Πρόσφατα, έτυχε να διαβάσω δυο άρθρα (αυτό και αυτό) σε μια κατά γενική ομολογία αξιόπιστη και αντικειμενική εφημερίδα, που μου προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση, ως ψευδείς ειδήσεις. Και εξηγώ το γιατί:
"Όταν το πλιάτσικο γίνεται τρόπος ζωής για οργανωμένες ομάδες συμφερόντων μέσα σε μια κοινωνία, τότε με τον καιρό, αυτές θα φτιάξουν ένα νομικό σύστημα που θα τις δικαιώνει και ένα ηθικό σύστημα που θα τις αξιώνει." Φρεντερίκ Μπαστιά
Σελίδες
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ
Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021
Bitcoin και παραπληροφόρηση (1)
Πρόσφατα, έτυχε να διαβάσω δυο άρθρα (αυτό και αυτό) σε μια κατά γενική ομολογία αξιόπιστη και αντικειμενική εφημερίδα, που μου προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση, ως ψευδείς ειδήσεις. Και εξηγώ το γιατί:
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021
Συγκεντρωτικά, οι αναστολές των προθεσμιών λόγω πανδημίας
Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021
Ενώπιoν του Ειρηνοδικείου Survivor
Ακολουθεί απόσπασμα από πραγματική και εντός του 2021 εκδοθείσα απόφαση Ειρηνοδικείου επί κοινής αίτησης συζύγων δυνάμει του αρ 4 του Ν. 3869/2010.
Εντελώς περιληπτικά και για την κατανόηση του αποσπάσματος σημειώνω ότι η αίτηση έγινε δεκτή, καθορίστηκε ύψος δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του αρ 8 παρ 2 Ν. 3869/2010, ύψους 1.100 ευρώ για τον αιτούντα (με μηνιαία εισοδήματα 1.450 ευρώ) και 1030 ευρώ για την αιτούσα (με μηνιαία εισοδήματα 909 ευρώ).
Τα παραπάνω χρειάστηκε με κάποιο τρόπο να αιτιολογηθούν. Έτσι στο κείμενο της αποφάσεως αναγράφτηκε ότι:
"Το ποσό κρίνεται εύλογο, δεδομένου ότι, πρέπει και οι αιτούντες από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους, περιοριζόμενοι μόνο τις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το Νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, να μπορέσουν να ανταποκριθούν στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών τους, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματά τους για μια χρονική περίοδο προβάλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχουν μετά το πέρας της το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής τους από τα χρέη."
Η ρύθμιση του αρ 8 παρ 2 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι
"2.Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου."
Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021
Η ασυνέπεια του ΑΠ
- Η διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ ορίζει ότι “Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά”.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 1616/2007 τνπ sakkoulas online).
- Συνεπώς, το δικαστήριο δεσμεύεται από τις αιτήσεις των διαδίκων και δεν επιτρέπεται να επιδικάσει κάτι περισσότερο ή διαφορετικό απ’ αυτό που ζητήθηκε ή να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε (ΕφΑιγ 2/2007, ΕφΑθ 6532/2004 ΤΝΠ-Νόμος, ΕφΑθ 7023/1992 ΕλΔ 34/1126, ΕφΑθ 4795/1992 ΑρχΝ 1993/127).
- Από δε τη διάταξη του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής: η οποία (ιστορική βάση), κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ του Κώδικα αυτού, είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης (ΑΠ 1616/2007 τνπ sakkoulas online).
- Βέβαια, από τις διατάξεις των άρθρων 221, 222 και 632 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν εισάγει προς διάγνωση την απαίτηση του αιτούντος, αλλά επιδιώκει μόνο την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, για το λόγο δε αυτό, μόνη αυτή, δεν μπορεί να θεμελιώσει εκκρεμοδικία. Τέτοια εκκρεμοδικία δεν δημιουργεί, ούτε η έκδοση αλλά, ούτε και η επίδοση της διαταγής πληρωμής. Η εκκρεμοδικία αυτή δημιουργείται μόνο με την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, γιατί από τότε αρχίζει η για την απαίτηση διαγνωστική δίκη, δηλαδή υποβολή του δικαιώματος στο δικαστήριο για έκδοση επ’ αυτού απόφασης, η οποία δημιουργεί, ή μπορεί να δημιουργήσει, ουσιαστικό δεδικασμένο σε σχέση με το δικαίωμα, πράγμα που δεν συμβαίνει με την έκδοση ή την επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 751/2017 τνπ sakkoulas online.gr).
