Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Βάση ανακοπής-αγωγής, που απορρέει από την παράλειψη των δημοσιεύσεων στον τύπο

Σε Όρο δανειακής σύμβασης γνωστής συστημικής τράπεζας ορίζεται ότι:

«Οι συμβαλλόμενοι συνομολογούν και αποδέχονται ως ελάχιστο δανειστικό επιτόκιο (prime rate) αυτό που κάθε φορά η τράπεζα θα ανακοινώνει με δημοσίευσή της στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο».

Αντίστοιχα, σε άλλο Όρο της ίδιας σύμβασης ορίζεται ότι:

«Η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα της περιοδικής αναπροσαρμογής, ήτοι της αυξήσεως ή μειώσεως του ελάχιστου δανειστικού επιτοκίου (prime rate) χωρίς τη σύμπραξη του πιστούχου. Η αναπροσαρμογή αυτή του ελάχιστου δανειστικού επιτοκίου (prime rate) θα γίνεται κάθε φορά ανάλογα με τις συνθήκες της χρηματαγοράς και το κόστος του χρήματος για την τράπεζα, θα δημοσιεύεται από την τράπεζα σε δυο τουλάχιστον εφημερίδες του πολιτικού ή οικονομικού τύπου και θα ισχύει και για την πίστωση από της δημοσιεύσεως της σχετικής ανακοινώσεως της τραπέζης στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ειδική γνωστοποίηση στον πιστούχο»


 
Από τα παραπάνω, αποκαλύπτεται, ότι ένα πλήθος Διαταγών Πληρωμής, εκδόθηκαν μη νομίμως, καθόσον προηγουμένως, δεν είχε συμβεί και εντεύθεν, δεν προσκομίστηκε ποτέ, αδιάλειπτη σειρά δημοσιεύσεων των σχετικών επιτοκίων, από τη δημοσίευση των οποίων, τα εν λόγω επιτόκια θα μπορούσαν να αναπτύξουν την ισχύ τους και να εφαρμοστούν για την κάθε πίστωση. 

Πέρα από την αντισυμβατική συμπεριφορά της τράπεζας, η παράλειψη αυτή έχει τεράστια πρακτική σημασία.

Κατ’ αρχάς, αποδεικνύεται ότι η τράπεζα ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση του Όρου, σύμφωνα με την οποία το ελάχιστο δανειστικό επιτόκιο «…θα δημοσιεύεται από την τράπεζα σε δυο τουλάχιστον εφημερίδες του πολιτικού ή οικονομικού τύπου και θα ισχύει και για την πίστωση από της δημοσιεύσεως της σχετικής ανακοινώσεως της τραπέζης στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο…». 

Δηλαδή, με ΓΟΣ, τον οποίο η ίδια η τράπεζα, συνέταξε και χρησιμοποίησε, προκειμένου, να πραγματώσει οποιαδήποτε αναπροσαρμογή, έθεσε ειδικό όρο και προϋπόθεση ενεργοποίησης των διαφόρων κυμαινόμενων επιτοκίων, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην πίστωση, την δημοσίευση του εφαρμοστέου επιτοκίου «σε δυο τουλάχιστον εφημερίδες του πολιτικού ή οικονομικού τύπου». 

Τούτη η δημοσίευση αποτελεί όρο ενεργοποίησης του εκάστοτε νέου επιτοκίου, καθώς το συμβατικό επιτόκιο συμφωνήθηκε ότι «…θα ισχύει και για την πίστωση από της δημοσιεύσεως της σχετικής ανακοινώσεως της τραπέζης στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο…».

Ωστόσο, ποτέ οι τράπεζες στην Ελλάδα, δεν προέβησαν σε αδιάλειπτη δημοσίευση των εφαρμοζόμενων από αυτές ελάχιστων δανειστικών επιτοκίων (κατά την ερευνώμενη τράπεζα, το ελάχιστο δανειστικό επιτόκιο ονομάζεται «prime rate») στον ημερήσιο τύπο και μάλιστα, σε δυο τουλάχιστον εφημερίδες. 

