Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

Bitcoin και παραπληροφόρηση (1)


Πρόσφατα, έτυχε να διαβάσω δυο άρθρα (αυτό και αυτό) σε μια κατά γενική ομολογία αξιόπιστη και αντικειμενική εφημερίδα, που μου προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση, ως ψευδείς ειδήσεις. Και εξηγώ το γιατί:

Από τα άρθρα αυτά, το πρώτο επιχειρεί να παρουσιάσει ως είδηση, ότι η Ιταλική μαφία χρησιμοποιεί για τις συναλλαγές της κρυπτονομίσματα, ότι χάρη σε αυτά ξεπλένει χρήμα, ότι μετακινεί τεράστια χρηματικά ποσά στο λεγόμενο Dark Web, ότι στο dark web οι πληρωμές γίνονται κυρίως με κρυπτονομίσματα. Κατά έτερο σκέλος, το ίδιο άρθρο ισχυρίζεται ότι στη Γερμανία χρησιμοποιούνται κυρίως δυο κρυπτονομίσματα (bitcoin και monero) με σκοπό να εξασφαλίσουν την ανωνυμία σε διαδικασίες παραγγελίας και αποστολής παράνομων προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτό το άρθρο αξίζει κάποιας έρευνας, αφού αναφέρει όλα τα παραπάνω, δίχως καμία πηγή και χωρίς παραπομπή σε κανένα συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό (με ημερομηνίες, τόπους, ονοματεπώνυμα κλπ). Αξίζει, λοιπόν, να ερευνηθεί η αξιοπιστία του.

Ας ορίσουμε κατ' αρχάς τις βασικές παραμέτρους του θέματος:

Όπως ενημερώνει PricewaterhouseCoopers (PwC) εδώ ως blockchain εννοούμε μια τεχνολογία που επιτρέπει, μεταξύ άλλων πραγμάτων, την ύπαρξη κρυπτονομισμάτων. Είναι μια ανοιχτή και αποκεντρωμένη βάση δεδομένων, που καταχωρίζονται διαρκώς νέες πληροφορίες (blocks) σε μια αδιάκοπη αλυσίδα (chain), ώστε στην πραγματικότητα, να υπάρχει απόλυτη διαδοχή γεγονότων. Με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας, οι συμμετέχοντες μπορούν να επιβεβαιώσουν συναλλαγές χωρίς τη χρήση κεντρικού διαμεσολαβητή/εκκαθαριστή της συναλλαγής. Πιθανές χρήσεις αυτής της τεχνολογίας είναι η μεταφορα κεφαλαίων, οι εμπορικές συμφωνίες και πολλά άλλα ζητήματα. Το blockchain του bitcoin είναι ανοιχτό και δημόσιο, όπως άλλωστε πιστοποιεί σχετική έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (πηγή)

Αντίστοιχα, η ίδια εταιρεία (PwC), στο ίδιο άρθρο, ορίζει ότι το κρυπτονόμισμα (εφεξής και χάριν συντομίας, crypto) είναι ένα ψηφιακό στοιχείο που είναι μέσο συναλλαγής, όπως το Αμερικανικό δολάριο, με τη διαφορά ότι είναι ψηφιακό και χρησιμοποιεί τεχνικές κρυπτογράφησης, ώστε, αφενός μεν να είναι ελεγχόμενη η δημιουργία νομισματικών μονάδων και αφετέρου για την επιβεβαίωση της μεταφοράς κεφαλαίων. Το Bitcoin είναι το πιο γνωστό crypto αυτή τη στιγμή, κυριαρχώντας (τη στιγμή που γράφεται αυτή η ανάρτηση), σε ποσοστό 42,42% στην παγκόσμια αγορά κρυπτονομισμάτων (πηγή).

Αφού ορίσαμε το θέμα, ας προσπαθήσουμε να ελέγξουμε την αλήθεια του άρθρου με βάση δημόσιες πληροφορίες που έχουν προκύψει από έρευνες. 

Κατ' αρχάς το άρθρο ισχυρίζεται ότι κύριο μέσο συναλλαγής στο dark web (στο λεγόμενο σκοτεινό δίκτυο, που στην πραγματικότητα, δεν είναι κάτι σκοτεινό, είναι οι ιστοσελίδες που αντί να τελειώνουν σε .gr ή .com τελειώνουν σε .onion και μπορεί κάλλιστα κάποιος να τις επισκεφτεί απλά γράφοντας τη διεύθυνσή τους, ενώ για ανώνυμη περιήγηση μπορεί να κατεβάσει δωρεάν τον Tor browser δηλαδή κάτι ανάλογο με τον Google chrome) είναι τα crypto. 

Όμως, σύμφωνα με έρευνα της Chainalysis (που αναδημοσιεύεται στο περιοδικό Forbes, εδώ), λαμβανομένων υπόψην των δεδομένων που παρέχει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών εκτιμάται ότι μεταξύ 2% και 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ (1,6 έως 4 τρισεκατομμύρια δολάρια) συνδέονται κάθε χρόχο με ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και παράνομες δραστηριότητες.
 
Από αυτά, το 2020, μόλις το 0,34% ή περίπου 10 δισεκατομμύρια δολάρια συνδέονται με crypto και παρουσιάζουν εγκληματικό υπόβαθρο. Μάλιστα, η ίδια έρευνα καταλήγει ότι το ποσοστό βαίνει μειούμενο σε σχέση με το 2,1% του 2019.

Το υπόλοιπο 99,66% των κεφαλαίων που προέρχονται από ξέπλυμα βρώμικου χρήματος (δηλαδή περίπου 294 φορές περισσότερα χρήματα) γίνεται με κάτι που γνωρίζουμε όλοι: Με μετρητά.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και δημοσίευση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (πηγή) το οποίο διαπιστώνει ότι το ποσοστό των συναλλαγών Bitcoin που συνδέονται με παράνομες συμφωνίες έχει μειωθεί κατά 6% από το 2012 και τώρα αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% του συνόλου της δραστηριότητας Bitcoin.

Άλλωστε, ακόμα κι αν παραβλέψουμε τα στατιστικά, εστιάζοντας στην ίδια την αρχιτεκτονική του bitcoin, θα βλέπαμε ότι αυτή η αρχιτεκτονική, ως ανοιχτή και δημόσια, μετατρέπει το συγκεκριμένο crypto σε ένα μέσο συναλλαγών που δεν ευνοεί το ξέπλυμα. Έτσι, αντίθετα με τα όσα το άρθρο αναφέρει, έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λέει ότι είναι τεχνικά εφικτό -αν και πολύ περίπλοκο και δαπανηρό- να προσδιοριστούν τα μέρη πίσω από μια συναλλαγή Bitcoin αρκεί να συνδυαστούν οι παράγοντες που συνοδεύουν μια τέτοια συναλλαγή (πηγή και πηγή). Με, άλλα λόγια, καταλήγει η ίδια έκθεση, το bitcoin δεν είναι ένα ανώνυμο νόμισμα αλλά ένα ψευδοανώνυμο νόμισμα (πηγή και πηγή).

