Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε!

Όπως και πριν από περίπου 9 μήνες, έτσι και τώρα, μετά από την εκδίκαση των Συλλογικών Αγωγών με θέμα τα δάνεια σε Ελβετικό φράγκο (CHF) σκόπευα να αναρτήσω κάποια στοιχεία, αναφορικά με το καθαρά οικονομικό σκέλος της κάθε υπόθεσης.

Αλλά αποφάσισα να αναβάλω τις σχετικές αναρτήσεις διότι στο μεταξύ, άρχισα να κάνω μια περίεργη συλλογή. Μια συλλογή τραπεζικών ισχυρισμών σε δίκες δανείων σε CHF.  Και θεωρώ ότι αυτή η συλλογή έχει την αξία της. 

Μια από τις σπουδαιότερες παραμέτρους κάθε Συλλογικής Αγωγής και εν γένει των "δανείων σε CHF" ήταν να διευκρινιστεί, το πώς βρήκαν οι τράπεζες τα CHF που υποτίθεται ότι δάνεισαν στους καταναλωτές. 

Στις μεν Συλλογικές Αγωγές βασικοί ισχυρισμοί των εναγόντων καταναλωτών ήταν ότι, είτε οι τράπεζες δεν δανείστηκαν ποτέ τα chf (με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να χορηγήσουν κάτι που δεν είχαν), είτε ότι είχαν ένα μικρό ποσό chf το οποίο ανακύκλωναν διαρκώς (γεννώντας κεφάλαια από μόχλευση δηλ. πραγματικό αέρα!). 

Οι δε τράπεζες προσπαθώντας να απαντήσουν στα παραπάνω, πρότειναν διάφορους ισχυρισμούς. Ας τους δούμε.

Πρώτος ισχυρισμός: Cross currency swaps
Ο πρώτος από αυτούς, έλεγε ότι η τράπεζα πορίστηκε τα chf που χρειαζόταν από συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων. Στα αγγλικά αυτές λέγονται cross currency swaps. 

Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα από δικαστικά πρακτικά και περιλαμβάνει την κατάθεση μάρτυρα Συλλογικής Αγωγής.

[Στα πρακτικά οι δικηγόροι φαίνονται συνήθως να ρωτούν και οι μάρτυρες απαντάνε. Έτσι, αυτό που βλέπετε παρακάτω δεν είναι ένας απλός διάλογος, αλλά αποδεικτική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου. Ελπίζω οι ρόλοι να γίνονται αντιληπτοί στον αναγνώστη, από το γραπτό κείμενο.]

Σύμφωνα με τον πρώτο ισχυρισμό, λοιπόν, οι τράπεζες είχαν συνάψει swaps. Με αυτά αντάλλαξαν κάποια από τα ευρώ τους με κάποια chf, που έλαβαν από τράπεζες του εξωτερικού. Όπως βλέπετε, οι τράπεζες δεν δανείζονται με βάση κάποια ισοτιμία. Δανείζονται απόλυτο ποσό. Και αυτό οφείλουν να επιστρέψουν με τη λήξη του swap. 

Πχ αν με δανείσετε 100 chf, και σας δώσω αντίστοιχα, 100€, τότε με τη λήξη του swap, εσείς θα πρέπει να μου επιστρέψετε τα 100€ και εγώ θα πρέπει να σας επιστρέψω τα 100 chf. 

Για τον ενδιάμεσο χρόνο, (δηλαδή, μέχρι να λήξει το swap, για να επιστραφούν τα αρχικά κεφάλαια) εγώ (που πήρα chf από εσάς) θα πρέπει να σας πληρώνω τόκο με βάση το Libor, κι εσείς (που πήρατε ευρώ από εμένα), θα πρέπει να μου πληρώνετε τόκους με βάση το Euribor.  

Στη σχέση ανταλλαγής νομισμάτων (στο swap, δηλαδή) η ισοτιμία είναι αδιάφορη. Είναι σαν να σας λέω, ότι ανταλλάσσω 10 κιλά μήλα με εσάς που συμφωνείτε να μου δώσετε 15 κιλά αχλάδια. Δεν έχει σημασία το πόσο αξίζει κάθε κιλό μήλα ή κάθε κιλό αχλάδια. Αφού συμφωνήσαμε σε ανταλλαγή, η ανταλλαγή γίνεται σε απόλυτους αριθμούς κι όχι με ισοδύναμες αξίες. Και στη λήξη της θα πρέπει να επιστραφούν τα αγαθά στους αρχικούς τους κατόχους.