Ποτέ, μάλιστα, τέτοιες δημοσιεύσεις δεν προσκομίστηκαν (όπως, τουλάχιστον, έχω αντιληφθεί από την προσωπική μου, φτωχή εμπειρία κι ακόμη φτωχότερη γνώση) ενώπιον του Δικαστή από τον οποίο ζητήθηκε η έκδοση Διαταγής Πληρωμής. Στο ερώτημα «Γιατί ο εκάστοτε Δικαστής δεν απαίτησε τα έγγραφα αυτά, ώστε να εκδώσει νόμιμα τη διαταγή πληρωμής;» ας απαντήσουν οι καθ’ ύλην θιγόμενοι… 

Πάντως, ένεκα της παραπάνω παραλείψεως, αρχικά, σε δικονομικό επίπεδο, παρατηρείται, ότι δημιουργείται αθεράπευτο έλλειμμα εγγράφου τύπου, που απαγορεύει την έκδοση διαταγής πληρωμής. 

Διότι εν προκειμένω, η δημοσίευση αποτελεί κι αποδεικνύει την συντέλεση, εκ μέρους της τράπεζας, εκείνης της απαιτούμενης ενέργειας, από την οποία εξαρτάται η ισχύς και η λειτουργία του συμβατικού όρου. Από την ενέργεια αυτή εξαρτάται και σηματοδοτείται, περαιτέρω, το ύψος και η χρονική περίοδος ισχύος του εκάστοτε εφαρμοστέου κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου.

Τέτοια παράλειψη δημοσιεύσεως, λοιπόν, δεν αποδεικνύει ως συμβατικά συμφωνημένη την εφαρμογή των διαφόρων κυμαινόμενων επιτοκίων, δεν αποδεικνύει τα ύψη και τις τιμές που έλαβαν τα επιτόκια αυτά, δεν αποδεικνύει ούτε τις χρονικές περιόδους, για τις οποίες λειτούργησαν τα επιτόκια αυτά, κι ως εκ τούτου, αίτηση για έκδοση Διαταγής Πληρωμής, η οποία επικαλείται ένα τέτοιο, δήθεν συμφωνημένο «κυμαινόμενο επιτόκιο», δίχως να αποδεικνύει εγγράφως, ότι πληρώθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διακύμανσής του, είναι αναπόδεικτη από έγγραφα κι ως εκ τούτου απορριπτέα!

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, γεννάται και μείζον ουσιαστικό ζήτημα, λόγω της παράλειψης πλήρωσης ουσιαστικού Όρου, που τάχθηκε από την ίδια την τράπεζα, προκειμένου για την έγκυρη μεταβολή των συμβατικών επιτοκίων. Δηλαδή, εφόσον δεν πληρώθηκε η προϋπόθεση που τάσσεται από τον εν λόγω ΓΟΣ, εσφαλμένα η τράπεζα εφήρμοσε στην συγκεκριμένη σύμβαση κυμαινόμενα επιτόκια, στο ύψος που η ίδια μονομερώς τα προσδιόρισε. Συνεπώς, ο συνολικός εκτοκισμός κάθε τέτοιας πίστωσης παρίσταται ως μη συμφωνημένος συμβατικά και ως εκ τούτου αυθαίρετος και καταχρηστικός.

Ειδικότερα, κατά το μέρος που, παραλήφθηκαν και ουδέποτε διενεργήθηκαν οι σχετικές ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο, οι οποίες αποτελούν συμβατικά συμφωνημένο όρο ενεργοποίησης της εκάστοτε αναπροσαρμογής, από την πλήρωση του οποίου εξαρτάται και η εφαρμογή του εκάστοτε νέου επιτοκίου, αποδεικνύεται, αφενός ότι ουδέποτε εγκύρως εφαρμόστηκαν τα διάφορα επιτόκια που εφήρμοσε η τράπεζα επί της πιστώσεως, και αφετέρου ότι οι δανειολήπτες ουδέποτε, έλαβαν κατά τα συμβατικά συμφωνημένα, γνώση του εκάστοτε εφαρμοσθέντος επιτοκίου στην πίστωσή τους.

Διότι, εάν ήθελε θεωρηθεί, ότι ελλείψει των σχετικών ανακοινώσεων και των διαδικτυακών αναρτήσεων των εκάστοτε νέων επιτοκίων, εφαρμοστέο θα έπρεπε να είναι το αρχικά συμφωνημένο επιτόκιο (το οποίο θα έπρεπε να διατηρηθεί σταθερό!), τότε, τόσο η αίτηση της τράπεζας για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής όσο και η ίδια η Διαταγή Πληρωμής, πάσχουν ακυρότητα, καθόσον υπολαμβάνουν ουσιαστικά αβάσιμα και πάντως, εσφαλμένα, ότι η πίστωση ορθά, συμβατικά και νόμιμα εξυπηρετήθηκε από κυμαινόμενο επιτόκιο και προέβη σε εκκαθάριση της επίδικης έννομης σχέσης επί τη βάσει κυμαινόμενου επιτοκίου.