Αν όμως, όλα όσα λέει το δημοσίευμα αρχίζουν να ξεφτίζουν, τότε, πώς γίνεται το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και κυρίως, γιατί το άρθρο παρουσιάζει μια στρεβλή κι εν πολλοίς ψευδή εικόνα; 

Μόνο ένας δρόμος υπάρχει, ώστε να εκφράσουμε τα μετρητά μας σε ψηφιακές νομισματικές μονάδες και επομένως, να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να μεταφέρουμε την ποσότητα μετρητών που έχουμε: Οι τράπεζες. Οι τράπεζες, ως επίσημοι χρηματοοικονομικοί διαμεσολαβητές, μας παρέχουν τη δυνατότητα να καταθέτουμε μετρητά στους λογαριασμούς μας ή σε λογαριασμούς άλλων προσώπων, τα οποία μπορούμε να διαχειριστούμε μέσω ψηφιακών εφαρμογών. Άρα, με τη βοήθεια των τραπεζών, τα μετρητά εκφράζονται σε ψηφιακές νομισματικές μονάδες και έτσι, μπορούν να μεταφερθούν σε όλο τον κόσμο. 

Έτσι, πολύ πριν από την κυριαρχική εμφάνιση των crypto, το 2012, θυμόμαστε το σκάνδαλο ξεπλύματος βρώμικου χρήματος μιας τράπεζας (HSBC), ύψους 881 εκατομμυρίων δολαρίων, χάριν των πλέον διαβόητων καρτέλ ναρκωτικών (πηγή). Από την έρευνα που έγινε αποδείχτηκε ότι η τράπεζα όχι μόνο γνώριζε την προέλευση των χρημάτων αλλά επιπλέον, είχε το θράσος να συνεχίσει να ξεπλένει χρήματα προερχόμενα από εγκλήματα. Το σκάνδαλο έγινε και ντοκιμαντέρ στο Netflix (εδώ).

Η ίδια τράπεζα από τον Ιούλιο του 2021 ερευνάται για νέο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, ύψους 4,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων (πηγή). Με χρονική απόσταση 9 ετών (2012-2021) και με την άνοδο των crypto θα περίμενε κανείς το ξέπλυμα να έγινε μέσω bitcoin. Αν κάνετε κλικ στην πηγή, όμως, δεν θα βρείτε πουθενά τις λέξεις bitcoin και cryptocurrencies. Το ξέπλυμα έγινε με τον πιο ασφαλή παραδοσιακό τρόπο: Με μετρητά.

Κι αν το παράδειγμα μιας τράπεζας δεν σημαίνει κάτι, τότε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες οι "ευυπόληπτες" τράπεζες έχουν κάνει ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Το 2018 η Τράπεζα της Ινδίας (RBI) επέβαλε πρόστιμο 30,10 εκατομμυρίων ρουπίων (περίπου 420.000 δολάρια) στη Deutsche Bank, η οποία δεν είχε τηρήσει τους κανονισμούς της Ινδίας για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος (Anti-Money-Laundering ή χάριν συντομίας AML). Επίσης, τον Νοέμβριο, η γαλλική τράπεζα Société Générale συμφώνησε να πληρώσει πρόστιμο 95 εκατομμυρίων δολαρίων προκειμένου να διευθετήσει τις κατηγορίες ότι παραβίασε τους κανονισμούς AML των ΗΠΑ, ενώ σε νομοσχέδιο περιλήφθηκε ακόμα μεγαλύτερο πρόστιμο ύψους 1,34 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την παραβίαση των εμπορικών κυρώσεων των ΗΠΑ κατά της Κούβας, του Ιράν και της Λιβύης. Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Λετονίας επέβαλε πρόστιμο 1,2 εκατομμυρίων ευρώ στην BlueOrange Bank για μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος (AML), ενώ η FINRA επέβαλε πρόστιμο στην ελβετική τράπεζα UBS, ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων για παρόμοιες παραβάσεις. Και τον Αύγουστο, η κεντρική τράπεζα της Κίνας, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, επέβαλε πρόστιμο σε πέντε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα από 100.000 έως 250.000 δολάρια το καθένα για παράβαση των νόμων περί AML, συμπεριλαμβανομένων των Ping An Bank, Shanghai Pudong Development Bank και της Τράπεζας Επικοινωνιών (πηγή).

Το 2019 ήταν μια χρονιά-ρεκόρ στα πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τις εποπτικές αρχές σχετικά με το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Επιβλήθηκαν παγκοσμίως 58 ποινές, συνολικού ύψους 8,14 δισεκατομμυρίων δολαρίων (διπλάσιες σε σχέση με τις ποινές του 2018). Τα 2/3 των ποινών επιβλήθηκαν σε τράπεζες, το 17% σε πλατφόρμες παιχνιδιών και τζόγου και στον τομέα των crypto (η πηγή αναφέρεται στην εικόνα). 


Και όλα τα παραπάνω αφορούν μόνο σε παραβιάσεις των κανονισμών περί ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, δίχως να λαμβάνονται άλλες στρεβλώσεις, που ο δήθεν κανονιστικά ρυθμισμένος τραπεζικός τομέας έχει προκαλέσει σε τοπικό ή παγκόσμιο επίπεδο, όπως το forex scandal, το LIBOR scandal, το Russian Laundromat, το PPI mis-selling scandal αλλά και αυτά που περιγράφονται εδώ.

Μετά από τα παραπάνω, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι το bitcoin ή η χρησιμοποίησή του σε παράνομες δραστηριότητες, αφού αληθώς, η χρήση του bitcoin, αφενός μεν δεν διασφαλίζει ανωνυμία (και άρα είναι ακατάλληλη για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, εκτός κι αν ο εγκληματίας είναι παράλληλα και ηλίθιος), είτε είναι ελάχιστη (σε σχέση με τα παράνομα κεφάλαια που διακινούνται και ξεπλένονται παγκοσμίως μέσω του τραπεζικού τομέα).

Το πρόβλημα φαίνεται να είναι, ότι η ύπαρξη του bitcoin και της αγοράς crypto στο σύνολό της, στέρησε από τις τράπεζες τη δυνατότητα να κερδίζουν από τις παράνομες δραστηριότητες, όπως έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν όλο αυτό τον καιρό. Τους στέρησε ένα μερίδιο αγοράς περί το 1%, με τα αντίστοιχα κέρδη, τα κεφάλαια που ενσωματώνονται στο bitcoin, τις παχυλές προμήθειες κλπ. Και γι' αυτό ξεσηκώνεται από καιρού εις καιρόν μια ολόκληρη εκστρατεία κατασυκοφάντησης των κρυπτονομισμάτων, ιδίως δε του bitcoin, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μπει φρένο στο μέλλον του χρήματος. 

Με τα παραπάνω δεδομένα, ο γράφων καταλήγει ότι το εν λόγω άρθρο δεν γράφτηκε προκειμένου να ενημερώσει (άλλωστε σε αυτή την αποστολή απέτυχε, λόγω των παραπάνω ανακριβειών του) αλλά με σκοπό να κατασκευάσει έναν ψεύτικο δράκο (bitcoin) για το παραμύθι (οικονομία), την ώρα που ο πραγματικός δράκος (τράπεζες) συνεχίζει να λειτουργεί ανενόχλητος στρεβλώνοντας την αγορά και διαταράσσοντας τις ισορροπίες της. Υπό την έννοια αυτή, το ερευνώμενο άρθρο ελέγχεται ως ξεδιάντροπη προσπάθεια για "ξέπλυμα παραπληροφόρησης".

