Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

ΔΕΕ υπόθεση C‑415/11: Αυτεπάγγελτη έρευνα της καταχρηστικότητας ΓΟΣ ακόμα και σε δίκη περί την εκτέλεση


Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκρινε ότι η ισπανική κανονιστική ρύθμιση, με την οποία δεν επιτρέπεται στον αρμόδιο Δικαστή να αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης υποθήκης λόγω καταχρηστικής ρήτρας στη δανειακή σύμβαση ακινήτου αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης.


Πιο συγκεκριμένα, με την ισπανική νομοθεσία προβλέπονται περιορισμένοι λόγοι ανακοπής που μπορεί να αντιτάξει ένας οφειλέτης στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης υποθήκης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. Το συγκεκριμένο στοιχείο μπορεί να προβληθεί μόνο σε χωριστή ένδικη διαδικασία στο πλαίσιο αναγνωριστικής αγωγής, η οποία δεν αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης της υποθήκης. Εξάλλου, στο πλαίσιο της κατά το ισπανικό δίκαιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, η κατακύρωση ενυπόθηκου πράγματος σε τρίτο αποκτά καταρχήν μη αναστρέψιμο χαρακτήρα. Συνεπώς, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία αναγνωρίζεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρήτρας δανειακής σύμβασης - και, ως εκ τούτου, η ακυρότητα της διαδικασίας εκτέλεσης υποθήκης - εκδοθεί μετά την κατάσχεση του ακινήτου, η απόφαση μπορεί να εξασφαλίσει στον καταναλωτή προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, χωρίς το πρόσωπο να μπορεί να ανακτήσει την κυριότητά του.


Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ο M. Aziz συνήψε με την τράπεζα Catalunyacaixa σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ποσού 138.000 ευρώ, με υποθήκη επί της οικογενειακής κατοικίας του. Ένα χρόνο αργότερα, ο M. Aziz σταμάτησε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων και εξεδόθη σε βάρος του διαταγή πληρωμής για εξόφληση της οφειλής με την οποία όμως δεν συμμορφώθηκε, με αποτέλεσμα το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να κινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Ο M. Aziz δεν παρέστη στη διαδικασία και, ως εκ τούτου, εκδόθηκε εντολή κατάσχεσης του ακινήτου. Κατά τον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε, δεν υπήρξαν πλειοδότες, οπότε, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, το πλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο 50 % της αξίας του. Στις αρχές του 2011, πραγματοποιήθηκε έξωση του M. Aziz από την κατοικία του ενώ λίγο νωρίτερα, αυτός είχε ασκήσει αγωγή ζητώντας την ακύρωση μιας ρήτρας της δανειακής σύμβασης, την οποία θεωρούσε καταχρηστική και, κατ’ επέκταση, την ακύρωση της διαδικασίας εκτέλεσης της υποθήκης.


Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του ΔΕΕ όταν Δικαστήριο της Βαρκελώνης απέστειλε προδικαστικό ερώτημα αναφορικά αφενός, με τη συμβατότητα της ισπανικής νομοθεσίας με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ περί καταχρηστικών ρητρών, καθόσον έκρινε ότι η εθνική νομοθεσία καθιστά δυσχερή την εξασφάλιση αποτελεσματικής ένδικης προστασίας του καταναλωτή και, αφετέρου, με τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της «καταχρηστικής ρήτρας», κατά την έννοια της Οδηγίας.

Το ΔΕΕ, με την απόφασή του, επισημαίνει ότι η Οδηγία περί καταχρηστικών ρητρών αποκλείει μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, η οποία δεν παρέχει στο δικαστήριο της ουσίας τη δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων. Επίσης, διαπιστώνεται ότι το ισπανικό δικονομικό σύστημα θίγει την επιδιωκόμενη από την Οδηγία προστασία.


Αναφορικά δε, με την έννοια της «καταχρηστικής ρήτρας», το Δικαστήριο τονίζει ότι το περιεχόμενο της έννοιας θα πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπ’ όψη των κανόνων του εθνικού δικαίου καθώς και της έννομης κατάστασης, στην οποία βρίσκεται ο καταναλωτής.