- Η έκδοση της διαταγής πληρωμής προϋποθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 625-629 του ΚΠολΔ, αφενός μεν την υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του έχοντος χρηματική απαίτηση ή απαίτηση παροχής χρεογράφων δανειστή σε βάρος του οφειλέτη του, η οποία (απαίτηση) θα πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως, κατ’ άρθρο 623 ΚΠολΔ, και να πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 624 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αφετέρου δε την αποδοχή της αιτήσεως από τον αρμόδιο δικαστή, κατ’ άρθρο 629 ΚΠολΔ, «κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη». Επομένως, η διαταγή πληρωμής, ναι μεν δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, ωστόσο ενσωματώνει «οιονεί επί της ουσίας» δικαιοδοτική κρίση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εκδόσεώς της (ύπαρξη ληξιπρόθεσμης, μη εξαρτώμενης από όρο ή αντιπαροχή, βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως, καθώς και έγγραφη απόδειξη των ανωτέρω απαραίτητων στοιχείων), τις οποίες καθ’ ολοκληρίαν ελέγχει ο αρμόδιος δικαστής, και μόνον, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν, προχωρεί στην παραδοχή της αιτήσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 629 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό, εξ άλλου, η διαταγή πληρωμής, καταρχήν, αναπτύσσει, ήδη από την στιγμή της εκδόσεώς της, κατ’ άρθρο 630Α εδ. α΄ και β΄ του ΚΠολΔ, πλήρη εκτελεστότητα, αποτελώντας εκτελεστό τίτλο, κατ’ άρθρο 631 ΚΠολΔ, δυνάμενο να αποτελέσει τη βάση έγκυρης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως. (ΟλΑΠ 5/2020 ΕλλΔνη 5/2020 σελ 1401-1407)
- Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται η καθόλου υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ειδικότερα το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. (ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 2/2008 σελ 423-424)
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 632 § 1, 633 § 1, 623, 624 § 1, 626 §§ 1 και 2, 628 και 629 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύριο αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, είναι το κύρος της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή. (ΑΠ 433/2000 ΕλλΔνη 6/2000 σελ 1596-1597).
- Έτσι, στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ’ αυτών. Έτσι εάν η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής έχει και άλλη νομική θεμελίωση, πέραν εκείνης που υποβλήθηκε με τη σχετική αίτηση και στην οποία στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής, η απόδειξη της διαφορετικής αυτής νομικής θεμελίωσης δεν μπορεί να θεμελιώσει ισχυρισμό εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, προς απόρριψη της ανακοπής, εφόσον για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είχε γίνει επίκληση της έννομης σχέσης με τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση. Ούτε όμως και το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη και να εξετάσει την ύπαρξη και την απόδειξη της απαίτησης με βάση τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση και, κρίνοντας περαιτέρω ότι ο δικαστής, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τη νομική αυτή θεμελίωση, να προβεί σε απόρριψη της ανακοπής. Μια τέτοια αλλαγή, κατά τη δίκη της ανακοπής, της νομικής θεμελίωσης της απαίτησης αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της ανακοπής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αντικείμενο, που καθίσταται εκκρεμές στη δίκη της ανακοπής προσδιορίζεται αποκλειστικά από τους προβαλλόμενους με αυτή λόγους σε σχέση με τη βάση στην οποία η απαίτηση στηρίζεται, κατά την αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής. (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 4/1997, σελ 768-771)
Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021
Απόφασης ΕΔΑΔ "Αντωνοπούλου κατά Ελλάδας" και δάνεια εκφρασμένα σε CHF
Α. Εισαγωγή
Τις τελευταίες ημέρες δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο. Ό, τι άρχισε ωραία, τέλειωσε με πόνο». Το άρθρο αυτό επιχειρεί να παρουσιάσει ως ταφόπλακα στις προσπάθειες των δανειοληπτών, την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής και χάριν συντομίας ΕΔΑΔ).
