Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Τα δάνεια που εκφράστηκαν σε CHF, με απλά λόγια

Οι ίδιες οι τράπεζες στα αγλλόφωνα κείμενα των ισολογισμών τους αλλά και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνουν ότι πρόκειται για "denominated loans" δηλαδή για εκφρασμένα δάνεια σε ξένο νόμισμα και όχι για αυτούσια δάνεια συναλλάγματος. 

Προφανώς είναι άλλο πράγμα ένα "CHF loan" (δάνειο σε αυτούσια CHF) κι άλλο πράγμα ένα "denominated in CHF loan" (δάνειο εκφρασμένο σε CHF, δηλαδή δάνειο σε ευρώ με ρήτρα αξίας νομίσματος CHF).

Ωστόσο, στα Ελληνικά δικαστήρια, οι τράπεζες παρέστησαν κι εξακολουθούν να παρίστανται ισχυριζόμενες ότι δήθεν δανείστηκαν ελβετικά νομίσματα και μάλιστα, ότι, ένεκα της ανατίμησης του ελβετικού φράγκου, χρειάστηκε δήθεν να καταβάλουν κι ενέχυρα στους πιστωτές τους.  

Όμως, το δήθεν ενέχυρο ήταν, στην πραγματικότητα, η ανάγκη για την αντίστοιχη κεφαλαιακή επάρκεια, με βάση τους Κανονισμούς της Βασιλείας! Πλέον το παραδέχονται και οι τράπεζες με τις προτάσεις τους στα δικαστήρια.

Κεφαλαιακή Επάρκεια ορίζεται ως το μέτρο εκείνο που μας δείχνει κατά πόσο το κεφάλαιο μιας τράπεζας (και γενικά ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος) είναι αρκετό προκειμένου η τράπεζα να μπορεί να ανταπεξέλθει σε πιθανές ζημίες από δάνεια τα οποία έχει ήδη δώσει, και να μπορέσει μελλοντικά να είναι και εκείνη συνεπής απέναντι στις δικές της υποχρεώσεις και τα δικά της χρέη. Η Βασιλεία Ι και ΙΙ καθόριζαν ελάχιστη κεφαλαιακή επάρκεια 8%, ήδη η Βασιλεία ΙΙΙ καθορίζει 12% κι άνω.

Δηλαδή, όταν η κάθε τράπεζα υποχρεώνεται να έχει κεφαλαιακή επάρκεια ανερχόμενη σε 12% επί των στοιχείων του ενεργητικού της (χορηγήσεις) αυτό σημαίνει ότι παρακολουθεί σε διαρκή βάση τις χορηγήσεις της και έχει στα ταμεία της κεφάλαια που αντιστοιχούν στο 12% του ενεργητικού της.

Όταν, λοιπόν, το CHF ανατιμήθηκε (σταδιακά από το 2010 και με αποκορύφωνα τον Ιανουάριο του 2015) τότε τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας αυξήθηκαν κι έτσι η κάθε τράπεζα χρειάστηκε να δεσμεύσει περισσότερα κονδύλια, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας.

Δηλαδή, ο ισχυρισμός περί ενεχύρου ήταν ακριβώς η ομολογία ότι η τράπεζα καρπώνεται ως κέρδος της τη συναλλαγματική ισοτιμία (δεν ερευνάται δικονομικά το κατά πόσο το αφήγημα αυτο συνιστά παραβίαση του άρθρου 116 ΚΠολΔ, το οποίο καταναλώθηκε πρόθυμα από τα δικαστήρια). 

Διότι εάν έπρεπε να πληρώσει υποτιθέμενους πιστωτές της με την ίδια ισοτιμία, τότε θα έπρεπε να υπάρχει ισόποση απαίτηση στο σκέλος του παθητικού του ισολογισμού της, που θα εκμηδένιζε τις απαιτήσεις αύξησης της κεφαλαιακής επάρκειας.