Συνεπώς, το ΔΕΕ, με βάση τα ανωτέρω, αποφάνθηκε ότι εναπόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου να εξακριβώσει αν η ρήτρα περί των τόκων υπερημερίας (ετήσιοι τόκοι υπερημερίας ύψους 18.75 % που εφαρμόζονται αυτόματα επί των μη καταβληθέντων εμπροθέσμως ποσών) που περιελήφθη στη σύμβαση του M. Aziz είναι ή όχι καταχρηστική.

Σχόλιό μου: Η παραπάνω απόφαση έρχεται σε συνέχεια των σχετικών, ήδη εκδοθεισών αποφάσεων του ΔΕΕ (ΔΕΚ C-240/98 έως 244/98, απόφ 27-6-2000, ΧρΙΔ 2001,36, ΔΕΚ υπόθ C-476/2000, απόφαση 21-11-2002, Cofidis SA/Jean-Luis Fredout, Αρμ 2003,1042 με παρατηρήσεις Τσερκέζη, ΔΕΚ C-372/99 απόφ 24-1-2002 Επιτροπή ΕΚ κατά Ιταλικής Δημοκρατίας και ΔΕΚ C-168/2008 απόφ 26-10-2006 Mostaza Claro), σύμφωνα με τις οποίες, ο εθνικός δικαστής, υποχρεούται σε αυτεπάγγελτη έρευνα της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις προσχωρήσεως (δανειακές συμβάσεις) των τραπεζών (Σκέψεις 42 επ. της Απόφασης).  

Στην προκειμένη υπόθεση, σε δίκη περί την εκτέλεση, το ΔΕΕ, έκρινε ότι ο καταναλωτής θα έπρεπε να δικαιούται και να μπορεί να προτείνει την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ της δανειακής του σύμβασης, έννομη συνέπεια της οποίας θα ήταν η εν μέρει (έστω) ακυρότητα της απαίτησης αλλά και η ακυρότητα της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης.

Με τη σειρά αυτών των αποφάσεων του ΔΕΕ (η συγκεκριμένη νομολογία του οποίου επαναλαμβάνεται παγίως) νομίζω ότι δικαιώνομαι προσωπικά, όταν επιμένω (έστω και παρά τα αντίθετα σχόλια αντιδίκων και δικαστών) να προτείνω τις καταχρηστικότητες των ΓΟΣ των δανειακών συμβάσεων, σε κάθε δίκη, είτε αφορά την απαίτηση, είτε την εκτελεστική διαδικασία, είτε τον πιθανολογούμενο κίνδυνο (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης κλπ).

Έχω την πεποίθηση ότι σύντομα θα αρχίσουν και οι Έλληνες Δικαστές να εξετάζουν αυτεπάγγελτα την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ, εγκαταλείποντας τις υπεκφυγές (πχ ότι οι ισχυρισμοί περί ΓΟΣ αφορούν σε δίκες περί το ύψος και το κύρος της απαιτήσεως, όπως σε περίπτωση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής), συντασσόμενοι με το νομολογιακό δεδομένο του ΔΕΕ, όχι μόνο με σκοπό την προστασία των καταναλωτών αλλά πρωτίστως με σκοπό την προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος και της ίδιας της Δικαιοσύνης, εν τέλει.

Σύσταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή προς τη Eurobank για αποκατάσταση σε ποσοστό 95% της ζημίας που προκάλεσε η τράπεζα στην καταναλώτρια-καταγγέλλουσα

Η καταναλώτρια κατήγγειλε την τράπεζα Eurobank ότι προχώρησε, χωρίς την έγκρισή της, σε τοποθετήσεις των αποταμιεύσεών της, σε επενδυτικά προϊόντα με αποτέλεσμα να υποστεί σημαντική ζημία επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

Τα μέλη της Ανεξάρτητης Αρχής διαβίβασαν τη σχετική καταγγελία στο αρμόδιο τμήμα της τράπεζας και έλαβαν απαντητική επιστολή, με την οποία διευκρινιζόταν ότι λόγω του όγκου των συναλλαγών, η καταναλώτρια αντιμετωπιζόταν ως πελάτης με εμπειρία και γνώση στη σύναψη χρηματοοικονομικών συναλλαγών, ενώ επισημάνθηκε ότι ενημερωνόταν τακτικά μέσω τυποποιημένων έντυπων αποτιμήσεων χαρτοφυλακίου.