ΥΓ: Σε επόμενη ανάρτηση θα σχολιάσω και το δεύτερο άρθρο, το οποίο βρίθει όχι μόνο από  ψεύδη αλλά και από αντιφατικότητες.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

Συγκεντρωτικά, οι αναστολές των προθεσμιών λόγω πανδημίας


Α. Η αναστολή λόγω covid από 13-03-2020 έως 31-05-2020
Δυνάμει:
1. Της υπ’ αριθ Δ1α/ΓΠΟικ 17734 (ΦΕΚ Β 833/12-03-2020), αρ 3 παρ 1 εδαφ β και γ, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 13-03-2020 έως 27-03-2020.
2. Της υπ’ αριθ Δ1α/ΓΠΟικ 18176 (ΦΕΚ Β 864/15-03-2020), αρ 3 παρ 1 εδαφ β και γ, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 16-03-2020 έως 27-03-2020.
3. Της υπ’ αριθ Δ1α/ΓΠΟικ 21159 (ΦΕΚ Β 1074/27-03-2020), αρ 3 παρ 1 εδαφ β και γ, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 28-03-2020 έως 10-04-2020.
4. Της υπ’ αριθ Δ1α/ΓΠΟικ 24403 (ΦΕΚ Β 1301/11-04-2020), αρ 4 παρ 1 εδαφ β και γ, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 11-04-2020 έως 27-04-2020.
5. Της υπ’ αριθ Δ1α/ΓΠΟικ 26804 (ΦΕΚ Β 1588/25-04-2020), αρ 4 παρ 1 εδαφ β και γ, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 28-04-2020 έως 15-05-2020.
6. Της υπ’ αριθ Δ1α/ΓΠΟικ 30340 (ΦΕΚ Β 1857/15-05-2020), αρ 4 παρ 1 εδαφ β και γ, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 16-05-2020 έως 31-05-2020.
Στη συνέχεια δυνάμει του αρ 74 § 1 του Ν. 4690/2020 ορίστηκε ότι από 01-06-2020 επανεκκίνησε η καταμέτρηση όλων των νόμιμων προθεσμιών.

Β. Η αναστολή λόγω covid από 07-11-2020 έως και 05-04-2021
Δυνάμει:
1. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 71342 (ΦΕΚ Β’ 4899/6.11.2020)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 7 Νοεμβρίου 2020 έως και 30 Νοεμβρίου 2020,
2. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 76629 (ΦΕΚ Β’ 5255/28.11.2020)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 30 Νοεμβρίου 2020 έως και 7 Δεκεμβρίου 2020,
3. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 78363 (ΦΕΚ Β’ 5350/5.12.2020)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 7 Δεκεμβρίου 2020 έως και 14 Δεκεμβρίου 2020,
4. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 80189 (ΦΕΚ Β’ 5486/12.12.2020)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 13 Δεκεμβρίου 2020 έως και 7 Ιανουαρίου 2021,
5. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.:2 (ΦΕΚ Β’ 1 /2.1.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 3 Ιανουαρίου 2021 έως και 11 Ιανουαρίου 2021,
6. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 1293 (ΦΕΚ Β’ 30 /8.1.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 11 Ιανουαρίου 2021 έως και 18 Ιανουαρίου 2021,
7. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 3060 (ΦΕΚ Β’ 89 /16.1.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 18 Ιανουαρίου 2021 έως και 25 Ιανουαρίου 2021,
8. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 4992 (ΦΕΚ Β’ 186 /23.1.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 25 Ιανουαρίου 2021 έως και 1 Φεβρουαρίου 2021,9. 
9. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 6877 (ΦΕΚ Β’ 341 /29.1.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 30 Ιανουαρίου 2021 έως και 8 Φεβρουαρίου 2021,
10. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 8378 (ΦΕΚ Β’ 454 /5.2.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4 λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 8 Φεβρουαρίου 2021 έως και 15 Φεβρουαρίου 2021,
11. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 9147 (ΦΕΚ Β’ 534 /10.2.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 α/α 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 4 εδ. β’ αυτής, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 15 Φεβρουαρίου 2021 έως και 1 Μαρτίου 2021, 
12. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 12639 (ΦΕΚ Β’ 793 /27.2.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 1 Μαρτίου 2021 έως και 8 Μαρτίου 2021,
13. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 13805 (ΦΕΚ Β’ 843/3.3.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 4 Μαρτίου 2021 έως και 16 Μαρτίου 2021, με την οποία αντικαταστάθηκε η ανωτέρω,
14. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 16320 (ΦΕΚ Β’ 996/13.3.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 16 Μαρτίου 2021 έως και 22 Μαρτίου 2021,
15. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 17698 (ΦΕΚ Β’ 1076/20.3.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 20 Μαρτίου 2021 έως και 29 Μαρτίου 2021, και
16. Της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 18877 (ΦΕΚ Β’ 1194/27.3.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 στοιχείο Πίνακα 4, λήφθηκαν έκτακτα μέτρα για την αποφυγή της διασποράς του covid19, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η αναστολή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και η αναστολή της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 29 Μαρτίου 2021 έως και 5 Απριλίου 2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. β΄της με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.: 20651 (ΦΕΚ Β’ 1308/3.4.2021)- άρθρο 1, παρ. 1 α/α 4, για την 5η Απριλίου 2021, Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Οικονομικών-Ανάπτυξης και Επενδύσεων- Προστασίας του Πολίτη-Εθνικής Άμυνας-Παιδείας και Θρησκευμάτων- Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων- Υγείας- Περιβάλλοντος και Ενέργειας- Πολιτισμού και Αθλητισμού-Δικαιοσύνης- Εσωτερικών- Μετανάστευσης και Ασύλου- Υποδομών και Μεταφορών- Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής-Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση των μνημονευόμενων σε αυτές Π.Ν.Π. και ήδη κυρωθεισών με τους επίσης μνημονευόμενους σε αυτές τυπικούς Νόμους.

Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το σημείο (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α’/31.3.2021), το οποίο ορίζει ότι το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α` 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων, επάγεται ότι το χρονικό διάστημα από 07-11-2020 έως και 05-04-2021 (σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν.4792/2021) δεν προσμετράται στις προθεσμίες μεταξύ των οποίων και στην προθεσμία του άρθρου 1019 παρ 1 ΚΠολΔ.

Προσοχή!
Στον παραπάνω υπολογισμό δεν περιλαμβάνονται οι αναστολές των προθεσμιών που επιβλήθηκαν από τυχόν τοπικά lock downs για τα οποία εκδόθηκαν ειδικές Υπουργικές Αποφάσεις. Ο παραπάνω υπολογισμός αφορά το σύνολο της επικράτειας, με βάση τις Υπουργικές Αποφάσεις, που ίσχυσαν για όλη τη χώρα.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

Ενώπιoν του Ειρηνοδικείου Survivor

Ακολουθεί απόσπασμα από πραγματική και εντός του 2021 εκδοθείσα απόφαση Ειρηνοδικείου επί κοινής αίτησης συζύγων δυνάμει του αρ 4 του Ν. 3869/2010. 


Εντελώς περιληπτικά και για την κατανόηση του αποσπάσματος σημειώνω ότι η αίτηση έγινε δεκτή, καθορίστηκε ύψος δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του αρ 8 παρ 2 Ν. 3869/2010, ύψους 1.100 ευρώ για τον αιτούντα (με μηνιαία εισοδήματα 1.450 ευρώ) και 1030 ευρώ για την αιτούσα (με μηνιαία εισοδήματα 909 ευρώ). 