Εάν, αντίθετα, ήθελε θεωρηθεί, ότι εφαρμόστηκε εν προκειμένω κυμαινόμενο επιτόκιο, τότε η επίκληση και χρησιμοποίηση κυμαινόμενου επιτοκίου από την τράπεζα, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, γίνεται εντελώς καταχρηστικά, καθόσον η ίδια, ως χρήστης των ΓΟΣ που κατήρτισε, πρότεινε στους δανειολήπτες και απαίτησε την υπογραφή τους, όφειλε να ανακοινώνει το ύψος του επιτοκίου αναφοράς στον ημερήσιο τύπο, αποτελούντων των ανακοινώσεων αυτών, ειδικά συμβατικά συμφωνημένων όρων ενεργοποίησης του εκάστοτε εφαρμοστέου επιτοκίου. 

Με τον τρόπο αυτό, όμως, δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί ακριβώς ως βέβαιο κι εκκαθαρισμένο το ύψος της απαιτήσεως της αντιδίκου, αφού ουδεμία ανακοίνωση περί του εκάστοτε ισχύοντος ή/και του συμπεφωνημένου συμβατικού επιτοκίου αναρτήθηκε ή/και δημοσιεύτηκε ποτέ από την αντίδικο, η οποία αποτελούσε και προαπαιτούμενο όρο ενεργοποίησης της διακύμανσης των επιτοκίων και όρο νομιμοποίησης των εφαρμοσθέντων συμβατικών επιτοκίων.

Σε αυτή την περίπτωση, ελλείψει των σχετικών δημοσιεύσεων, οι οποίες εξάλλου, ούτε προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστή, ούτε μνημονεύονται στην αίτηση για έκδοση της ανακοπτομένης, ούτε, βεβαίως, στην πληττόμενη Διαταγή Πληρωμής, οι μηνιαίες δόσεις είναι αδύνατο να καθοριστούν. 

Επομένως, από την σύμβαση και σε συνδυασμό με το ότι η τράπεζα δεν προσκομίζει και δεν επικαλείται, τις απαιτούμενες ανακοινώσεις στην ημερήσιο τύπο, ώστε να προκύπτει η ημερομηνία ενάρξεως και λήξεως της κάθε περιόδου εφαρμογής αλλά και η ίδια η ενεργοποίηση του Όρου περί κυμαινόμενου επιτοκίου, αποδεικνύεται πραγματικά αδύνατο να προσδιοριστεί, με βεβαιότητα και ασφάλεια δικαίου, ποια μέθοδο εκτοκισμού και με ποιο τρόπο εφήρμοσε, τελικά, η τράπεζα, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, δηλαδή εάν το επιτόκιο ήταν τελικώς, κυμαινόμενο ή σταθερό, ή εάν αποτελεί συνδυασμό κυμαινόμενου και σταθερού επιτοκίου και για ποιες χρονικές περιόδους και με ποια κριτήρια γινόταν κάθε φορά η μεταβολή του τρόπου εκτοκισμού της απαίτησης, με ποιους όρους ενεργοποιούνταν η μεταβολή κι από πότε ανέπτυσσε την ισχύ της. 

Αυτή η μεθοδολογία κατατείνει στην επιλογή επιτοκίου και μεθόδου εκτοκισμού, μονομερώς, αδιαφανώς και κατά το δοκούν από την τράπεζα και καθιστά την υπό έρευνα σύμβαση συνολικά άκυρη, διότι με τον τρόπο αυτό, ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλομένους. 

Εν προκειμένω, ενόψει της παραβίασης των συμβατικά συμπεφωνημένων από την τράπεζα συντρέχει περίπτωση πλήρωσης των προϋποθέσεων του 372 ΑΚ, καθόσον η ανώνυμη εταιρεία μπορούσε κατά το δοκούν να ενεργοποιεί και να εφαρμόζει όποια μέθοδο εκτοκισμού επέλεγε μονομερώς και κατά την απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση της, δίχως να ανακοινώνει τούτο στον τύπο, δηλαδή, δίχως να εκπληρώνει ούτε τις συμβατικές της υποχρεώσεις ενεργοποίησης και νομιμοποίησης των επιτοκίων, αλλά ούτε και τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που απορρέουν από την ΠΔΤΕ 2501/2002. 