Τα μέλη του Συνηγόρου του Καταναλωτή, μελετώντας τις σχετικές διατάξεις του «Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» και με σκοπό τη συμβιβαστική επίλυση της υπό κρίση διαφοράς, απηύθυναν σύσταση προς την εταιρεία Eurobank, με την οποία προβλέπεται η αποκατάσταση του 95% της ζημίας που έχει υποστεί η καταναλώτρια από τις επενδύσεις.

Παράλληλα, καλείται η τράπεζα και η καταγγέλλουσα να γνωστοποιήσουν εντός δέκα (10) ημερών, εάν αποδέχονται τις καθορισμένες στην έγγραφη σύσταση ρυθμίσεις και προβλέπεται ότι σε περίπτωση που προβληθούν αντιρρήσεις από την πλευρά της τράπεζας, τότε ο Συνήγορος του Καταναλωτή θα ενεργήσει με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 5 Ν. 3297/2004 («Σε περίπτωση που κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν αποδεχθεί τα διαλαμβανόμενα στην έγγραφη σύσταση της Αρχής, ο Συνήγορος του Καταναλωτή δύναται να δημοσιοποιήσει το γεγονός κοινοποιώντας καταλλήλως το πόρισμά του»).

Επειδή, τέλος, προφανώς, τα μέρη δεν συμφώνησαν τις καθορισμένες στην έγγραφη σύσταση ρυθμίσεις, η εν λόγω σύσταση δημοσιοποιήθηκε ήδη και το περιεχόμενό της έχει ως ακολούθως:

 

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

ΜονΠρωτΚορ 175/2013: Αναστολή εκτέλεσης ΔΠ λόγω καταχρηστικότητας επιτοκίου (μεταξύ άλλων)

Με την υπ' αριθμ 175/2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης Διαταγής Πληρωμής.

Στο σκεπτικό της απόφασης πιθανολογούνται ως βάσιμοι και παραδεκτά προβαλλόμενοι, τουλάχιστον τρεις από τους συμπεριλαμβανόμενους στην ανακοπή λόγους και ειδικότερα:

α) Η υπέρβαση του νομίμου επιτοκίου, η οποία κρίνεται καταχρηστική κατά το 281 ΑΚ αλλά και τις διατάξεις του Ν.2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών (σύμφωνα με την ΑΠ 1219/2001).

β) Η μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/75 (contra ΑΠ 430/2005)

γ) Η παράνομη τοκοφορία της εισφοράς του Ν.128/75.

Σχόλιο: Πρόκειται για μια απόφαση που με εξέπληξε ευχάριστα! 
Η Πρόεδρος του Πρωτοδικείου αγγίζει το θέμα της καταχρηστικής επιβολής εξοντωτικών επιτοκίων και αποφαίνεται με τρόπο τουλάχιστον δίκαιο (κατά την άποψή μου), ότι το επιτόκιο των δανειακών συμβάσεων δεν αποτελεί μόνο έναν συμβατικό όρο, αλλά επιτελεί σημαντικότατο κοινωνικό ρόλο, συμβάλλοντας στην ομαλή λειτουργία της αγοράς, του ανταγωνισμού και εν τέλει, της ίδιας της εθνικής οικονομίας. 

Ελπίζω κι εύχομαι τέτοιας ποιότητας αποφάσεις, να αρχίσουν σιγά-σιγά να γίνονται ο κανόνας των αποφάσεων, που θα εκδίδουν οι φορείς της Συνταγματικής Εξουσίας της Δικαιοσύνης, ενόψει της οικονομικής, πολιτικής και πολιτειακής κατάστασης (για να μην πω, κατάντιας) της χώρας.

Ελπίζω κι εύχομαι, δηλαδή, οι Δικαστές, σε αυτές τις τραγικές για την πραγματική ελληνική οικονομία συνθήκες, να ακολουθήσουν τέτοιας ποιότητας και είδους αποφάσεις και να ταχθούν με την κοινή αλλά και τη νομική και οικονομική λογική, η οποία λογίζει το επιτόκιο και τον επ' αυτού καταβλητέο κάθε φορά τόκο, ως ενδεικτικό της μακροοικονομικής κατάστασης της εθνικής οικονομίας.

Επομένως, τόκος υπολογιζόμενος με καταχρηστικά επιτόκια σε περιόδους ύφεσης και δη βάρβαρης επίθεσης στα εισοδήματα των πολιτών, όχι μόνο δεν μπορεί να λογίζεται (εξάλλου κατά την ΑΠ 1219/2001 δεν μπορεί το τραπεζικό επιτόκιο να υπερβαίνει το ανώτατο εξωτραπεζικό) αλλά μάλλον θα πρέπει και διοικητικά να ανασταλλεί η τοκοφορία όλων των απαιτήσεων.