Τα παραπάνω χρειάστηκε με κάποιο τρόπο να αιτιολογηθούν. Έτσι στο κείμενο της αποφάσεως αναγράφτηκε ότι: 


"Το ποσό κρίνεται εύλογο, δεδομένου ότι, πρέπει και οι αιτούντες από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους, περιοριζόμενοι μόνο τις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το Νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, να μπορέσουν να ανταποκριθούν στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών τους, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματά τους για μια χρονική περίοδο προβάλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχουν μετά το πέρας της το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής τους από τα χρέη."


Η ρύθμιση του αρ 8 παρ 2 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι

"2.Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου."



Η δε αιτιολογική έκθεση του Ν. 3869/2010 διευκρινίζει, μεταξύ άλλων ότι:

"Η δυνατότητα της ρύθμισης, για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα."


Και τούτα προέκυψαν και ως δικαστική κρίση, σύμφωνα με την οποία, η κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου, θέτει ως όριο της πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, την διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβιώσεως του πολίτη που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ εάν το Δικαστήριο στερήσει αυτήν την δυνατότητα στον αιτούντα τότε προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου, την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με την ως άνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη που πρέπει να διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του (ΕιρΚαλαμάτας 32/2013).


Ο ιστορικός νομοθέτης του Ν. 3869/2010 αντελήφθη το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους και το αντιμετώπισε εντός των ορίων του κοινωνικού κράτους δικαίου, υπηρετώντας το γενικότερο συμφέρον και τον μακροπρόθεσμο στόχο της ανάκτησης της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, που θα προήγαγε την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα (μέσω της αύξησης της κατανάλωσης αλλά και των καταθέσεων, προφανώς). Για το λόγο αυτό όρισε ότι η ρύθμιση του αρ 8 παρ 2 υπολογίζεται με συγκεκριμένα κριτήρια και μεθοδολογία, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο μπορεί να καθορίσει μηνιαίες δόσεις, εφόσον από τα εισοδήματα των πολιτών αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται βάσει των ευλόγων δαπανών διαβίωσης.

Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ο εφαρμοστής του δικαίου έκρινε ότι (α) οι μεν δόσεις που καθόρισε μπορούν να υπερβαίνουν τα εισοδήματα των πολιτών, ότι (β) το υπόλοιπο από τα εισοδήματα των πολιτών μπορεί να μην καλύπτει ούτε τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης αλλά αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες πρέπει να περιορίσουν ακόμα και τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης και ότι (γ) ο εφαρμοστής του νόμου δύναται να ενδύεται τον μανδύα του δοκιμαστή της κοινωνίας, προσδίδοντας νέες διαστάσεις στο Σύνταγμα, στο νόμο και στο ρόλο του. 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η απόφαση αναδεικνύει τις συνέπειες των κοινωνικών αυτοματισμών που ενεργοποιήθηκαν, λειτούργησαν και διείσδυσαν σε τάξεις ή στρώματα της κοινωνίας. Κοινωνικοί αυτοματισμοί που αναπαρήχθησαν από αυτούς που είχαν στόχο να διατηρηθούν στο κάδρο του κυρίαρχου λόγου και είναι οι ίδιοι που οδήγησαν στην υπερδεκαετή κρίση της χώρας. Θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος άλλος, ότι η απόφαση δείχνει προβληματική έλλειψη ενσυναίσθησης και παρατεταμένη διάρρηξη κάθε σχέσης με την πραγματικότητα.
 
Και ναι μεν, επί όλων των ανωτέρω, θα μπορούσα ενδεχομένως να συμφωνήσω, πλην όμως, νιώθω την ανάγκη να προσθέσω και τούτο: 

Ότι όλα τα παραπάνω δείχνουν την αντίληψη που έχει ο παραπάνω εφαρμοστής του Νόμου για τον εαυτό του και παραπέρα, για την κοινωνία που ονειρεύεται να ρυθμίσει με τις δικαστικές του ρυθμίσεις. Είναι εκείνος που επιλέγει και επιβάλλει, οι υπερχρεωμένοι πολίτες να ζήσουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Είναι εκείνος που επιλέγει και επιβάλλει ρυθμίσεις αδύνατες. Είναι εκείνος που επιλέγει και επιβάλλει "δοκιμασίες", ακόμα και πέρα από το Σύνταγμα και τους Νόμους. 

Αυτή η νοοτροπία, της ναρκισιστικής από έδρας αυθεντίας του εν πολλοίς ανέλεγκτου σύγχρονου ιεροεξεταστή, είναι το πιο ανησυχητικό σημάδι, ότι η δικαιοσύνη ολισθαίνει διαρκώς σε περιδίνηση αυτοϋπονομευσης, ακολουθώντας μια πολιτεία που παρακμάζει και καταρρέει θεσμικά, μέρα με τη μέρα, ανακυκλώνοντας την παθογένειά της. Και επειδή δεν διαβλέπω καμία πιθανότητα αυτοκάθαρσης του χώρου, προτρέπω να συνηθίσετε τα νέα ήθη κι έθιμα: Αυτά που θέλουν η ζωή να κρίνεται από έναν wannabe παρουσιαστή τηλεπαιχνιδιού επιβίωσης, τύπου survivor. Στο οποίο, παιχτες κι επομένως, προϊόν, είμαστε όλοι μας.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021

Η ασυνέπεια του ΑΠ

Από καιρού εις καιρό, η νομολογία του Αρείου Πάγου εμφανίζει την παραδοχή, ότι λόγος ανακοπής που πλήττει άκυρο ως καταχρηστικό ΓΟΣ δανειακής σύμβασης, γενόμενος δεκτός, αφενός μεν θα πρέπει να άγει σε μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ενόψει της οποίας, αφετέρου, το Δικαστήριο της ανακοπής οφείλει να προβεί σε ουσιαστική έρευνα των προσβαλλόμενων ως υπέρογκων κονδυλίων. Ενδεικτικό πρόσφατο παράδειγμα η ΑΠ 1138/2020 (ΔΕΕ 4/2021, σελ 541) στην οποία εντοπίζεται χωρίο με το εξής περιεχόμενο

"...η δε ακυρότητα ενός ή περισσοτέρων Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) της σύμβασης, λόγω καταχρηστικότητας, επιφέρει μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στην ελάσσονα πρότασή της ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα χρέωσε τους ανακόπτοντες - αναιρεσιβλήτους με ποσά αθέμιτων τόκων, τα οποία και προσδιορίζει, κεφαλαιοποιούμενα ανά εξάμηνο, δυνάμει συμβατικού όρου, που προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας που απορρέει από το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994, το οποίο το Εφετείο δέχθηκε ως εφαρμοστέο, στη συνέχεια, αντί να προβεί στην ουσιαστική έρευνα των προσβαλλομένων ως υπέρογκων κονδυλίων, ακύρωσε στο σύνολο της την διαταγή πληρωμής, θεωρώντας ως μη εκκαθαρισμένη τη συνολική απαίτηση της αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατ’ άρθρο 624 ΚΠολΔ. Έτσι, όμως, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 626, 631, 632 ΚΠολΔ, στο μέτρο που αυτές είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 105/2019), 2 παρ. 6 και 8 του Ν 2251/1994 και 181 του ΑΚ."