Το ως άνω άρθρο εμφανίζει σημαντικά συστηματικά προβλήματα σε σχέση με το πραγματικό αλλά και το νομικό πρόβλημα και τις αληθείς διαστάσεις του, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στη μόνη Ευρωπαϊκή χώρα που αρνείται να κρίνει την νομιμότητα των επίμαχων Γενικών Όρων Συναλλαγών, δηλαδή στην Ελλάδα, με τους οποίους οι καταναλωτές δανειολήπτες εκτέθηκαν στον ακάλυπτο κίνδυνο μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, λαμβάνοντας δάνεια που εκφράστηκαν σε ελβετικό νόμισμα.
Β. Σύντομο ιστορικό
Κατ’ αρχάς, για την αρτιότητα της ενημέρωσης, πρέπει να αναφερθεί ένα συντομότατο ιστορικό της υπόθεσης που κρίθηκε, όπως, άλλωστε περιλαμβάνεται και στην απόφαση του ΕΔΑΔ.
Στις 18 Φεβρουαρίου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή κατά της τράπεζας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αιτούμενη πρώτον, το δικαστήριο να κηρύξει άκυρη, ως καταχρηστική, τη ρήτρα της δανειακής σύμβασης που προέβλεπε την αποπληρωμή του χρέους σε ευρώ βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας με το ελβετικό φράγκο που ισχύει κατά την ημερομηνία αποπληρωμής. Δεύτερον, ζήτησε να αναγνωριστεί ως μόνη ρήτρα μετατροπής σε ευρώ του οφειλόμενου σε ελβετικά φράγκα ποσού, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του ποσού του δανείου. Τέλος, ζήτησε από το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ανυπαρξία της οφειλής προς την τράπεζα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, θεωρώντας ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη καταχρηστικότητα της επίμαχης ρήτρας και αυτό διότι ο όρος αυτός εντασσόταν στους δηλωτικούς όρους της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλάμβανε τη διάταξη του άρθρου 291 του ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να την συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα με ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13/ΕΕ. Διαπίστωσε επίσης ότι η εν λόγω ρήτρα δεν μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική ή αόριστη.
Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε την απόφαση στο Εφετείο, αλλά άσκησε απευθείας Αίτηση Αναίρεσης στον Άρειο Πάγο.
Το Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, εκτιμώντας ότι η υπόθεση αφορούσε ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, την παρέπεμψε στην Ολομέλεια. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την Αίτηση Αναίρεσης, με την υπ’ αριθ 4/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι το Πρωτοδικείο δεν διέπραξε κανένα σφάλμα. Ενώ ο Ν. 2251/1994 δεν μετέφερε ρητά στο εσωτερικό δίκαιο την εξαίρεση τέτοιων δηλωτικών ρητρών από δικαστική εκτίμηση, η εξαίρεση αυτή αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του Νόμου βάσει μιας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας 93/13/ΕΕ.
Κατόπιν τούτων, η ως άνω δανειολήπτρια, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους της, προσέφυγε ατομικά στο ΕΔΑΔ, βασιζόμενη στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ).