Στο παραπάνω παράδειγμα, αφού έδωσα 10 κιλά μήλα και πήρα 15 κιλά αχλάδια, τα αχλάδια, θα πρέπει να τα πουλήσω προθεσμιακά, να κατοχυρώσω δηλαδή, μια τιμή ανά κιλό, ώστε να μην έχω κίνδυνο σε περίπτωση που χαλάσουν.

Αυτό το προθεσμιακό σκέλος είναι που καθιστά τα swap αποτελεσματικά εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου, με τα οποία εξαλείφεται ο συναλλαγματικός κίνδυνος.

Άρα, αν οι τράπεζες πράγματι συνήψαν swaps τότε δεν κινδυνεύουν από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αφού θα επιστρέψουν ένα απόλυτο ποσό στους αντισυμβαλλομένους τους.

Στην περίπτωση αυτή, το ποσό αυτό (δηλαδή, τα chf) φρόντιζαν τα έχουν πάντα στα χέρια τους, αφού τα έπαιρναν πίσω επιτόπου και αυτοστιγμεί με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης με τους καταναλωτές, στους οποίους τελικώς χορηγούσαν ευρώ. 

Έτσι, είτε ήδη έχουν στα χέρια τους τα chf που θα κληθούν να επιστρέψουν, είτε τα έχουν ήδη επιστρέψει, με αποτέλεσμα να καρπώνονται τις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ως κέρδος τους.

Δεύτερος ισχυρισμός: Η τράπεζα δανείζεται στη διατραπεζική αγορά
Ο ισχυρισμός αυτός συνήθως βρίσκεται στα δικόγραφα των τραπεζών, ενώ σε δυο περιπτώσεις, αυτό τον ισχυρισμό μεταχειρίστηκε και ο τεχνικός σύμβουλος των τραπεζών (μέγα σφάλμα...). Για του λόγου το αληθές να ένα απόσπασμα από δικόγραφο τράπεζας σε δίκη που εξελίσσεται αυτή τη στιγμή.




Ο ισχυρισμός είναι σχεδόν ίδιος αλλά ταυτόχρονα πολύ διαφορετικός σε σχέση με τα swap. 

Κατ' αρχάς, διότι, διατραπεζικό δανεισμό μπορώ να έχω με πάρα πολλές μεθόδους. 

Πχ αν μια τράπεζα χρειάζεται chf, μπορεί να κάνει ένα swap για να ανταλλάξει ευρώ με chf, μπορεί να κάνει μια διμερή δανειακή σύμβαση για να δανειστεί απευθείας κάποια chf, μπορεί να εκδώσει ομόλογο απευθείας σε chf, ώστε πουλώντας το μελλοντικό της χρέος, να ποριστεί στο παρόν τα chf που χρειάζεται. Μπορεί, παραπέρα, να συνάψει συμβάσεις forward ή option και να ασκήσει τα δικαιώματά της, σε αγορά ή πώληση του νομίσματος-στόχου. 

Όμως ο δανεισμός είναι κάτι διαφορετικό από το swap. Στο swap και τα δυο μέρη κάτι δίνουν και κάτι παίρνουν. 

Στον δανεισμό, όμως, το ένα μέρος είναι μόνο δανειστής και το άλλο μέρος μόνο δανειζόμενος. Το ένα μέρος εκπληρώνει τις υποχρεώσεις παροχής του με την καταβολή του δανείσματος, ενώ το άλλο μέρος, από εκείνη τη στιγμή και μετά, βαρύνεται με την υποχρέωση επιστροφής κεφαλαίου και τόκων. Είναι αυτό που συνήθως προσδιορίζεται από τα Δικαστήρια ως "ετεροβαρής σύμβαση".

Ήδη, λοιπόν, οι δυο πρώτοι ισχυρισμοί παρουσιάζουν σημαντικές νομικές διαφορές με σημαντικές ουσιαστικές προεκτάσεις. Ας δούμε και τον τρίτο ισχυρισμό για να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα.

Τρίτος ισχυρισμός: Η τράπεζα αγοράζει τα CHF
Ο ισχυρισμός αυτός ακούγεται αραιά πυκνά από μάρτυρες των τραπεζών. Όταν εξετάζονται στο ακροατήριο, συνήθως μας λένε ότι οι τράπεζες αγόρασαν τα chf, τα οποία στη συνέχεια χορήγησαν στους δανειολήπτες. Και μετά μας λένε, ότι, τελικά, δεν τα χορήγησαν στους καταναλωτές.

Για του λόγου το αληθές ακολουθεί απόσπασμα πρακτικών από δίκη μου, στην οποία ο μάρτυρας ομολόγησε και απέδειξε σημαία και τέρατα. Ιδού


Ο τρίτος ισχυρισμός, λοιπόν, λέει ότι η τράπεζα αγοράζει τα chf.
Ούτε swap, ούτε δανεισμός.
Αγορά.