Μέχρι τότε, ελπίζω, οι Δικαστές να βγάζουν τέτοιες αποφάσεις, με τις οποίες θα δείχνουν στους πολίτες, ότι απέναντι στην οικονομική λαίλαπα των καιρών, η Δικαιοσύνη θα σταθεί δίπλα τους, όπου, όπως και όποτε χρειαστεί. 















Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Eurobank - iTraxx: Δυο από τις ενστάσεις μου




Παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω δυο από τις ενστάσεις, που προτείνω κατά της Eurobank, σε δίκη με την οποία ζητά την εγγραφή αναγκαστικής προσημείωσης υποθήκης σε όλα τα ακίνητα του δανειολήπτη. 

Πρόκειται για φαινομενικό "δάνειο" του οποίου το επιτόκιο δομείται κατά ένα μέρος από το Βασικό Επιτόκιο Χρηματοδότησης της Τράπεζας, κατά δεύτερο μέρος από το περιθώριο επιτοκίου (spread) και κατά τρίτο μέρος (και ίσως το πιο σημαντικό) κατά το 50% της διακύμανσης του δείκτη iTraxx.

Για το τι είναι ο δείκτης iTraxx και την εν γένει διασύνδεσή του με συμβόλαια αντιστάθμισης επενδυτικού κινδύνου (τα γνωστά σε όλους μας, πια credit default swaps - CDS), μπορείτε απλά να το googlάρετε, ώστε να διαβάσετε (στην αγγλική γλώσσα) τις σχετικές πληροφορίες από την Wikipedia, ή μπορείτε να διαβάσετε την ανάλυση (στην ελληνική γλώσσα) του Οικονομολόγου Καθηγητή, κου Βαρουφάκη.

Θεωρώ ότι με την δημοσίευση των εν λόγω ενστάσεων ενδέχεται να πυροδοτηθεί ένας ευρύτερος επιστημονικός αλλά και πραγματικός θεματικός διάλογος, σχετικά με το εάν τα προϊόντα αυτά, αφενός παραδεκτά και σύμφωνα με τη δικαιϊκή μας τάξη αλλά και αφετέρου, βάσιμα και σε συνάρτηση με κάθε έννοια δικαίου, τόσο κατά το Νόμο όσο και κατά την κοινή λογική, μπορούν να θεωρηθούν καταναλωτικά προϊόντα ή, απεναντίας, εάν αποτελούν σύνθετης φύσεως δομημένα επενδυτικά προϊόντα υψηλού ρίσκου, τα οποία ουδόλως εδύνατο οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα να προσφέρει σε πελάτες/καταναλωτές.

