"Όταν το πλιάτσικο γίνεται τρόπος ζωής για οργανωμένες ομάδες συμφερόντων μέσα σε μια κοινωνία, τότε με τον καιρό, αυτές θα φτιάξουν ένα νομικό σύστημα που θα τις δικαιώνει και ένα ηθικό σύστημα που θα τις αξιώνει." Φρεντερίκ Μπαστιά
Σελίδες
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021
Συγκεντρωτικά, οι αναστολές των προθεσμιών λόγω πανδημίας
Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021
Ενώπιoν του Ειρηνοδικείου Survivor
Ακολουθεί απόσπασμα από πραγματική και εντός του 2021 εκδοθείσα απόφαση Ειρηνοδικείου επί κοινής αίτησης συζύγων δυνάμει του αρ 4 του Ν. 3869/2010.
Εντελώς περιληπτικά και για την κατανόηση του αποσπάσματος σημειώνω ότι η αίτηση έγινε δεκτή, καθορίστηκε ύψος δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του αρ 8 παρ 2 Ν. 3869/2010, ύψους 1.100 ευρώ για τον αιτούντα (με μηνιαία εισοδήματα 1.450 ευρώ) και 1030 ευρώ για την αιτούσα (με μηνιαία εισοδήματα 909 ευρώ).
Τα παραπάνω χρειάστηκε με κάποιο τρόπο να αιτιολογηθούν. Έτσι στο κείμενο της αποφάσεως αναγράφτηκε ότι:
"Το ποσό κρίνεται εύλογο, δεδομένου ότι, πρέπει και οι αιτούντες από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους, περιοριζόμενοι μόνο τις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το Νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, να μπορέσουν να ανταποκριθούν στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών τους, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματά τους για μια χρονική περίοδο προβάλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχουν μετά το πέρας της το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής τους από τα χρέη."
Η ρύθμιση του αρ 8 παρ 2 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι
"2.Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου."
Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021
Η ασυνέπεια του ΑΠ
- Η διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ ορίζει ότι “Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά”.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 1616/2007 τνπ sakkoulas online).
- Συνεπώς, το δικαστήριο δεσμεύεται από τις αιτήσεις των διαδίκων και δεν επιτρέπεται να επιδικάσει κάτι περισσότερο ή διαφορετικό απ’ αυτό που ζητήθηκε ή να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε (ΕφΑιγ 2/2007, ΕφΑθ 6532/2004 ΤΝΠ-Νόμος, ΕφΑθ 7023/1992 ΕλΔ 34/1126, ΕφΑθ 4795/1992 ΑρχΝ 1993/127).
- Από δε τη διάταξη του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής: η οποία (ιστορική βάση), κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ του Κώδικα αυτού, είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης (ΑΠ 1616/2007 τνπ sakkoulas online).
- Βέβαια, από τις διατάξεις των άρθρων 221, 222 και 632 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν εισάγει προς διάγνωση την απαίτηση του αιτούντος, αλλά επιδιώκει μόνο την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, για το λόγο δε αυτό, μόνη αυτή, δεν μπορεί να θεμελιώσει εκκρεμοδικία. Τέτοια εκκρεμοδικία δεν δημιουργεί, ούτε η έκδοση αλλά, ούτε και η επίδοση της διαταγής πληρωμής. Η εκκρεμοδικία αυτή δημιουργείται μόνο με την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, γιατί από τότε αρχίζει η για την απαίτηση διαγνωστική δίκη, δηλαδή υποβολή του δικαιώματος στο δικαστήριο για έκδοση επ’ αυτού απόφασης, η οποία δημιουργεί, ή μπορεί να δημιουργήσει, ουσιαστικό δεδικασμένο σε σχέση με το δικαίωμα, πράγμα που δεν συμβαίνει με την έκδοση ή την επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 751/2017 τνπ sakkoulas online.gr).