Γ. Το νομικό πλαίσιο
Το 1ο άρθρο του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, αναφέρεται στην προστασία της ιδιοκτησίας, ορίζοντας ότι
Άρθρον 1
Προστασία της ιδιοκτησίας
Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Δ. Τα πραγματικά περιστατικά
Στο πλαίσιο της ενώπιον του ΕΔΑΔ εισαχθείσας προσφυγής, κρίθηκε ότι η προσφεύγουσα ήταν ενήμερη του κινδύνου που συνεπάγεται η λήψη δανείου σε ελβετικά φράγκα αλλά και του κινδύνου της διακύμανσης τέτοιου ισχυρού νομίσματος προς τα πάνω κατά τη διάρκεια της 25ετούς διάρκειας του δανείου. Είχε ασφαλιστεί για τρία χρόνια έναντι του κινδύνου αύξησης των μηνιαίων αποπληρωμών της λόγω αύξησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και θα μπορούσε να έχει ανανεώσει την ασφάλιση αυτή. Η σύμβαση δανείου της επέτρεπε επίσης να ζητήσει ανά πάσα στιγμή τη μετατροπή του σε ευρώ. Τέλος, η προσφεύγουσα είχε υπογράψει τέσσερες πρόσθετες τροποποιητικές της αρχικής συμφωνίες με την τράπεζα, μειώνοντας τις μηνιαίες δόσεις, παρατείνοντας τις προθεσμίες αποπληρωμής και αναστέλλοντας ακόμη προσωρινά ορισμένες αποπληρωμές. Επιπλέον, μεταξύ 2007 και 2015 η προσφεύγουσα συνέχισε να καταβάλει τις δόσεις χωρίς να επικαλεστεί ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της λόγω της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Εάν είχε θεωρήσει ότι η ικανότητά της να εξοφλήσει το δάνειο είχε μειωθεί λόγω απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών πέρα από τον έλεγχό της και της τράπεζας, θα μπορούσε να ζητήσει από τα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 388 του Αστικού Κώδικα την αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος ή ακόμη και τη λήξη της σύμβασης δανείου.
Ε. Η κρίση του Δικαστηρίου
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο έκρινε ότι:
Α) Το δικονομικό σύστημα της Ελλάδας παρείχε στην δανειολήπτρια τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, ώστε να διεκδικήσει τα τυχόν δικαιώματά της στην περιουσία της. Αυτά τα ένδικα μέσα ήταν η αγωγή προς τα αστικά δικαστήρια για την ακύρωση της επίμαχης ρήτρας στη σύμβαση δανείου την οποία θεώρησε καταχρηστική- μια επιλογή της οποίας είχε κάνει χρήση – και η δυνατότητα υποβολής αγωγής στα δικαστήρια για αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος ή ακόμη και λήξη της δανειακής σύμβασης, βάσει του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα.
Β) Είχε δοθεί στην προσφεύγουσα η ευκαιρία να εκθέσει όλα τα επιχειρήματά της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και εκδόθηκε απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Αποδεικνυόμενων, λοιπόν ότι (α) το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, δηλαδή το ένδικο βοήθημα της αγωγής, (β) ότι το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα μέσα, δηλαδή το ένδικο μέσο της έφεσης (που κατ’ επιλογή της δεν άσκησε η δανειολήπτρια) και το ένδικο μέσο της αναίρεσης (που άσκησε η δανειολήπτρια) και (γ) ότι τόσο τα ένδικα βοηθήματα όσο και τα ένδικα μέσα είναι αποτελεσματικά, δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της προσφεύγουσας στην περιουσία της.
Κατά συνέπεια, το νομικό πλαίσιο της Ελλάδας παρείχε στην προσφεύγουσα έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορούσε να διεκδικήσει τις αξιώσεις της σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
ΣΤ. Η λειτουργία της απόφασης
Δυνάμει των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό, ότι η ως άνω απόφαση δεν επιλύει το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα, όπως εσφαλμένως διακινήθηκε, πιθανότατα προς δημιουργία εντυπώσεων.
Ούτε και θα μπορούσε, άλλωστε, αφού ως προς το ζήτημα αυτό το ΕΔΑΔ στερείται αρμοδιότητας.
Άλλωστε, οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ δεν δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια και δεν συνιστούν λόγο ανατροπής του δεδικασμένου των εθνικών δικαστηρίων, αφού έχει κριθεί ότι, ακόμα και σε περίπτωση καταδίκης του συμβαλλόμενου κράτους (εν προκειμένω της Ελλάδας), το κράτος (Ελλάδα) υποχρεούται μεν να συμμορφώνεται προς την τυχόν καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, πλην όμως η απόφαση του ΕΔΑΔ δεν έχει την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της προσβληθείσας δικαστικής απόφασης [βλ. π.χ. ΑΠ 1471/2013 δημοσιευμένη σε ΕΠολΔ 2014.59 = ΕλλΔνη 55(2014). 382 (Εισηγήτρια: Ιωάννα Πετροπούλου), με ειδικότερη αναφορά ότι «Το ίδιο το Δικαστήριο (ενν. το ΕΔΑΔ) δέχεται σταθερά ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μια υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος-παραβάτη ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο»].