Επί των παραπάνω σκέψεων παρατηρείται ότι:
  • Η διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ ορίζει ότι “Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά”.
  • Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 1616/2007 τνπ sakkoulas online).
  • Συνεπώς, το δικαστήριο δεσμεύεται από τις αιτήσεις των διαδίκων και δεν επιτρέπεται να επιδικάσει κάτι περισσότερο ή διαφορετικό απ’ αυτό που ζητήθηκε ή να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε (ΕφΑιγ 2/2007, ΕφΑθ 6532/2004 ΤΝΠ-Νόμος, ΕφΑθ 7023/1992 ΕλΔ 34/1126, ΕφΑθ 4795/1992 ΑρχΝ 1993/127).
  • Από δε τη διάταξη του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής: η οποία (ιστορική βάση), κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ του Κώδικα αυτού, είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης (ΑΠ 1616/2007 τνπ sakkoulas online).
  • Βέβαια, από τις διατάξεις των άρθρων 221, 222 και 632 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν εισάγει προς διάγνωση την απαίτηση του αιτούντος, αλλά επιδιώκει μόνο την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, για το λόγο δε αυτό, μόνη αυτή, δεν μπορεί να θεμελιώσει εκκρεμοδικία. Τέτοια εκκρεμοδικία δεν δημιουργεί, ούτε η έκδοση αλλά, ούτε και η επίδοση της διαταγής πληρωμής. Η εκκρεμοδικία αυτή δημιουργείται μόνο με την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, γιατί από τότε αρχίζει η για την απαίτηση διαγνωστική δίκη, δηλαδή υποβολή του δικαιώματος στο δικαστήριο για έκδοση επ’ αυτού απόφασης, η οποία δημιουργεί, ή μπορεί να δημιουργήσει, ουσιαστικό δεδικασμένο σε σχέση με το δικαίωμα, πράγμα που δεν συμβαίνει με την έκδοση ή την επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 751/2017 τνπ sakkoulas online.gr).
  • Η έκδοση της διαταγής πληρωμής προϋποθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 625-629 του ΚΠολΔ, αφενός μεν την υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του έχοντος χρηματική απαίτηση ή απαίτηση παροχής χρεογράφων δανειστή σε βάρος του οφειλέτη του, η οποία (απαίτηση) θα πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως, κατ’ άρθρο 623 ΚΠολΔ, και να πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 624 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αφετέρου δε την αποδοχή της αιτήσεως από τον αρμόδιο δικαστή, κατ’ άρθρο 629 ΚΠολΔ, «κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη». Επομένως, η διαταγή πληρωμής, ναι μεν δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, ωστόσο ενσωματώνει «οιονεί επί της ουσίας» δικαιοδοτική κρίση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εκδόσεώς της (ύπαρξη ληξιπρόθεσμης, μη εξαρτώμενης από όρο ή αντιπαροχή, βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως, καθώς και έγγραφη απόδειξη των ανωτέρω απαραίτητων στοιχείων), τις οποίες καθ’ ολοκληρίαν ελέγχει ο αρμόδιος δικαστής, και μόνον, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν, προχωρεί στην παραδοχή της αιτήσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 629 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό, εξ άλλου, η διαταγή πληρωμής, καταρχήν, αναπτύσσει, ήδη από την στιγμή της εκδόσεώς της, κατ’ άρθρο 630Α εδ. α΄ και β΄ του ΚΠολΔ, πλήρη εκτελεστότητα, αποτελώντας εκτελεστό τίτλο, κατ’ άρθρο 631 ΚΠολΔ, δυνάμενο να αποτελέσει τη βάση έγκυρης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως. (ΟλΑΠ 5/2020 ΕλλΔνη 5/2020 σελ 1401-1407)
  • Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται η καθόλου υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ειδικότερα το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. (ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 2/2008 σελ 423-424)
  • Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 632 § 1, 633 § 1, 623, 624 § 1, 626 §§ 1 και 2, 628 και 629 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύριο αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, είναι το κύρος της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή. (ΑΠ 433/2000 ΕλλΔνη 6/2000 σελ 1596-1597).
  • Έτσι, στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ’ αυτών. Έτσι εάν η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής έχει και άλλη νομική θεμελίωση, πέραν εκείνης που υποβλήθηκε με τη σχετική αίτηση και στην οποία στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής, η απόδειξη της διαφορετικής αυτής νομικής θεμελίωσης δεν μπορεί να θεμελιώσει ισχυρισμό εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, προς απόρριψη της ανακοπής, εφόσον για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είχε γίνει επίκληση της έννομης σχέσης με τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση. Ούτε όμως και το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη και να εξετάσει την ύπαρξη και την απόδειξη της απαίτησης με βάση τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση και, κρίνοντας περαιτέρω ότι ο δικαστής, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τη νομική αυτή θεμελίωση, να προβεί σε απόρριψη της ανακοπής. Μια τέτοια αλλαγή, κατά τη δίκη της ανακοπής, της νομικής θεμελίωσης της απαίτησης αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της ανακοπής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αντικείμενο, που καθίσταται εκκρεμές στη δίκη της ανακοπής προσδιορίζεται αποκλειστικά από τους προβαλλόμενους με αυτή λόγους σε σχέση με τη βάση στην οποία η απαίτηση στηρίζεται, κατά την αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής. (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 4/1997, σελ 768-771)

Ενόψει των ανωτέρω, η σχολιαζόμενη ΑΠ 1138/2020 παρουσιάζεται ασυνεπής και δημιουργεί  σημαντικά συστηματικά προβλήματα, ακόμα και στο επίπεδο της ασφάλειας δικαίου. Διότι:

α) Η τυχόν διαπίστωση της ακυρότητας Γενικού Όρου Συναλλαγών σε δανειακή σύμβαση, επάγεται ότι πάσχει (μερική ή ολική) ακυρότητα η δανειακή σύμβαση, που αποτελεί (συνήθως) την αιτία πληρωμής. Δεχόμενο το δικαστήριο της ανακοπής ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει (μερική ή ολική ακυρότητα) διαπιστώνει ότι ελλείπει η απαιτούμενη νόμιμη αιτία πληρωμής, ήτοι διαπιστώνει ότι δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 623, 626, 629 και 630 στοιχ δ ΚΠολΔ προκειμένου για τη νόμιμη έκδοση διαταγής πληρωμής. Εφόσον δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής για αιτία (ολικώς ή μερικώς) άκυρη, δεν είναι δυνατή η επικύρωση διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά ουσιαστική παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για αιτία ολικώς ή μερικώς άκυρη. Άλλωστε, η ανακοπή των άρθρων 632-633 ΚΠολΔ δεν επιτελεί νομιμοποιητικό ρόλο έναντι άκυρης αιτίας πληρωμής, αφού το αίτημά της εκ της διάταξης του άρθρου 632 ΚΠολΔ ανακοπής είναι διαπλαστικό και διώκει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι την μερική νομιμοποίηση της αιτίας πληρωμής.