Έτσι, τελικά, αποδεικνύεται ότι η τράπεζα επέλεγε μονομερώς και εφάρμοζε κατά την απόλυτη κρίση της, άγνωστα (καθότι μη ανακοινωθέντα στον τύπο) και πάντως μη συμβατικά ενεργοποιημένα επιτόκια, δίχως να προκύπτει ευδιάκριτα και διαφανώς από τη σύμβαση, από την αναλυτική κίνηση του δανειακού λογαριασμού και από τις αναγκαίες δημοσιεύσεις, ο μηχανισμός προσδιορισμού του ύψους της παροχής. Κατά συνέπεια, η τράπεζα επεδίωξε να μπορεί να καθορίζει μονομερώς το ύψος της οφειλής των δανειοληπτών, δίχως οι τελευταίοι να έχουν την παραμικρή ενημέρωση προς τούτο και στερώντας τους, ουσιαστικά κάθε δυνατότητα εξέλεγξης του δανειακού λογαριασμού.Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση είναι αδύνατο να προσδιοριστεί και να εκκαθαριστεί με βεβαιότητα και ασφάλεια δικαίου το ύψος της οφειλής, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της οφειλής, από τον υπολογισμό των επιμέρους χρονικών περιόδων εφαρμογής του εκάστοτε ανομιμοποίητου επιτοκίου. 

Από την παραπάνω παράλειψη, όμως, αποδεικνύεται επιπροσθέτως, ότι οι δανειολήπτες ουδέποτε ενημερώθηκαν, με οποιοδήποτε τρόπο, εγκαίρως, εγκύρως και κατά τα συμβατικά συμπεφωνημένα, για το ύψος και τις διακυμάνσεις του συμβατικού επιτοκίου που αφορούσε την πίστωση και αντίστοιχα, για το ύψος και τις διακυμάνσεις του επιτοκίου υπερημερίας. Η δε αντισυμβατική παράσταση του εφαρμοζόμενου κάθε φορά επιτοκίου έχει ως συνέπεια, να είναι, επί της ουσίας, απολύτως άγνωστο το εκάστοτε εφαρμοζόμενο επιτόκιο ενήμερης οφειλής και ως εκ τούτου και το επιτόκιο υπερημερίας, κατά ευθεία παραβίαση των υποχρεώσεων της τράπεζας, τόσο για την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης, όσο και για όπως αυτές διαγράφονται από το πλέγμα διατάξεων της ΠΔΤΕ 2501/2002. 

Κατά τούτο, υφίστανται οξεία δικονομική βλάβη, καθώς σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας της πίστωσης παραβιάστηκε το δικαίωμά τους περί ενημέρωσης, όπως αυτό προσδιορίζεται ως υποχρέωση της τράπεζας από την υπ’ αριθμ 2501/2002 Πράξη Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, αναφορικά με το ελάχιστο περιεχόμενο της ενημέρωσης των δανειοληπτών που αφορούν τα στοιχεία του κόστους της πίστωσης, ενώ ήδη παραβιάζεται και το δικαίωμά τους περί ανταποδείξεως, καθόσον, ένεκα των αντισυμβατικών παραλείψεων της τράπεζας, οι δανειολήπτες ουδέποτε διέθεταν κι εξακολουθούν να μην διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία, για να μπορούν να παρακολουθούν αλλά και να εκτιμούν το κόστος της πίστωσης. 

Σε συνέχεια της σκέψης αυτής, στερούνται κι όλων των κρίσιμων εκείνων στοιχείων που διαμόρφωσαν κι εξακολουθούν να διαμορφώνουν το ύψος της οφειλής τους προς την τράπεζα, δίχως να έχουν τη δυνατότητα να αποκρούσουν και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της τράπεζας και αντιστοίχως, δίχως να δύνανται να αποδείξουν ως νόμιμους, βάσιμους και αληθείς τους δικούς τους ισχυρισμούς, όπως ιδίως να αναφερθούν με σαφήνεια και ακρίβεια στους παράγοντες εκείνους, οι οποίοι επέδρασαν στη διαμόρφωση του ύψους της οφειλής (πχ. ιστορική διακύμανση και τιμές του επιτοκίου, χρονική περίοδος εφαρμογής του εκάστοτε επιτοκίου, ύψος επιτοκίου υπερημερίας, ΣΕΠΠΕ). 