Απεναντίας, δοθέντος ότι το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα άπτεται της ερμηνείας και της εφαρμογής της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, όπως αυτή ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 2251/1994, μόνο ευρωπαϊκό αρμόδιο δικαστήριο να αποφανθεί για τον ορθό τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής και χάριν συντομίας ΔΕΕ).
Ζ. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ επί του επίμαχου ζητήματος
Το ΔΕΕ έχει ήδη εκδώσει σειρά δικαστικών αποφάσεων αναφορικά με το ζήτημα, ενδεικτικώς αναφερομένων των αποφάσεων στις υποθέσεις C-26/13, C-186/16, C-51/17, C-119/17, C-126/17, C-260/18.
Σε όλες τις παραπάνω αποφάσεις η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Δικαίου της Ένωσης απέληξε με νίκες των δανειοληπτών, σπουδαιότερη εκ των οποίων ο γράφων λογίζει αυτήν που καταγράφηκε στην υπόθεση C-186/2016.
Στην εν λόγω υπόθεση ανέκυψε ενώπιον του ΔΕΕ το ζήτημα εάν διάταξη του Ρουμανικού Αστικού Κώδικα, αντίστοιχη με την διάταξη του άρθρου 291 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας, νοούμενου του όρου ως δηλωτικού. Το ΔΕΕ απεφάνθη ότι ο Όρος δεν εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας.
Η. Η απεύθυνση προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών
Ήδη με την υπ’ αριθ. 1599/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας, επί αγωγής δανειολήπτη που έλαβε δάνειο σε ρήτρα αξίας CHF, απευθύνθηκαν για να απαντηθούν από το ΔΕΕ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«…1) Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και να επιτρέψει τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου;
2) Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της Οδηγίας 93/13/ΕΚ αν και δεν εισήλθε ρητά στο Ελληνικό δίκαιο εισήλθε έμμεσα σύμφωνα με το περιεχόμενο των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της ανωτέρω Οδηγίας, όπως αυτό μεταφέρθηκε στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 22541/1994;
3) Στην έννοια των καταχρηστικών όρων και του εύρους τους όπως αυτοί ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 93/13 περιέχεται η εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της οδηγίας 93/13;
4) Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, ο όρος σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;..» .
Το ανωτέρω αίτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Ελλάδα) την 5η Ιουνίου 2020 – DP, SG κατά Τράπεζας Πειραιώς AE, οριστικοποιήθηκε από το ΔΕΕ (πληροφορία από την ιστοσελίδα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης curia.eu), ανοίχτηκε η υπόθεση με αριθμό C-243/20 και εκκρεμεί η εκδίκαση ενώπιον του ΔΕΕ.
Θ. Η δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΔΕΕ για τα Ελληνικά Δικαστήρια
Οι αποφάσεις του ΔΕΕ γεννούν υποχρέωση δεσμεύσεως των εθνικών Δικαστηρίων. Έτσι, αναγνωρίστηκε, όχι μόνο η θετική υποχρέωση του εθνικού δικαστή να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου αλλά και η αρνητική του υποχρέωση «να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων» (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 926/2011, ΑΠ 631/2011).
Μάλιστα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι η κρίση του ΔΕΕ ως ερμηνεία κοινοτικού δικαίου δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια, αφού η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης (ΟΛΑΠ 16/2013).