Η αγορά, όμως, είναι, προφανώς, κάτι εντελώς διαφορετικό. 
Πχ αν εσείς αγοράσετε σήμερα μια ουγγιά χρυσάφι με 100€ και σε 2 χρόνια η ουγγιά εκτοξευτεί στα 1.000€, τότε θα έχετε κερδίσει 900€. Δεν οφείλετε να τα επιστρέψετε σε κανέναν, δεν οφείλετε να αποπληρώσετε οποιοδήποτε δάνειο. Η ουγγιά αγοράστηκε από εσάς και σας ανήκει. Όπως και το κέρδος από την πώλησή της με την υπεραξία που απέκτησε στον ενδιάμεσο χρόνο.

Και λίγο παρακάτω, στην ίδια κατάθεση, του ίδιου μάρτυρα, έρχεται το αποκορύφωμα:
"Δεν υπάρχουν ελβετικά φράγκα". 

"Πρόκειται στην ουσία για συνομολόγηση λογιστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα".

"Δεν υπάρχει φυσικό χρήμα, είναι λογιστική η πράξη σε συνάλλαγμα".

Αυτά τα λέει ο μάρτυρας της τράπεζας!


Τι γίνεται, λοιπόν, εδώ, τι από όλα ισχύει;

Τίποτα και όλα μαζί.
Η ίδια τράπεζα προβάλλει τρεις διαφορετικούς ισχυρισμούς.
Όλοι προβλήθηκαν και προβάλλονται, ενώπιον Δικαστηρίων.
Και όλοι είναι δήθεν ειλικρινείς.
Ενώ είναι αντιφατικοί μεταξύ τους.
Και ο ένας αναιρεί τον άλλο.
Και καταλήγουν να αλληλοεξουδετερώνονται.
Ή θα έπρεπε να καταλήγουν αλληλοεξεδουτερωμένοι.

Αλλά, όπως καταλαβαίνετε, αυτό δεν γίνεται.

Στην Ελλάδα οι τράπεζες απολαμβάνουν ένα οιονεί προνόμιο ασυλίας. Ισχυρίζονται αντιφατικά πράγματα, που καταλήγουν ένεκα της αντινομίας τους, να είναι τουλάχιστον αναξιόπιστα, για να μην πω ψευδή. 

Όλα αυτά τα λένε μέσα στις αίθουσες των Δικαστηρίων. 
Και δεν μιλάει κανείς. 
Δεν ανοίγει μύτη. 
Όλοι κάνουν ότι δεν ακούν τίποτα, δεν βλέπουν τίποτα, δεν καταλαβαίνουν τίποτα.

Σημειωτέον: Σε αυτή την τελευταία δίκη, που ακούστηκε ότι η τράπεζα αγοράζει τα chf, είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής σε βάρος του δανειολήπτη.

Η κατάθεση δόθηκε την ημέρα που δικάστηκε η ανακοπή.

Ενώ έχει εκδικαστεί η ανακοπή και αναμένεται η έκδοση αποφάσεως και ενώ εκκρεμεί η αίτηση αναστολής, ώστε να σταματήσει κάθε πράξη εκτέλεσης, η τράπεζα έκανε αναγκαστική κατάσχεση και όρισε και πλειστηριασμό.

Όπως έχω ξαναπεί, τους δώσατε το δικαίωμα κ Δικαστές. Και τώρα δεν μαζεύονται αυτοί που έμαθαν, ότι όσο καταχρηστικοί κι αν είναι, πάντα θα δέχεστε μια ένσταση αοριστίας, νομιμοποιώντας ένα-ένα όλα τα τραπεζικά τους σκάνδαλα.

Αλλά τι φωνάζω;
Τι περιμένω, ο αφελής;

Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε, θα μου εξηγούσε από κάποια γωνία της Ιστορίας ο Μάρξ...

Καληνύχτα σε όλες και όλους μας.


Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

5800/2016 ΜονΠρωτ Αθηνών: Άκυροι ως καταχρηστικοί οι ΓΟΣ δανείου σε CHF - Αναστέλλεται η εκτέλεση Διαταγής Πληρωμής.

Με την υπ' αριθμ 5800/2016 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αναστέλλει την εκτέλεση Διαταγής Πληρωμής, αφού οι ΓΟΣ περί χορήγησης του δανείου σε ελβετικό φράγκο κρίθηκαν άκυροι ως καταχρηστικοί από το Δικαστήριο.