β) Εξάλλου, αντικείμενο της δίκης της ανακοπής, δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξιώσεως του αιτούντος, αλλά μόνον ο εξοπλισμός αυτού δι’ εκτελεστού τίτλου ανεξαρτήτως δικαστικής (αυθεντικής) διαγνώσεως της δι’ ην ο εκτελεστός τίτλος αξιώσεως (βλ. Κ. Μπέην εν Δ 1.669 επ., του αυτού, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μον. Πρωτ. σελ. 214, ΕφΑθ 660/76 Αρμ 30.705, όμοιες και οι ΕφΛαρ 466/2001, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσαλ 224/1992, ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 1291/1990, ΝΟΜΟΣ) με αποτέλεσμα ως προς τα επιμέρους κονδύλια και τις ειδικότερες αιτίες παραγωγής τους να μην υφίσταται ούτε αίτηση, ούτε προδικασία, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 111, 118 αρ 4, 626 παρ 1 και 2 εδ α και γ και 628 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 660/1976 Αρμ 30/705, ΕφΘεσσ 1204/1972 Αρμ 20/192). Συνεπώς, το Δικαστήριο της ανακοπής δεν μπορεί να επιδικάσει επιμέρους κονδύλια, εφόσον ως προς αυτά δεν εισήχθη αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής και δεν υπάρχει η απαιτούμενη προδικασία της καταθέσεως διακριτής ανακοπής σε βάρος τους. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ούτε η μερική νομιμοποίηση της αιτίας πληρωμής, ούτε η εκκαθάριση της απαίτησης συνιστούν αντικείμενα της δίκης της ανακοπής.

γ) Μάλιστα, εάν η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής έχει και άλλη νομική θεμελίωση, πέραν εκείνης που υποβλήθηκε με τη σχετική αίτηση και στην οποία στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής, η απόδειξη της διαφορετικής αυτής νομικής θεμελίωσης δεν μπορεί να θεμελιώσει ισχυρισμό εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, προς απόρριψη της ανακοπής, εφόσον για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είχε γίνει επίκληση της έννομης σχέσης με τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση. Ούτε όμως και το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη και να εξετάσει την ύπαρξη και την απόδειξη της απαίτησης με βάση τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση και, κρίνοντας περαιτέρω ότι ο δικαστής, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τη νομική αυτή θεμελίωση, να προβεί σε απόρριψη της ανακοπής. Μια τέτοια αλλαγή, κατά τη δίκη της ανακοπής, της νομικής θεμελίωσης της απαίτησης αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της ανακοπής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αντικείμενο, που καθίσταται εκκρεμές στη δίκη της ανακοπής προσδιορίζεται αποκλειστικά από τους προβαλλόμενους με αυτή λόγους σε σχέση με τη βάση στην οποία η απαίτηση στηρίζεται, κατά την αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 0/1997). Η ΑΠ 1138/2020 δεχόμενη το αντίθετο, δεχόμενη δηλαδή ότι είναι δυνατή η κατόπιν ουσιαστικής έρευνας των υπέρογκων κονδυλίων μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, θεμελιούμενη σε άλλη ιστορική και νομική βάση σε σχέση με αυτήν που προβλήθηκε επί της αιτήσεως, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος, υπέπεσε σε σφάλμα, αφού αξιώνει από το Δικαστήριο της ανακοπής να μεταβάλει ανεπίτρεπτα κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, την ιστορική βάση του λόγου της ανακοπής, αξιώνοντας να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ανακοπής διαφορετική νομική θεμελίωση, η οποία δεν προβλήθηκε στην αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και δεν λήφθηκε υπόψη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Έτσι, αντί του διαπλαστικού ακυρωτικού αιτήματος, διώκει να τρέψει αυτό, αφενός μεν σε διαπλαστικό (εκκαθαριστικό) της απαίτησης, αφετέρου δε σε διαπλαστικό (μερικώς επικυρωτικό ή μερικώς ακυρωτικό) του κύρους της διαταγής πληρωμής.

δ) Τέλος, το δικαστήριο εδέχθη ότι το περιεχόμενο της αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής καθορίζεται από τα άρθρα 626, 631, 632 ΚΠολΔ, που το μεν άρθρο 626 ΚΠολΔ (βλ παρ 2) παραπέμπει ως εφαρμοζόμενο στο άρθρο 118 ΚΠολΔ, το δε άρθρο 118 αρ. 4 ΚΠολΔ που αναφέρεται στο περιεχόμενο του δικογράφου, ορίζει ότι το περιεχόμενο του δικογράφου θα πρέπει να είναι σαφές και ορισμένο. Με τον τρόπο αυτό, παρέλειψε, η άνω απόφαση να δεχθεί ότι, στα άρθρα 623-634 ΚΠολΔ του τετάρτου κεφαλαίου για την διαταγή πληρωμής, εκτός από τα άνω άρθρα 626 περιέχεται και επομένως εφαρμόζεται και το άρθρο 629 ΚΠολΔ, στο οποίο ορίζεται ότι: «ο δικαστής δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη ...», δεχόμενη τελικώς ελλειμματική και γι’ αυτό ψευδή μείζων πρόταση.

Σημειώνεται, ότι εν προκειμένω δεν σχολιάζεται η δικανική κρίση σε σχέση με τη  διάταξη του αρ 2 του Ν. 2251/1994, αφού το εν λόγω ζήτημα έχει εκτεθεί σε πλείστες προηγούμενες αναρτήσεις, δίχως να χρειάζονται κουραστικές επαναλήψεις.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Απόφασης ΕΔΑΔ "Αντωνοπούλου κατά Ελλάδας" και δάνεια εκφρασμένα σε CHF


Α. Εισαγωγή

Τις τελευταίες ημέρες δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο. Ό, τι άρχισε ωραία, τέλειωσε με πόνο». Το άρθρο αυτό επιχειρεί να παρουσιάσει ως ταφόπλακα στις προσπάθειες των δανειοληπτών, την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής και χάριν συντομίας ΕΔΑΔ).

Το ως άνω άρθρο εμφανίζει σημαντικά συστηματικά προβλήματα σε σχέση με το πραγματικό αλλά και το νομικό πρόβλημα και τις αληθείς διαστάσεις του, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στη μόνη Ευρωπαϊκή χώρα που αρνείται να κρίνει την νομιμότητα των επίμαχων Γενικών Όρων Συναλλαγών, δηλαδή στην Ελλάδα, με τους οποίους οι καταναλωτές δανειολήπτες εκτέθηκαν στον ακάλυπτο κίνδυνο μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, λαμβάνοντας δάνεια που εκφράστηκαν σε ελβετικό νόμισμα. 

 

Β. Σύντομο ιστορικό

Κατ’ αρχάς, για την αρτιότητα της ενημέρωσης, πρέπει να αναφερθεί ένα συντομότατο ιστορικό της υπόθεσης που κρίθηκε, όπως, άλλωστε περιλαμβάνεται και στην απόφαση του ΕΔΑΔ. 

Στις 18 Φεβρουαρίου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή κατά της τράπεζας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αιτούμενη πρώτον, το δικαστήριο να κηρύξει άκυρη, ως καταχρηστική, τη ρήτρα της δανειακής σύμβασης που προέβλεπε την αποπληρωμή του χρέους σε ευρώ βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας με το ελβετικό φράγκο που ισχύει κατά την ημερομηνία αποπληρωμής. Δεύτερον, ζήτησε να αναγνωριστεί ως μόνη ρήτρα μετατροπής σε ευρώ του οφειλόμενου σε ελβετικά φράγκα ποσού, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του ποσού του δανείου. Τέλος, ζήτησε από το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ανυπαρξία της οφειλής προς την τράπεζα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, θεωρώντας ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη καταχρηστικότητα της επίμαχης ρήτρας και αυτό διότι ο όρος αυτός εντασσόταν στους δηλωτικούς όρους  της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλάμβανε τη διάταξη του άρθρου 291 του ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να την συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα με ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13/ΕΕ. Διαπίστωσε επίσης ότι η εν λόγω ρήτρα δεν μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική ή αόριστη.

Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε την απόφαση στο Εφετείο, αλλά άσκησε απευθείας Αίτηση Αναίρεσης στον Άρειο Πάγο. 

Το Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, εκτιμώντας ότι η υπόθεση αφορούσε ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, την παρέπεμψε στην Ολομέλεια. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την Αίτηση Αναίρεσης, με την υπ’ αριθ 4/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι το Πρωτοδικείο δεν διέπραξε κανένα σφάλμα. Ενώ ο Ν. 2251/1994 δεν μετέφερε ρητά στο εσωτερικό δίκαιο την εξαίρεση τέτοιων δηλωτικών ρητρών από δικαστική εκτίμηση, η εξαίρεση αυτή αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του Νόμου βάσει μιας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας 93/13/ΕΕ.

Κατόπιν τούτων, η ως άνω δανειολήπτρια, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους της, προσέφυγε ατομικά στο ΕΔΑΔ, βασιζόμενη στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). 

 

Γ. Το νομικό πλαίσιο

Το 1ο άρθρο του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, αναφέρεται στην προστασία της ιδιοκτησίας, ορίζοντας ότι 

 

Άρθρον 1

Προστασία της ιδιοκτησίας

Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.

 

Δ. Τα πραγματικά περιστατικά

Στο πλαίσιο της ενώπιον του ΕΔΑΔ εισαχθείσας προσφυγής, κρίθηκε ότι η προσφεύγουσα ήταν ενήμερη του κινδύνου που συνεπάγεται η λήψη δανείου σε ελβετικά φράγκα αλλά και του κινδύνου της διακύμανσης τέτοιου ισχυρού νομίσματος προς τα πάνω κατά τη διάρκεια της 25ετούς διάρκειας του δανείου. Είχε ασφαλιστεί για τρία χρόνια έναντι του κινδύνου αύξησης των μηνιαίων αποπληρωμών της λόγω αύξησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και θα μπορούσε να έχει ανανεώσει την ασφάλιση αυτή. Η σύμβαση δανείου της επέτρεπε επίσης να ζητήσει ανά πάσα στιγμή τη μετατροπή του σε ευρώ. Τέλος, η προσφεύγουσα είχε υπογράψει τέσσερες πρόσθετες τροποποιητικές της αρχικής συμφωνίες  με την τράπεζα, μειώνοντας τις μηνιαίες δόσεις, παρατείνοντας τις προθεσμίες αποπληρωμής και αναστέλλοντας ακόμη προσωρινά ορισμένες αποπληρωμές. Επιπλέον, μεταξύ 2007 και 2015 η προσφεύγουσα συνέχισε να καταβάλει τις δόσεις χωρίς να επικαλεστεί ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της λόγω της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Εάν είχε θεωρήσει ότι η ικανότητά της να εξοφλήσει το δάνειο είχε μειωθεί λόγω απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών  πέρα ​​από τον έλεγχό της και της τράπεζας, θα μπορούσε να ζητήσει από τα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 388 του Αστικού Κώδικα την αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος  ή ακόμη και τη λήξη της σύμβασης δανείου.

 

Ε. Η κρίση του Δικαστηρίου

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο έκρινε ότι:

Α) Το δικονομικό σύστημα της Ελλάδας παρείχε στην δανειολήπτρια τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, ώστε να διεκδικήσει τα τυχόν δικαιώματά της στην περιουσία της. Αυτά τα ένδικα μέσα ήταν η αγωγή προς τα αστικά δικαστήρια για την ακύρωση της  επίμαχης ρήτρας στη σύμβαση δανείου την οποία θεώρησε  καταχρηστική- μια επιλογή της οποίας είχε κάνει χρήση – και η δυνατότητα υποβολής αγωγής στα δικαστήρια για αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος ή ακόμη και λήξη της δανειακής σύμβασης, βάσει του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα.

Β) Είχε δοθεί στην προσφεύγουσα η ευκαιρία να εκθέσει όλα τα επιχειρήματά της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και εκδόθηκε απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. 

Αποδεικνυόμενων, λοιπόν ότι (α) το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, δηλαδή το ένδικο βοήθημα της αγωγής, (β) ότι το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα μέσα, δηλαδή το ένδικο μέσο της έφεσης (που κατ’ επιλογή της δεν άσκησε η δανειολήπτρια) και το ένδικο μέσο της αναίρεσης (που άσκησε η δανειολήπτρια) και (γ) ότι τόσο τα ένδικα βοηθήματα όσο και τα ένδικα μέσα είναι αποτελεσματικά, δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της προσφεύγουσας στην περιουσία της.

Κατά συνέπεια, το νομικό πλαίσιο της Ελλάδας παρείχε στην προσφεύγουσα έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορούσε να διεκδικήσει τις αξιώσεις της σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

ΣΤ. Η λειτουργία της απόφασης 

Δυνάμει των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό, ότι η ως άνω απόφαση δεν επιλύει το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα, όπως εσφαλμένως διακινήθηκε, πιθανότατα προς δημιουργία εντυπώσεων. 

Ούτε και θα μπορούσε, άλλωστε, αφού ως προς το ζήτημα αυτό το ΕΔΑΔ στερείται αρμοδιότητας. 

Άλλωστε, οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ δεν δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια και δεν συνιστούν λόγο ανατροπής του δεδικασμένου των εθνικών δικαστηρίων, αφού έχει κριθεί ότι, ακόμα και σε περίπτωση καταδίκης του συμβαλλόμενου κράτους (εν προκειμένω της Ελλάδας), το κράτος (Ελλάδα) υποχρεούται μεν να συμμορφώνεται προς την τυχόν καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, πλην όμως η απόφαση του ΕΔΑΔ δεν έχει την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της προσβληθείσας δικαστικής απόφασης [βλ. π.χ. ΑΠ 1471/2013 δημοσιευμένη σε ΕΠολΔ 2014.59 = ΕλλΔνη 55(2014). 382 (Εισηγήτρια: Ιωάννα Πετροπούλου), με ειδικότερη αναφορά ότι «Το ίδιο το Δικαστήριο (ενν. το ΕΔΑΔ) δέχεται σταθερά ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μια υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος-παραβάτη ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο»]. 

Απεναντίας, δοθέντος ότι το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα άπτεται της ερμηνείας και της εφαρμογής της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, όπως αυτή ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 2251/1994, μόνο ευρωπαϊκό αρμόδιο δικαστήριο να αποφανθεί για τον ορθό τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής και χάριν συντομίας ΔΕΕ). 

 

Ζ. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ επί του επίμαχου ζητήματος

Το ΔΕΕ έχει ήδη εκδώσει σειρά δικαστικών αποφάσεων αναφορικά με το ζήτημα, ενδεικτικώς αναφερομένων των αποφάσεων στις υποθέσεις C-26/13, C-186/16, C-51/17, C-119/17, C-126/17, C-260/18.

Σε όλες τις παραπάνω αποφάσεις η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Δικαίου της Ένωσης απέληξε με νίκες των δανειοληπτών, σπουδαιότερη εκ των οποίων ο γράφων λογίζει αυτήν που καταγράφηκε στην υπόθεση C-186/2016.