Εύχομαι δε καλή επιτυχία σε κάθε συνάδελφο που καλείται να αντιμετωπίσει αντίστοιχες περιπτώσεις, ελπίζοντας, έστω και με αυτή τη μικρή νύξη να βοήθησα στην απονομή Δικαιοσύνης.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
1. Άρνηση της αίτησης.
Στο πλαίσιο της αιτιολογημένης και αποδεδειγμένης άρνησης της υπό κρίση αιτήσεως προτείνω την ένσταση ελλείψεως της ενεργητικής νομιμοποίησης καθόσον η αντίδικος δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της απαίτησης.
Ειδικότερα, δεν αποδεικνύει, ως οφείλει, ότι είναι ιδιοκτήτρια της απαίτησης, η οποία εξάλλου μπορεί να τιτλοποιηθεί κατ’ άρθρο 10 του Ν.3156/2003 και να μεταβιβαστεί περαιτέρω, υπό την μορφή ομολόγου, οπότε ο αρχικός δικαιούχος της απαιτήσεως καθίσταται απλός διαχειριστής της απαιτήσεως, αλλά ταυτόχρονα παύει να είναι φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της πιστωτικής σύμβασης.
Μάλιστα, η άρνησή μας είναι απολύτως αιτιολογημένη και ήδη αποδεδειγμένη, καθόσον η αντίδικος, ήδη από την υπογραφή της ενδίκου συμβάσεως, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ, όπως ευχερώς προκύπτει από τον Όρο 7 και δη από την παράγραφο 7.1 του Προσαρτήματος Ι, της υπ’ αριθμ ... δανειακής συμβάσεως, όπου αναφέρεται επί λέξει ότι:
«7.1 Δυνάμει των όρων της Βασικής Σύμβασης Δανείου, η Τράπεζα έχει ανέκκλητα εκχωρήσει στην ΕΤΕπ όλα τα δικαιώματα και τις χρηματικές απαιτήσεις που έχει έναντι του οφειλέτη και απορρέουν από τη Σύμβαση και το παρόν Προσάρτημα».
Ώστε δικαιούχος της απαίτησης είναι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και όχι η αντίδικος, όπως ανακριβώς ισχυρίζεται στο εντελώς αόριστο και ουσία αβάσιμο δικόγραφό της, στο οποίο αποκρύπτεται η εκχώρηση της απαιτήσεως προς τον ευρωπαϊκό πιστωτικό φορέα!
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η αντίδικος δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει έγγραφη εντολή της ΕΤΕπ προκειμένου να κινήσει την ενώπιόν Σας ήδη εκδικαζόμενη υπόθεση.
Και ναι μεν στον Όρο 7.3 αναφέρεται ότι η Τράπεζα φέρεται να «έχει λάβει την εντολή από την ΕΤΕπ  να εισπράττει κάθε οφειλή που απορρέει από τη σύμβαση», αλλά εν προκειμένω η αντίδικος δεν αιτείται την είσπραξη οφειλών (για την οποία θα έπρεπε να κινηθεί εναντίον μου είτε με Διαταγή Πληρωμής, είτε με τακτική αγωγή) αλλά ζητά την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητό μου, δηλαδή κινείται εκτός των πλαισίων ακόμα κι αυτής της εντολής την οποία φέρεται να έχει λάβει από τον δικαιούχο της απαιτήσεως!
Περαιτέρω, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του όρου 7 του ως άνω προσαρτήματος, η Τράπεζα φέρεται να έχει λάβει την εντολή «να ασκεί κάθε ένδικο μέσο και κάθε ένδικο βοήθημα και ό,τι εν γένει δικαίωμα της παρέχει ο Νόμος, να ρυθμίζει την οφειλή του οφειλέτη και να προβαίνει σε αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη των δικαιωμάτων και απαιτήσεών της».
Δηλαδή, ομοίως εν προκειμένω, η αντίδικος φέρεται να έχει λάβει εντολή, η έκταση, τα όρια και ο στόχος της οποίας είναι η είσπραξη των δικαιωμάτων και των απαιτήσεών της (είτε με ρύθμιση, είτε με αναγκαστική εκτέλεση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο Προσάρτημα και η οποία είσπραξη, στο Ελληνικό Δικαιϊκό Σύστημα επιτυγχάνεται είτε με την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, είτε με την έγερση τακτικής αγωγής, όχι όμως με την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης).
Συνεπώς, ήδη η αντίδικος παραβιάζει την έκταση και τα όρια και αυτής ταύτης της εντολής που φέρεται να έχει λάβει από την ΕΤΕπ, καθόσον έλαβε εντολή εισπράξεως, με κάθε νόμιμο τρόπο, των δικαιωμάτων και της απαιτήσεως αλλά ουδέποτε έλαβε εντολή ασφαλίσεως της απαιτήσεως, την οποία ήδη αιτείται ενώπιόν Σας!
Εν τέλει, λοιπόν, η αντίδικος, εντελώς ανομιμοποίητα, απαράδεκτα, αόριστα, νόμω και ουσία αβάσιμα και καταχρηστικά στρέφει την υπό κρίση αίτηση εναντίον μου και, για τους λόγους αυτούς, η ένδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.