- Η έκδοση της διαταγής πληρωμής προϋποθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 625-629 του ΚΠολΔ, αφενός μεν την υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του έχοντος χρηματική απαίτηση ή απαίτηση παροχής χρεογράφων δανειστή σε βάρος του οφειλέτη του, η οποία (απαίτηση) θα πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως, κατ’ άρθρο 623 ΚΠολΔ, και να πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 624 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αφετέρου δε την αποδοχή της αιτήσεως από τον αρμόδιο δικαστή, κατ’ άρθρο 629 ΚΠολΔ, «κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη». Επομένως, η διαταγή πληρωμής, ναι μεν δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, ωστόσο ενσωματώνει «οιονεί επί της ουσίας» δικαιοδοτική κρίση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εκδόσεώς της (ύπαρξη ληξιπρόθεσμης, μη εξαρτώμενης από όρο ή αντιπαροχή, βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως, καθώς και έγγραφη απόδειξη των ανωτέρω απαραίτητων στοιχείων), τις οποίες καθ’ ολοκληρίαν ελέγχει ο αρμόδιος δικαστής, και μόνον, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν, προχωρεί στην παραδοχή της αιτήσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 629 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό, εξ άλλου, η διαταγή πληρωμής, καταρχήν, αναπτύσσει, ήδη από την στιγμή της εκδόσεώς της, κατ’ άρθρο 630Α εδ. α΄ και β΄ του ΚΠολΔ, πλήρη εκτελεστότητα, αποτελώντας εκτελεστό τίτλο, κατ’ άρθρο 631 ΚΠολΔ, δυνάμενο να αποτελέσει τη βάση έγκυρης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως. (ΟλΑΠ 5/2020 ΕλλΔνη 5/2020 σελ 1401-1407)
- Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται η καθόλου υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ειδικότερα το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. (ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 2/2008 σελ 423-424)
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 632 § 1, 633 § 1, 623, 624 § 1, 626 §§ 1 και 2, 628 και 629 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύριο αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, είναι το κύρος της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή. (ΑΠ 433/2000 ΕλλΔνη 6/2000 σελ 1596-1597).
- Έτσι, στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ’ αυτών. Έτσι εάν η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής έχει και άλλη νομική θεμελίωση, πέραν εκείνης που υποβλήθηκε με τη σχετική αίτηση και στην οποία στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής, η απόδειξη της διαφορετικής αυτής νομικής θεμελίωσης δεν μπορεί να θεμελιώσει ισχυρισμό εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, προς απόρριψη της ανακοπής, εφόσον για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είχε γίνει επίκληση της έννομης σχέσης με τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση. Ούτε όμως και το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη και να εξετάσει την ύπαρξη και την απόδειξη της απαίτησης με βάση τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση και, κρίνοντας περαιτέρω ότι ο δικαστής, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τη νομική αυτή θεμελίωση, να προβεί σε απόρριψη της ανακοπής. Μια τέτοια αλλαγή, κατά τη δίκη της ανακοπής, της νομικής θεμελίωσης της απαίτησης αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της ανακοπής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αντικείμενο, που καθίσταται εκκρεμές στη δίκη της ανακοπής προσδιορίζεται αποκλειστικά από τους προβαλλόμενους με αυτή λόγους σε σχέση με τη βάση στην οποία η απαίτηση στηρίζεται, κατά την αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής. (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 4/1997, σελ 768-771)
Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021
Απόφασης ΕΔΑΔ "Αντωνοπούλου κατά Ελλάδας" και δάνεια εκφρασμένα σε CHF
Α. Εισαγωγή
Τις τελευταίες ημέρες δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο. Ό, τι άρχισε ωραία, τέλειωσε με πόνο». Το άρθρο αυτό επιχειρεί να παρουσιάσει ως ταφόπλακα στις προσπάθειες των δανειοληπτών, την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής και χάριν συντομίας ΕΔΑΔ).