Για όποιον χρειάζεται το κείμενο της απόφασης, αυτό είναι διαθέσιμο σε μορφή pdf από ΕΔΩ, ενώ ακολουθεί και η προεπισκόπησή του για διαδικτυακή μελέτη.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

264/2016 ΜονΠρωτΙωαννίνων: Ακυρώνει ΔΠ και εκτέλεση

Με την υπ' αριθμ 264/2016 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ακύρωσε την προσβληθείσα Διαταγή Πληρωμής, την κατάσχεση και τις περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων που ακολούθησαν, με τις οποίες ακίνητο του ανακόπτοντος είχε τεθεί σε διαδικασία πλειστηριασμού, λόγω μη αναφοράς του επιτοκίου στην αίτηση επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η Διαταγή πληρωμής.



Σχόλιο: Επιλέγω να σχολιάσω την εν λόγω απόφαση γιατί μου έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκε το Δικαστήριο τις νομικές θεμελιώσεις της απόφασης. Για το λόγο αυτό αναρτώ τα αποσπάσματα των 2 βάσεων των προσθέτων λόγων ανακοπής, επί των οποίων αναφέρεται η απόφαση 

Πρώτη βάση
 

Δεύτερη βάση
 

Η σχολιαζόμενη απόφαση δείχνει να ερευνά την πρώτη βάση, ως ταυτιζόμενη με τη δεύτερη. Η πρώτη βάση, όμως, αναφέρεται σε εσωτερική αντιφατικότητα του συμβατικού κειμένου και εξ αυτού του λόγου σε παραγόμενη αδιαφάνεια της σύμβασης. Δηλαδή, η πρώτη βάση, είναι ουσιαστική. Η αδιαφάνεια αυτή, όμως, σύμφωνα με την απόφαση, επιδρά στο ίδιο το παραδεκτό τόσο της αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η Διαταγή Πληρωμής, όσο και στην ίδια τη Διαταγή, ιδίως κατά το μέρος που παραλείπεται συνολικά η αναφορά του επιτοκίου της πίστωσης, έστω κι αν αναφέρονται ονομαστικά οι παράγοντες που το συναπαρτίζουν. Έτσι, λοιπόν, ο ουσιαστικός λόγος της αντιφατικότητας και της εντεύθεν αδιαφάνειας των συμβατικών όρων (ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, θα έπρεπε να καταλήξει σε διαπίστωση πλήρωσης των προϋποθέσεων του 372ΑΚ, ως ουσιαστικού λόγου ακύρωσης της ΔΠ) συνδυαζόμενος με την δεύτερη βάση, που πλήττει το παραδεκτό της ΔΠ ενόψει της έλλειψης αναφοράς επιτοκίου, καταλήγει να καθιστά βάσιμη κι ως εκ τούτου παραδεκτή, τη δεύτερη βάση, η οποία πλήττει το ίδιο το παραδεκτό της αίτησης με την οποία εκδόθηκε η ΔΠ κι εν τέλει, στην ίδια τη ΔΠ, αφού, εξάλλου, η έρευνα του παραδεκτού προηγείται. 

Το Δικαστήριο, μάλιστα, αναλύει, ότι την έλλειψη αυτή δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ή ακόμα και να αποκαταστήσουν τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας (τα οποία έχουν μόνο αποδεικτική ισχύ ως προς το ύψος της απαίτησης και τις χρεώσεις του πιστούχου σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα) καταλήγοντας ορθά, ότι ο Δικαστής δεν είναι υποχρεωμένος να ανευρίσκει το ύψος των επιτοκίων και να διαπιστώνει εάν τα επιτόκια αυτά ήταν συμφωνημένα μεταξύ των διαδίκων. Άλλωστε, επισημαίνει, ότι η απόδειξη στο εν λόγω θέμα αποτελεί δικονομικό βάρος της τράπεζας. 

Είναι σύνηθες να βλέπουμε το ανάποδο!
Δικαστικές αποφάσεις διαλαμβάνουν -άκριτα και ατυχώς- στο σώμα τους, ότι "το επιτόκιο συμφωνήθηκε ως άθροισμα euribor+περιθώριο+εισφορά, επομένως το επιτόκιο είναι ορισμένο και γνωστό στον πιστούχο". Αλλά πουθενά στο κείμενο των αποφάσεων αυτών δεν μπορεί να μνημονευτεί αριθμητικά το ύψος του επιτοκίου, διότι πολύ απλά, ούτε οι ίδιοι οι Δικαστές που εκδίδουν τις αποφάσεις αυτές, δεν μπορούν να το εξεύρουν! Παρά ταύτα, αυτό που, σύμφωνα με τις ανωτέρω ατυχείς και άστοχες αποφάσεις, δεν μπορούν να ανεύρουν οι Δικαστές, θεωρείται και οφείλουν να το γνωρίζουν οι διάδικοι και οι δικηγόροι τους, ωσάν να είναι δικό τους αποδεικτικό βάρος, να ανεύρουν και να επικαλεστούν κάποιο επιτόκιο! Έτσι, μια μειοψηφία (ευτυχώς!) αποφάσεων, αντιστρέφοντας τα βάρη της απόδειξης, καταλήγει να εφευρίσκει μια υποτιθέμενη αοριστία, ακόμα και στον ισχυρισμό των ανακοπτόντων, ότι οι Διαταγές Πληρωμών που εκδίδουν οι τράπεζες είναι αόριστες! Μιλάμε για την απόλυτη δικαστική παράνοια!

