οι μη εμπραγμάτως ασφαλισμένες πιστώσεις, εξάλλου, δεν τοκοφορούν από την κατάθεση της αιτήσεως, σύμφωνα με την παρ 3 του άρθρου 6 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4161/2013), τότε μετά την πάροδο του εξαμήνου από την παύση πληρωμής, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία έχει το δικαίωμα μόνο του εξωλογιστικού προσδιορισμού τόκων.

Έτσι, οι τόκοι της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του Ν3869/2010 θα μπορούσαν να είναι μόνο εξωλογιστικώς τηρηθέντες, αλλά, όχι στο πλαίσιο του λογιστικού εκτοκισμού της πίστωσης, παρά μόνο στο πλαίσιο του εξωλογιστικού προσδιορισμού των κονδυλίων αυτών.

Εάν απεναντίας, από την αναλυτική κίνηση του δανειακού λογαριασμού αποδεικνύεται ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία εξακολουθούσε και μετά το πέρας του 6μήνου να λογίζει τόκους, επί του δανειακού λογαριασμού, προσαυξάνοντας κατά τα αντίστοιχα ποσά, το χρεωστικό υπόλοιπο του οφειλέτη, τότε οι τόκοι αυτοί θα έπρεπε να είχαν αντιλογιστεί επί του δανειακού λογαριασμού, εντός 3μήνου (από την ημερομηνία λογισμού τους), ώστε να διασωθεί ο εκτοκισμός της πίστωσης.

Εάν τέτοιος αντιλογισμός δεν μαρτυράται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων των τραπεζών, τότε από ουσιαστική διάταξη, υπερνομοθετικής ισχύος, δημοσίας τάξεως (“Απαγορεύεται...”) και αμέσου εφαρμογής, η εκάστοτε τράπεζα θα έπρεπε να γίνει δεκτό, ότι απώλεσε το δικαίωμα εκτοκισμού της πίστωσης.

Επομένως, η διάταξη της παρ 3 του άρθρου 6 του Ν.3869/2010, κατά το μέρος που με αυτήν επιχειρείται η διάσωση του δικαιώματος εκτοκισμού, δίχως την επιφύλαξη και της προϋποθέσεις του άρθρου 88 του Ν. 3601/2001 και ήδη άρθρου 150 του Ν.4261/2014, είναι αντισυνταγματική, ως αντικείμενη σε διάταξη του Κοινοτικού Δικαίου.

Σε μια τέτοια περίπτωση, κατ' εφαρμογή της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης, δεν θα πρέπει να υπολογιστεί ως έντοκη η εμπραγμάτως ασφαλισμένη πίστωση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η δε διαταχθησόμενη από το Δικαστήριο ρύθμιση θα πρέπει να γίνει επί τη βάσει των χορηγηθέντων δανειακών υπολοίπων ή έστω, επί τη βάσει των δανειακών υπολοίπων που παρουσίαζε η πίστωση κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, δίχως τον συνυπολογισμό μη νομίμως λογισμένων τόκων, επί μη νομίμως εκτοκιζόμενης απαίτησης.

Μάλιστα, το παραπάνω επιτείνεται στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο που δικάζει αίτημα προδικαστικού συμβιβασμού του εκάστοτε αιτούντος δανειολήπτη, μπορεί συνεκτιμώντας τα στοιχεία που αναφέρει ο Νόμος, να προσδιορίζει με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές.

Σημειωτέον ότι εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, να επανεξετάσει τα οικονομικά στοιχεία του αιτούντος και να προσδιορίσει ή όχι μηνιαίες καταβολές (“...μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών”).

Έτσι, εάν η απόφαση περί μηδενικών καταβολών διατηρηθεί, είτε δίχως επανεξέταση των οικονομικών στοιχείων του αιτούντος, είτε και μετά την επανεξέτασή τους, τότε, μετά βεβαιότητας, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι χάνει το δικαίωμα λογιστικοποίησης των τόκων, για το χρονικό διάστημα πέραν του εξαμήνου.

Συνεπώς, στην περίπτωση που οι χρεώσεις τόκων επί του δανειακού λογαριασμού προσαυξάνουν το χρεωστικό υπόλοιπο της πίστωσης, δίχως την -εντός του 3μήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού τους, τουλάχιστον ισόποση- πίστωση, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ' εφαρμογή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης και σε εκτέλεση της διάταξης του Δικαστηρίου, έπαυσε ο εκτοκισμός της πίστωσης.


Ως εκ τούτου και συνυπολογιζομένου του μακρού χρόνου της εκκρεμοδικίας των συγκεκριμένων περιπτώσεων (κατά τον οποίο είτε έχει επέλθει de facto, είτε κατόπιν Δικαστικής διάταξης, πλήρης παύση πληρωμών), η απαίτηση των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών να αξιώνουν λογισμένους τόκους για δάνεια ή πιστώσεις, εμπραγμάτως ασφαλισμένες, για χρονικό διάστημα πέραν του 6μήνου, (μετά την παύση πληρωμών), οι οποίοι προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των δανειοληπτών, δίχως να αντιλογιστούν εντός του 3μήνου που έπετο της ημερομηνίας λογισμού τους, κι εντεύθεν το προνόμιο της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του Ν. 3869/2010, είναι αντισυνταγματικές, ως αντικείμενες στη διάταξη του άρθρου 88 του Ν. 3601/2001 και ήδη άρθρου 150 του Ν.4261/2014, δίχως την επιφύλαξη και της προϋποθέσεις του οποίου είναι αδύνατος τόσο ο λογισμός τόκων επί του δανειακού λογαριασμού, ακόμα και για τις εμπραγμάτως ασφαλισμένες πιστώσεις, όσο και η διάσωση του εκτοκισμού των ενδίκων πιστώσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app