2. Αβέβαιες, μη εκκαθαρισμένες και σε κάθε περίπτωση άκυρες, ως ευθέως παράνομες, άλλως ως καταχρηστικές οι απαιτήσεις της αιτούσας.
Απαίτηση άκυρη ή ανύπαρκτη δεν μπορεί να ασφαλιστεί με προσημείωση (Βαθρακοκοίλης, Ασφαλιστικά μέτρα, σελ 476, πλαγ 11, στοιχείο α, Αθήνα, 2012). Ειδικότερα:

2.1 ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΕΞΑΡΤΗΘΗΚΕ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ ΑΠΟ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (Credit Default SwapCDS)
Εν προκειμένω, η αντίδικος δόμησε ένα καταναλωτικό πιστωτικό προϊόν το οποίο, κατά το μέρος του εκτοκισμού του, το συνέδεσε, κατά ένα μέρος, με «το 50% της διακύμανσης του δείκτη iTraxx» (Όρος 3 της ενδίκου δανειακής συμβάσεως).
Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον Όρο υπ’ αριθμ 3 του Προσαρτήματος της δανειακής Συμβάσεως «Ως δείκτης iTraxx Senior Financials νοείται η πιο πρόσφατη σειρά (Series S) του δείκτη iTraxx Europe 5 year Senior Financials, όπως αυτός ανακοινώνεται ως μέση τιμή (mid/trd price) στις 18:00μμ ώρα Λονδίνου, μέσω του Πρακτορείου Bloomberg…»
Περαιτέρω, στην ίδια σελίδα (σελίδα 4, στην 6η παράγραφο του Προσαρτήματος) αναφέρει επί λέξει ότι «Ο Δείκτης iTraxx Senior Financials αντιστοιχεί στον ισοσταθμικό μέσο όρο Περιθωρίου παραγώγων συμβάσεων ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου (credit default swaps) πενταετούς διάρκειας, που αφορά σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές τράπεζες και εταιρίες».
Δηλαδή, η αντίδικος υπήγαγε ένα απλό, καταναλωτικό πιστωτικό προϊόν στον επενδυτικό κίνδυνο των διεθνών χρηματαγορών και μάλιστα, σε συνάρτηση με την μεταβολή των αποδόσεων των CDS πενταετούς διάρκειας!!!
Πέρα από την άγνοια του μάρτυρα της αντιδίκου, ο οποίος επ’ ακροατηρίω, όρισε ως δείκτη iTraxx «τον μέσο όρο των επιτοκίων με τα οποία δανείζονται χρήμα οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες» (προφανώς, ακόμα και ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος Κορίνθου δεν γνωρίζει τι είναι ο δείκτης iTraxx και τον μπέρδεψε με τον δείκτη Euribor, πόσο μάλλον ο μέσος δανειολήπτης!!!) θα πρέπει ιδιαίτερη βαρύτητα να αποδοθεί στο εν γένει θράσος μιας από τις δήθεν μεγαλύτερες τραπεζικές εταιρίες της χώρας, η οποία ίσταται ενώπιόν Σας ομολογώντας Σας, επί της ουσίας το εξής ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΣ:
  • Ότι έλαβε χρήματα, υπό μορφή δανείου από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).
  • Ότι τα χρήματα αυτά τα δάνεισε περαιτέρω σε ανυποψίαστους καταναλωτές, με δάνεια αντίστοιχα του υπό κρίση.
  • Ότι άπασες τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα των δανείων αυτών τα έχει ήδη εκχωρήσει στην ΕΤΕπ και η ίδια δεν είναι δικαιούχος των δανειακών απαιτήσεων.
  • Παρά ταύτα, επειδή προέβη σε ανάληψη επενδυτικού κινδύνου, με την λήψη των δανείων από την ΕΤΕπ, έκρινε ότι πρέπει να ασφαλίσει την επένδυσή της.
  • H πιο έγκυρη ασφάλεια (αντιστάθμιση κινδύνου) του δανείσματός της θα ήταν τα CDS, 
  • Ώστε η Τράπεζα θέλοντας να επιτύχει αντίστοιχη αντιστάθμιση με την ασφάλεια που προσφέρει η σύναψη CDS, έπρεπε να εξαρτήσει την ασφάλιση του δανείσματος, από το δείκτη διακύμανσης του επενδυτικού κινδύνου των CDS, iTraxx
  • Και εν τέλει, επέλεξε τον...ασφαλιστή του κινδύνου, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον απλό καταναλωτή!!!
  • Αντιλαμβανόμενη, όμως, ότι ο κίνδυνος αυτός είναι κυριολεκτικά τεράστιος και δυσβάσταχτος για τον απλό επενδυτή, απεφάσισε να ορίσει το σύνολο της απλής πελατειακής, καταναλωτικής της βάσης, ως ασφαλιστές της επενδύσεώς της, και μάλιστα…ανά δυο!