Αλλά ακριβώς επειδή οι τράπεζες ουδέποτε δανείστηκαν τα ελβετικά, ουδέποτε τα χορήγησαν (χορηγούσαν μόνο ευρώ, αφού οι συναλλαγές με μετρητά CHF ήταν απαγορευμένες σύμφωνα με τις εγκυκλίους των ίδιων των τραπεζών) και συνεπώς, ουδέποτε κλήθηκαν να τα επιστρέψουν και δη, με κυμαινόμενη ισοτιμία, δεν υπήρχε αντίστοιχο σκέλος στο παθητικό του ισολογισμού τους.

Έτσι, λοιπόν, τα CHF σήμερα αποδίδουν καθαρές κερδοφόρες θέσεις για τις τράπεζες (μια ματιά στους ισολογισμούς αρκεί, πχ εδώ στον πίνακα που συνήθως φέρει τίτλο "Συναλλαγματικός κίνδυνος"), συνιστάμενες τόσο στο επιτόκιο και το περιθώριο του επιτοκίου, όσο και στην ισοτιμία, την οποία εισπράττουν ως κέρδος τους.

Γι' αυτό, άλλωστε και ο δείκτης ευαισθησίας τους σε κάθε ανατίμηση του CHF τους αποδίδει κέρδη (αρκεί μια ματιά στους ισολογισμούς τους, πχ εδώ στον πίνακα που απεικονίζει την ευαισθησία στις μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών) ενώ κάθε υποτίμηση του ελβετικού φράγκου παράγει ζημίες. 

Διότι οι τράπεζες δεν χρωστούν ελβετικά, αλλά περιμένουν να εισπράττουν ευρώ με την ισοτιμία του ελβετικού. Οπότε τις εξυπηρετεί η ισοτιμία του CHF να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, αφού με τον τρόπο αυτό εισπράττουν περισσότερα ευρώ. 

Έχει αποδειχθεί, λοιπόν, ότι οι τράπεζες από το 2006 έως και το 2009 εμπορεύονταν μια εσάνς ελβετικού, χορηγώντας ευρώ και κερδοσκοπώντας στην πλάτη των δανειοληπτών. 

Κατά τα λοιπά, ο όρος κρίνεται μη ελεγχόμενος (!) κατά το αρ 1 παρ 2 της Οδηγίας 93/13, έστω κι αν η εν λόγω διάταξη δεν ενσωματώθηκε ποτέ στο εθνικό δίκαιο. Έστω κι αν δεν επιτρέπεται ερμηνεία Κοινοτικού Δικαίου κατά τρόπο που απομειώνει το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Έστω κι αν ήδη υπάρχει πάγια, πλέον, νομολογία του ΔΕΕ επάνω στο θέμα. 

Φτάσαμε στο σημείο, όπου, για να δικαιωθούν τα εγκλήματα του λευκού κολάρου, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ο νόμος, αναγκαζόμαστε να τον εφεύρουμε. Και στη συνέχεια τον εφαρμόζουμε κιόλας. Πάντα χάριν τραπεζών. 

Έστω και αντισυνταγματικά (διότι ο ρόλος του δικαστή στο Ελληνικό δικαιϊκό σύστημα δεν είναι δικαιοπλαστικός, παρά μόνο επί αντισυνταγματική αντιποιήσει αρμοδιότητας της νομοθετικής εξουσίας).

Αλλά και πάλι θα μου πείτε: 
Νομικά θα μιλάμε τώρα;

Μάλλον, όχι. Απ' ότι φαίνεται ποτέ δεν ήταν νομικό το θέμα. 
Φαίνεται ότι εξ αρχής ήταν ζήτημα στάσης ζωής και αντίληψης απέναντι στα πράγματα. Και φαίνεται πως το κράτος δικαίου υποτάσσεται στην ανυπέρβλητη επιταγή "σκάσε και πλήρωνε"...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app