Το ως άνω άρθρο εμφανίζει σημαντικά συστηματικά προβλήματα σε σχέση με το πραγματικό αλλά και το νομικό πρόβλημα και τις αληθείς διαστάσεις του, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στη μόνη Ευρωπαϊκή χώρα που αρνείται να κρίνει την νομιμότητα των επίμαχων Γενικών Όρων Συναλλαγών, δηλαδή στην Ελλάδα, με τους οποίους οι καταναλωτές δανειολήπτες εκτέθηκαν στον ακάλυπτο κίνδυνο μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, λαμβάνοντας δάνεια που εκφράστηκαν σε ελβετικό νόμισμα.
Β. Σύντομο ιστορικό
Κατ’ αρχάς, για την αρτιότητα της ενημέρωσης, πρέπει να αναφερθεί ένα συντομότατο ιστορικό της υπόθεσης που κρίθηκε, όπως, άλλωστε περιλαμβάνεται και στην απόφαση του ΕΔΑΔ.
Στις 18 Φεβρουαρίου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή κατά της τράπεζας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αιτούμενη πρώτον, το δικαστήριο να κηρύξει άκυρη, ως καταχρηστική, τη ρήτρα της δανειακής σύμβασης που προέβλεπε την αποπληρωμή του χρέους σε ευρώ βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας με το ελβετικό φράγκο που ισχύει κατά την ημερομηνία αποπληρωμής. Δεύτερον, ζήτησε να αναγνωριστεί ως μόνη ρήτρα μετατροπής σε ευρώ του οφειλόμενου σε ελβετικά φράγκα ποσού, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του ποσού του δανείου. Τέλος, ζήτησε από το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ανυπαρξία της οφειλής προς την τράπεζα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, θεωρώντας ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη καταχρηστικότητα της επίμαχης ρήτρας και αυτό διότι ο όρος αυτός εντασσόταν στους δηλωτικούς όρους της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλάμβανε τη διάταξη του άρθρου 291 του ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να την συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα με ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13/ΕΕ. Διαπίστωσε επίσης ότι η εν λόγω ρήτρα δεν μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική ή αόριστη.
Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε την απόφαση στο Εφετείο, αλλά άσκησε απευθείας Αίτηση Αναίρεσης στον Άρειο Πάγο.
Το Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, εκτιμώντας ότι η υπόθεση αφορούσε ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, την παρέπεμψε στην Ολομέλεια. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την Αίτηση Αναίρεσης, με την υπ’ αριθ 4/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι το Πρωτοδικείο δεν διέπραξε κανένα σφάλμα. Ενώ ο Ν. 2251/1994 δεν μετέφερε ρητά στο εσωτερικό δίκαιο την εξαίρεση τέτοιων δηλωτικών ρητρών από δικαστική εκτίμηση, η εξαίρεση αυτή αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του Νόμου βάσει μιας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας 93/13/ΕΕ.
Κατόπιν τούτων, η ως άνω δανειολήπτρια, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους της, προσέφυγε ατομικά στο ΕΔΑΔ, βασιζόμενη στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ).
Γ. Το νομικό πλαίσιο
Το 1ο άρθρο του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, αναφέρεται στην προστασία της ιδιοκτησίας, ορίζοντας ότι
Άρθρον 1
Προστασία της ιδιοκτησίας
Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Δ. Τα πραγματικά περιστατικά
Στο πλαίσιο της ενώπιον του ΕΔΑΔ εισαχθείσας προσφυγής, κρίθηκε ότι η προσφεύγουσα ήταν ενήμερη του κινδύνου που συνεπάγεται η λήψη δανείου σε ελβετικά φράγκα αλλά και του κινδύνου της διακύμανσης τέτοιου ισχυρού νομίσματος προς τα πάνω κατά τη διάρκεια της 25ετούς διάρκειας του δανείου. Είχε ασφαλιστεί για τρία χρόνια έναντι του κινδύνου αύξησης των μηνιαίων αποπληρωμών της λόγω αύξησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και θα μπορούσε να έχει ανανεώσει την ασφάλιση αυτή. Η σύμβαση δανείου της επέτρεπε επίσης να ζητήσει ανά πάσα στιγμή τη μετατροπή του σε ευρώ. Τέλος, η προσφεύγουσα είχε υπογράψει τέσσερες πρόσθετες τροποποιητικές της αρχικής συμφωνίες με την τράπεζα, μειώνοντας τις μηνιαίες δόσεις, παρατείνοντας τις προθεσμίες αποπληρωμής και αναστέλλοντας ακόμη προσωρινά ορισμένες αποπληρωμές. Επιπλέον, μεταξύ 2007 και 2015 η προσφεύγουσα συνέχισε να καταβάλει τις δόσεις χωρίς να επικαλεστεί ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της λόγω της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Εάν είχε θεωρήσει ότι η ικανότητά της να εξοφλήσει το δάνειο είχε μειωθεί λόγω απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών πέρα από τον έλεγχό της και της τράπεζας, θα μπορούσε να ζητήσει από τα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 388 του Αστικού Κώδικα την αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος ή ακόμη και τη λήξη της σύμβασης δανείου.