Επομένως, καθ’ όλη τη λειτουργία της επίδικης πίστωσης αδυνατούν να προβούν στους έστω και δυσχερείς υπολογισμούς που απαιτούνται, ώστε να εξάγουν ακριβή κονδύλια, τα οποία και θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν, ως μη νομίμως συμπεριληφθέντα στην εκάστοτε απαίτηση της τράπεζας. Η δε ένσταση αοριστίας, στην περίπτωση αυτή, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος από την πλευρά της τράπεζας, κατ’ άρθρο 281ΑΚ, διότι η ίδια η τράπεζα συντέλεσε και δημιούργησε την αοριστία, με σκοπό, ακριβώς, να δομήσει μια αδιαφανή πίστωση, το ύψος της οποίας επιλέγει να διαμορφώνει μονομερώς, αδιαφανώς και κατά το δοκούν, δίχως ουδεμία δυνατότητα εξέλεγξης να υπάρχει επ’ αυτού. 

Οι δε Δικαστές που, ενόψει τούτου του ισχυρισμού, αποδέχονται μια τέτοια ένσταση αοριστίας, προβαίνουν οι ίδιοι στην κατάχρηση του θεσμού που υπηρετούν, δηλαδή σε κατάχρηση του ίδιου του θεσμού της Δικαιοσύνης, αφού νομιμοποιούν το φερόμενο ως χρεωστικό κατάλοιπο δανειακής σύμβασης, στην οποία είναι και στους ίδιους αδύνατο να προσδιορίσουν την μέθοδο εκτοκισμού, τα συμβατικά επιτόκια και τις περιόδους εφαρμογής τους!

Με τις μεθόδους αυτές, λοιπόν, οι καταναλωτές καταλήγουν, να έχουν υποστεί οξεία ουσιαστική και δικονομική βλάβη, κατά παράβαση διατάξεων δημοσίας τάξεως, όχι μόνο κατά το μέρος που εφαρμόζονται ανομιμοποίητα συμβατικά επιτόκια στην σύμβασή τους, αλλά και κατά το μέρος που περιορίζεται αδικαιολόγητα κάθε αποδεικτική δυνατότητά τους, ένεκα πράξεων ή/και παραλείψεων της τράπεζας, την ίδια στιγμή που η τελευταία επιχειρούσε κι εξακολουθεί να επιχειρεί, με επίφαση δικαίου και κατά τεκμήριο, είτε να αποδώσει αυξημένη αποδεικτική ισχύ στα έγγραφά της (όπως πχ τα αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων), είτε να παραστήσει ως νόμιμη και υποστατή την απαίτηση, τόσο ως προς το θεμελιακό της υπόβαθρο, όσο και ως προς το μονομερώς παρουσιαζόμενο ύψος της.

Για τους λόγους αυτούς, εφόσον, δεν αποδείχθηκαν εγγράφως και πάντως αποδείχτηκαν και ουσιαστικά αβάσιμες, τόσο η αίτηση επί τη βάσει της οποίας εξεδόθη η Διαταγή Πληρωμής, όσο και ο ίδιος ο εκτελεστός τίτλος, κατά το μέρος που υπολαμβάνουν εσφαλμένα, ότι η τράπεζα εφάρμοσε κυμαινόμενα επιτόκια, δίχως τις προϋποθέσεις που η ίδια έταξε ως όρους ενεργοποίησης του εκάστοτε επιτοκίου επί της δανειακής συμβάσεως και δίχως να έχουν ενημερωθεί οι καταναλωτές για την εφαρμογή των επιτοκίων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΔΤΕ 2501/2002 και τις συμβατικές ρυθμίσεις, η αίτηση της τράπεζας αλλά και η Διαταγή Πληρωμής, πάσχουν, κατά το πρώτο σκέλος, ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι συμπεριέλαβαν ανομιμοποίητους ή/και αναπόδεικτους τόκους, ύψους ….€.

Κατά το δεύτερο σκέλος αποδεικνύονται καταχρηστικές, αφού από πράξεις ή και παραλείψεις της τράπεζας, οι δανειολήπτες στερήθηκαν την ενημέρωση την οποία δικαιούνταν, κατά την ΠΔΤΕ 2501/2002 και η οποία, εάν τους είχε παρασχεθεί, όπως προβλέπεται στη σύμβαση, θα ήταν δυνατή η εξαγωγή ειδικότερων κονδυλίων και η κατ’ ιδίαν αντίκρουση των επιτασσόμενων κονδυλίων. 

Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει η πληττόμενη Διαταγή Πληρωμής να εξαφανιστεί ολοσχερώς με την εκδοθησόμενη απόφαση του αξιοτίμου Δικαστηρίου Σας, κατ’ άρθρο 633 παρ 1 ΚΠολΔ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

de jure app