Δηλαδή, σε κάθε έναν καταναλωτή «χρέωσε» μόνο το 50% της διακύμανσης του δείκτη iTraxx, προφανώς γιατί το υπόλοιπο 50% το είχε αναλάβει ως ασφαλιστής κινδύνου, κάποιος άλλος ανυποψίαστος καταναλωτής!!!

Έτσι, με τον τρόπο αυτό, για την ανάληψη ενός και μόνου επενδυτικού κινδύνου, η Τράπεζα κατάφερε να δημιουργήσει πλήθος ασφαλιστών-απλών καταναλωτών, στα ακίνητα των οποίων τώρα αιτείται την εγγραφή προσημειώσεων υποθηκών, αν και η αρχική της επένδυση είναι ήδη ασφαλισμένη (ή τουλάχιστον, θα μπορούσε να είναι) με την σύναψη CDS και ουδένα κίνδυνο να διατρέχει!!!

Εν προκειμένω, δεν τίθεται μόνο δικαστικό ζήτημα.

Πρόκειται ξεκάθαρα για περίπτωση σκανδάλου σε βάρος των πελατών-καταναλωτών της αντιδίκου, αφού με φτηνά οικονομικά τερτίπια, μετατρέπουν τους απλούς καταναλωτές σε ασφαλιστές επενδυτικών κινήσεων υψηλού ρίσκου, γεγονός το οποίο κατά την άποψή μου δεν συνάδει ούτε με το σκοπό συνάψεως της δανειακής συμβάσεως αλλά ούτε και με την ιδιότητα του καταναλωτή και μέσου δανειολήπτη, ο οποίος αντικειμενικά είναι αδύνατο να αντιληφθεί όλο το παραπάνω περιγραφόμενο σύνθετο οικονομικό περιβάλλον. 

Τούτο από μόνο του, καθιστά την όλη απαίτηση της αντιδίκου ΑΚΥΡΗ ΟΥΣΑ ΕΥΘΕΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗ, ως αντικείμενη στις διατάξεις του Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", άλλως και σε κάθε περιπτωση άκυρη ως καταχρηστική, καθώς αφενός, αντιβαίνει την αρχή της διαφάνειας (δεν έχουν όλοι οι δανειολήπτες πρόσβαση στο Πρακτορείο Bloomberg, το οποίο σημειωτέον δεν διαθέτει μετάφραση στην ελληνική γλώσσα) και αφετέρου, προκαλεί υπέρμετρη διατάραξη των δικαιωμάτων των καταναλωτών και δημιουργεί προφανή δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής.
Συνεπώς, εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης από μια -σε κάθε περίπτωση- παράνομη απαίτηση, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να διαταχθεί και συνεπώς, η αίτηση της αντιδίκου θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.


Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΕιρΑθ 221/2013: Ουσία αβάσιμη αίτηση ασφαλιστικών νομής της Credicom

Με την υπ' αριθμ 221/2013 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών έκρινε ότι η επίκληση κινδύνου φθοράς ή/και καταστροφής του οχήματος (το οποίο έχει αποκτηθεί με χρηματοδότηση της αιτούσας-Credicom και παρακράτηση της κυριότητας από αυτήν) συνέντρεχε ήδη κατά το χρόνο της δανειοδότησης και τον κίνδυνο αυτό γνώριζε και είχε αποδεχτεί η αιτούσα (Credicom). 

Δέχεται τον ισχυρισμό της καθ' ης. Απορρίπτει το αίτημα για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής και απόδοση του πράγματος (αυτοκινήτου) και καταδικάζει την αιτούσα (Credicom) στη δικαστική δαπάνη της καθ' ης.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ (3-7-2013): Επειδή το χειρόγραφο κείμενο δεν είναι ευανάγνωστο, παραθέτω ένα ακριβές αντιπεφωνημένο αντίγραφο της απόφασης, για να μπορούν να το χρησιμοποιήσουν όλοι. Για ευνόητους λόγους παρέλειψα μερικά κάποια στοιχεία, που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν προσωπικά δεδομένα των διαδίκων και στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους (πχ αριθμός κυκλοφορίας οχήματος, αριθμός πλαισίου οχήματος, ονόματα, επώνυμα, πατρώνυμα κλπ). Ακριβώς από κάτω εξακολουθεί να εμφανίζεται το χειρόγραφο κείμενο, όπως ακριβώς είχε εξ αρχής.

Ειρηνοδικείο Αθηνών 221/2013






de jure app