Η σχολιαζόμενη απόφαση, όμως, πάει ένα βήμα παραπέρα από την παραπάνω ατυχή κι επιφανειακή νομολογιακή θεώρηση και επισημαίνει ότι το επιτόκιο (ως ο βασικός παράγοντας κόστους της πίστωσης) θα πρέπει αναφέρεται ρητά. Προβαίνει δηλαδή, σε αυτονόητες, εύλογες και δίκαιες σκέψεις, οι οποίες όμως προϋποθέτουν σοβαρή δικαστική βάσανο επάνω στα δικόγραφα, για την λήψη απόφασης και επιπλέον, μια Δικαιοσύνη διακατεχόμενη από ισονομία και ισοπολιτεία απέναντι στους διαδίκους, ανεξάρτητα από την οικονομική τους ισχύ ή/και την προσωπική προδιάθεση του καθενός. Με αυτές τις υπερβατικές σκέψεις η σχολιαζόμενη απόφαση, λοιπόν, πετυχαίνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο στις μέρες μας: Πετυχαίνει αυτό που λέμε κοινώς, "δικαιοσύνη".

Για όποιον τη χρειάζεται, η απόφαση είναι διαθέσιμη για κατέβασμα σε μορφή pdf από ΕΔΩ

ΥΓ: Ευχαριστώ από την καρδιά μου το συνάδελφο Ιωαννίνων, Φίλιππο Πανταζή, για την εξαιρετική συνεργασία που είχαμε! Η βοήθειά του ήταν πολύ σημαντική.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

327/2016 Ειρ. Κορίνθου: Ακυρώνεται Διαταγή Πληρωμής (διαφορές λογαριασμού όψεως και αλληλόχρεου λογαριασμού)

Ακυρώνεται διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε επί τη βάσει υποτιθέμενου καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, καθόσον η αληθής φύση της πίστωσης ήταν αυτή του λογαριασμού όψεως, αιτία, όμως, η οποία ουδόλως μνημονεύτηκε, τόσο στην αίτηση για την έκδοση όσο και στην ίδια τη Διαταγή Πληρωμής.

Η απόφαση είναι διαθέσιμη από ΕΔΩ σε μορφή pdf, ακολουθεί δε το κείμενό της, για μελέτη.


Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

8/2016 ΕιρΜεγαλόπολης: Ακύρωση ΔΠ λόγω αναφοράς εσφαλμένης αιτίας πληρωμής

Με την 8/2016 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Μεγαλόπολης ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, για το λόγο ότι, τόσο στην αίτηση όσο και στην ίδια την διαταγή πληρωμής, ως νόμιμη αιτία της απαίτησης της τράπεζας φερόταν να είναι υφιστάμενος αλληλόχρεος λογαριασμός, σύμφωνα με την ονοματοδοσία που επέλεξε η τράπεζα. Ωστόσο, αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχε τέτοιος αλληλόχρεος λογαριασμός αλλά επρόκειτο περί κοινού δανεισμού μέσω τοκοχρεωλυτικού δανείου, αιτία η οποία ουδόλως μνημονεύτηκε, τόσο στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, όσο και στην ίδια την ανακοπείσα.
Εξάλλου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση, δεν είναι δυνατή η παράλληλη λειτουργία αλληλόχρεου λογαριασμού και τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθόσον με τον τρόπο αυτό επιβαρύνονται οι δανειολήπτες από τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό των εν καθυστερήσει τόκων, ο οποίος όμως δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε τοκοχρεωλυτικά δάνεια (βλ το άρθρο 12 του Ν. 2601/1998).

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης για μελέτη, ενώ για όποιον θέλει να το κατεβάσει είναι διαθέσιμο σε μορφή pdf από ΕΔΩ




ΥΓ: Καλό καλοκαίρι σε όλες και όλους! 

de jure app