Ε. Η κρίση του Δικαστηρίου
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο έκρινε ότι:
Α) Το δικονομικό σύστημα της Ελλάδας παρείχε στην δανειολήπτρια τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, ώστε να διεκδικήσει τα τυχόν δικαιώματά της στην περιουσία της. Αυτά τα ένδικα μέσα ήταν η αγωγή προς τα αστικά δικαστήρια για την ακύρωση της επίμαχης ρήτρας στη σύμβαση δανείου την οποία θεώρησε καταχρηστική- μια επιλογή της οποίας είχε κάνει χρήση – και η δυνατότητα υποβολής αγωγής στα δικαστήρια για αναπροσαρμογή του συμβατικού προγράμματος ή ακόμη και λήξη της δανειακής σύμβασης, βάσει του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα.
Β) Είχε δοθεί στην προσφεύγουσα η ευκαιρία να εκθέσει όλα τα επιχειρήματά της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και εκδόθηκε απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Αποδεικνυόμενων, λοιπόν ότι (α) το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα, δηλαδή το ένδικο βοήθημα της αγωγής, (β) ότι το εθνικό δίκαιο παρέχει τα κατάλληλα ένδικα μέσα, δηλαδή το ένδικο μέσο της έφεσης (που κατ’ επιλογή της δεν άσκησε η δανειολήπτρια) και το ένδικο μέσο της αναίρεσης (που άσκησε η δανειολήπτρια) και (γ) ότι τόσο τα ένδικα βοηθήματα όσο και τα ένδικα μέσα είναι αποτελεσματικά, δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της προσφεύγουσας στην περιουσία της.
Κατά συνέπεια, το νομικό πλαίσιο της Ελλάδας παρείχε στην προσφεύγουσα έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορούσε να διεκδικήσει τις αξιώσεις της σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
ΣΤ. Η λειτουργία της απόφασης
Δυνάμει των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό, ότι η ως άνω απόφαση δεν επιλύει το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα, όπως εσφαλμένως διακινήθηκε, πιθανότατα προς δημιουργία εντυπώσεων.
Ούτε και θα μπορούσε, άλλωστε, αφού ως προς το ζήτημα αυτό το ΕΔΑΔ στερείται αρμοδιότητας.
Άλλωστε, οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ δεν δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια και δεν συνιστούν λόγο ανατροπής του δεδικασμένου των εθνικών δικαστηρίων, αφού έχει κριθεί ότι, ακόμα και σε περίπτωση καταδίκης του συμβαλλόμενου κράτους (εν προκειμένω της Ελλάδας), το κράτος (Ελλάδα) υποχρεούται μεν να συμμορφώνεται προς την τυχόν καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, πλην όμως η απόφαση του ΕΔΑΔ δεν έχει την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της προσβληθείσας δικαστικής απόφασης [βλ. π.χ. ΑΠ 1471/2013 δημοσιευμένη σε ΕΠολΔ 2014.59 = ΕλλΔνη 55(2014). 382 (Εισηγήτρια: Ιωάννα Πετροπούλου), με ειδικότερη αναφορά ότι «Το ίδιο το Δικαστήριο (ενν. το ΕΔΑΔ) δέχεται σταθερά ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μια υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος-παραβάτη ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο»].