Στην εν λόγω υπόθεση ανέκυψε ενώπιον του ΔΕΕ το ζήτημα εάν διάταξη του Ρουμανικού Αστικού Κώδικα, αντίστοιχη με την διάταξη του άρθρου 291 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας, νοούμενου του όρου ως δηλωτικού. Το ΔΕΕ απεφάνθη ότι ο Όρος δεν εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας.

 

Η. Η απεύθυνση προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Ήδη με την υπ’ αριθ. 1599/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας, επί αγωγής δανειολήπτη που έλαβε δάνειο σε ρήτρα αξίας CHF, απευθύνθηκαν για να απαντηθούν από το ΔΕΕ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: 

«…1)     Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και να επιτρέψει τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου;

2)           Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της Οδηγίας 93/13/ΕΚ αν και δεν εισήλθε ρητά στο Ελληνικό δίκαιο εισήλθε έμμεσα σύμφωνα με το περιεχόμενο των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της ανωτέρω Οδηγίας, όπως αυτό μεταφέρθηκε στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 22541/1994;

3)           Στην έννοια των καταχρηστικών όρων και του εύρους τους όπως αυτοί ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 93/13 περιέχεται η εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της οδηγίας 93/13;

4)           Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, ο όρος σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;..» .

Το ανωτέρω αίτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Ελλάδα) την 5η Ιουνίου 2020 – DP, SG κατά Τράπεζας Πειραιώς AE, οριστικοποιήθηκε από το ΔΕΕ (πληροφορία από την ιστοσελίδα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης curia.eu), ανοίχτηκε η υπόθεση με αριθμό C-243/20 και εκκρεμεί η εκδίκαση ενώπιον του ΔΕΕ.

 

Θ. Η δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΔΕΕ για τα Ελληνικά Δικαστήρια 

Οι αποφάσεις του ΔΕΕ γεννούν υποχρέωση δεσμεύσεως των εθνικών Δικαστηρίων. Έτσι, αναγνωρίστηκε, όχι μόνο η θετική υποχρέωση του εθνικού δικαστή να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου αλλά και η αρνητική του υποχρέωση «να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων» (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 926/2011, ΑΠ 631/2011). 

Μάλιστα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι η κρίση του ΔΕΕ ως ερμηνεία κοινοτικού δικαίου δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια, αφού η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης (ΟΛΑΠ 16/2013).

Συνεπώς, οι αποφάσεις του ΔΕΕ δεν περιορίζονται στα στενά όρια της επίλυσης των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιόν του. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ διαφυλάσσουν και αναπτύσσουν το κανονιστικό περιεχόμενο του ενωσιακού δικαίου, δεσμεύοντας κατά αυτόν τον τρόπο τον εθνικό δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Ι. Σε επίπεδο εθνικού δικαίου εκκρεμεί και η έκδοση αποφάσεως του Αρείου Πάγου επί αναιρέσεως σε Συλλογική Αγωγή 

Την 13-1-2020 εκδικάστηκε ενώπιον του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου η αίτηση αναιρέσεως με αριθμό 6241/537/2018, υπό αρ. πιν. 37, των ακολούθων αναιρεσειόντων:

1) Του Δευτεροβαθμίου Καταναλωτικού Σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΝΚΑ (ΓΟΚΕ)»,

2) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ,

3) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ (ΙΝΚΑ ΚΡΗΤΗΣ),

κατά της τραπεζικής εταιρίας «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» και της ΤρΕφΑθ 911/2018 (εκούσια δικαιοδοσία), η οποία εξεδόθη επί Συλλογικής Αγωγής των ανωτέρω Καταναλωτικών Ενώσεων, ακριβώς για τα δάνεια σε ρήτρα αξίας ελβετικού φράγκου, όπως ακριβώς και το επίδικο και κατά την εκδίκαση αυτής της Συλλογικής Αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτήθηκαν με τις προτάσεις τους την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΔΕΕ με το ακόλουθο περιεχόμενο: 

«…Α. Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ επιτρέποντας εμμέσως τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου;

Β. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ εμπίπτουν και διατάξεις ενδοτικού δικαίου στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που απαγορεύουν τον έλεγχο ρητρών;

Γ. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 της ΣΕΕ σε συνδυασμό με το Άρθρο 288 της ΣΔΕΕ υπό την αρχή της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιτρέπεται η εφαρμογή από δικαστήριο κράτους μέλους μίας διάταξης Οδηγίας αν και αυτή δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο;

Δ. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ μία συμβατική ρήτρα είναι πράγματι αυτοδικαίως σαφής και κατανοητή, επειδή επαναλαμβάνει μία νομοθετική διάταξη και εξαιρείται ακόμα και του ελέγχου διαφάνειας κατά τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ;

Ε. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 και του άρθρου 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ πληρούται η αρχή της διαφάνειας και υποχρέωσης προσυμβατικής ενημέρωσης του καταναλωτή, όταν για δάνειο σε συνάλλαγμα ή σε αξία συναλλάγματος, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει με μία αχρονολόγητη επιστολή τον δανειολήπτη μόνο περί των πιθανοτήτων μεταβολής συναλλαγματικών ισοτιμιών άνευ άλλης πληροφορίας ή παραδείγματος;

ΣΤ. Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ η περίληψη δηλωτικού όρου σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, η οποία αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;…» 

Ιδίως, αναφορικά με το υποβληθέν αίτημα απευθύνσεως προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, που υπεβλήθη στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης, επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 της με αριθμό 2018/C 257/01 Σύστασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (βλέπε άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου.  

Ωστόσο, επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση. Συνεπώς, δεν έχει αποσταλεί ούτε το αιτηθέν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.

 

ΙΑ. Συμπερασματικά

Από όλα όσα προηγήθηκαν καθίσταται προφανές ότι εκκρεμεί, μια απόφαση από τον Άρειο Πάγο αλλά και μια απόφαση του ΔΕΕ, ώστε να λυθεί στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικό φράγκο. 

Καθίσταται, εξίσου, προφανές, ότι η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ, ούτε έλυσε, ούτε και θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα, για όσους λόγους αναφέρθηκαν παραπάνω.  

Με την διακίνηση δημοσιευμάτων σαν αυτό που αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος, επιχειρείται, η ανίερη δολοφονία του ηθικού αλλά και του δικαίου των δανειοληπτών, ώστε οι τελευταίοι, έχοντας την πεποίθηση ότι δήθεν συνετρίβησαν δικαστικώς, να σπεύσουν να ενδώσουν στις τραπεζικές πιέσεις, αναγκαζόμενοι να αναγνωρίσουν τα ύψη των οφειλών και να αποδεχτούν στο σύνολό τους όλους τους τραπεζικούς ισχυρισμούς και απαιτήσεις. 

Δεν είναι δυνατό να γνωρίζω, υπό ποιες συνθήκες και με ποιες στοχεύσεις προέκυψε το -τάχα ενημερωτικό- άρθρο, στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω. 

Γνωρίζω, όμως, ότι είναι ευθύνη του εκάστοτε γράφοντος η ενημέρωση να είναι ουσιώδης και ακριβής, απαλλαγμένη από κάθε απόπειρα δημιουργίας έωλων εντυπώσεων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτή η ευθύνη, είτε είναι άγνωστη, είτε υπερβαίνει το ανάστημα του ανθρώπου.

 

de jure app