Συνεπώς, οι αποφάσεις του ΔΕΕ δεν περιορίζονται στα στενά όρια της επίλυσης των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιόν του. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ διαφυλάσσουν και αναπτύσσουν το κανονιστικό περιεχόμενο του ενωσιακού δικαίου, δεσμεύοντας κατά αυτόν τον τρόπο τον εθνικό δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ι. Σε επίπεδο εθνικού δικαίου εκκρεμεί και η έκδοση αποφάσεως του Αρείου Πάγου επί αναιρέσεως σε Συλλογική Αγωγή
Την 13-1-2020 εκδικάστηκε ενώπιον του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου η αίτηση αναιρέσεως με αριθμό 6241/537/2018, υπό αρ. πιν. 37, των ακολούθων αναιρεσειόντων:
1) Του Δευτεροβαθμίου Καταναλωτικού Σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΝΚΑ (ΓΟΚΕ)»,
2) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ,
3) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ (ΙΝΚΑ ΚΡΗΤΗΣ),
κατά της τραπεζικής εταιρίας «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» και της ΤρΕφΑθ 911/2018 (εκούσια δικαιοδοσία), η οποία εξεδόθη επί Συλλογικής Αγωγής των ανωτέρω Καταναλωτικών Ενώσεων, ακριβώς για τα δάνεια σε ρήτρα αξίας ελβετικού φράγκου, όπως ακριβώς και το επίδικο και κατά την εκδίκαση αυτής της Συλλογικής Αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτήθηκαν με τις προτάσεις τους την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΔΕΕ με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«…Α. Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ επιτρέποντας εμμέσως τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου;
Β. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ εμπίπτουν και διατάξεις ενδοτικού δικαίου στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που απαγορεύουν τον έλεγχο ρητρών;
Γ. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 της ΣΕΕ σε συνδυασμό με το Άρθρο 288 της ΣΔΕΕ υπό την αρχή της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιτρέπεται η εφαρμογή από δικαστήριο κράτους μέλους μίας διάταξης Οδηγίας αν και αυτή δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο;
Δ. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ μία συμβατική ρήτρα είναι πράγματι αυτοδικαίως σαφής και κατανοητή, επειδή επαναλαμβάνει μία νομοθετική διάταξη και εξαιρείται ακόμα και του ελέγχου διαφάνειας κατά τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ;
Ε. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 και του άρθρου 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ πληρούται η αρχή της διαφάνειας και υποχρέωσης προσυμβατικής ενημέρωσης του καταναλωτή, όταν για δάνειο σε συνάλλαγμα ή σε αξία συναλλάγματος, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει με μία αχρονολόγητη επιστολή τον δανειολήπτη μόνο περί των πιθανοτήτων μεταβολής συναλλαγματικών ισοτιμιών άνευ άλλης πληροφορίας ή παραδείγματος;
ΣΤ. Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ η περίληψη δηλωτικού όρου σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, η οποία αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;…»
Ιδίως, αναφορικά με το υποβληθέν αίτημα απευθύνσεως προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, που υπεβλήθη στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης, επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 της με αριθμό 2018/C 257/01 Σύστασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (βλέπε άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου.
Ωστόσο, επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση. Συνεπώς, δεν έχει αποσταλεί ούτε το αιτηθέν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.
ΙΑ. Συμπερασματικά
Από όλα όσα προηγήθηκαν καθίσταται προφανές ότι εκκρεμεί, μια απόφαση από τον Άρειο Πάγο αλλά και μια απόφαση του ΔΕΕ, ώστε να λυθεί στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικό φράγκο.
Καθίσταται, εξίσου, προφανές, ότι η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ, ούτε έλυσε, ούτε και θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα, για όσους λόγους αναφέρθηκαν παραπάνω.
Με την διακίνηση δημοσιευμάτων σαν αυτό που αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος, επιχειρείται, η ανίερη δολοφονία του ηθικού αλλά και του δικαίου των δανειοληπτών, ώστε οι τελευταίοι, έχοντας την πεποίθηση ότι δήθεν συνετρίβησαν δικαστικώς, να σπεύσουν να ενδώσουν στις τραπεζικές πιέσεις, αναγκαζόμενοι να αναγνωρίσουν τα ύψη των οφειλών και να αποδεχτούν στο σύνολό τους όλους τους τραπεζικούς ισχυρισμούς και απαιτήσεις.
Δεν είναι δυνατό να γνωρίζω, υπό ποιες συνθήκες και με ποιες στοχεύσεις προέκυψε το -τάχα ενημερωτικό- άρθρο, στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω.
Γνωρίζω, όμως, ότι είναι ευθύνη του εκάστοτε γράφοντος η ενημέρωση να είναι ουσιώδης και ακριβής, απαλλαγμένη από κάθε απόπειρα δημιουργίας έωλων εντυπώσεων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτή η ευθύνη, είτε είναι άγνωστη, είτε υπερβαίνει το ανάστημα του ανθρώπου.