Απεναντίας, δοθέντος ότι το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικά φράγκα άπτεται της ερμηνείας και της εφαρμογής της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, όπως αυτή ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 2251/1994, μόνο ευρωπαϊκό αρμόδιο δικαστήριο να αποφανθεί για τον ορθό τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής και χάριν συντομίας ΔΕΕ).
Ζ. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ επί του επίμαχου ζητήματος
Το ΔΕΕ έχει ήδη εκδώσει σειρά δικαστικών αποφάσεων αναφορικά με το ζήτημα, ενδεικτικώς αναφερομένων των αποφάσεων στις υποθέσεις C-26/13, C-186/16, C-51/17, C-119/17, C-126/17, C-260/18.
Σε όλες τις παραπάνω αποφάσεις η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Δικαίου της Ένωσης απέληξε με νίκες των δανειοληπτών, σπουδαιότερη εκ των οποίων ο γράφων λογίζει αυτήν που καταγράφηκε στην υπόθεση C-186/2016.
Στην εν λόγω υπόθεση ανέκυψε ενώπιον του ΔΕΕ το ζήτημα εάν διάταξη του Ρουμανικού Αστικού Κώδικα, αντίστοιχη με την διάταξη του άρθρου 291 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας, νοούμενου του όρου ως δηλωτικού. Το ΔΕΕ απεφάνθη ότι ο Όρος δεν εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας.
Η. Η απεύθυνση προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών
Ήδη με την υπ’ αριθ. 1599/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας, επί αγωγής δανειολήπτη που έλαβε δάνειο σε ρήτρα αξίας CHF, απευθύνθηκαν για να απαντηθούν από το ΔΕΕ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«…1) Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και να επιτρέψει τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου;
2) Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της Οδηγίας 93/13/ΕΚ αν και δεν εισήλθε ρητά στο Ελληνικό δίκαιο εισήλθε έμμεσα σύμφωνα με το περιεχόμενο των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της ανωτέρω Οδηγίας, όπως αυτό μεταφέρθηκε στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 22541/1994;
3) Στην έννοια των καταχρηστικών όρων και του εύρους τους όπως αυτοί ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 93/13 περιέχεται η εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της οδηγίας 93/13;
4) Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, ο όρος σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;..» .
Το ανωτέρω αίτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Ελλάδα) την 5η Ιουνίου 2020 – DP, SG κατά Τράπεζας Πειραιώς AE, οριστικοποιήθηκε από το ΔΕΕ (πληροφορία από την ιστοσελίδα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης curia.eu), ανοίχτηκε η υπόθεση με αριθμό C-243/20 και εκκρεμεί η εκδίκαση ενώπιον του ΔΕΕ.
Θ. Η δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΔΕΕ για τα Ελληνικά Δικαστήρια
Οι αποφάσεις του ΔΕΕ γεννούν υποχρέωση δεσμεύσεως των εθνικών Δικαστηρίων. Έτσι, αναγνωρίστηκε, όχι μόνο η θετική υποχρέωση του εθνικού δικαστή να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου αλλά και η αρνητική του υποχρέωση «να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων» (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 926/2011, ΑΠ 631/2011).
Μάλιστα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι η κρίση του ΔΕΕ ως ερμηνεία κοινοτικού δικαίου δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια, αφού η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης (ΟΛΑΠ 16/2013).
Συνεπώς, οι αποφάσεις του ΔΕΕ δεν περιορίζονται στα στενά όρια της επίλυσης των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιόν του. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ διαφυλάσσουν και αναπτύσσουν το κανονιστικό περιεχόμενο του ενωσιακού δικαίου, δεσμεύοντας κατά αυτόν τον τρόπο τον εθνικό δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ι. Σε επίπεδο εθνικού δικαίου εκκρεμεί και η έκδοση αποφάσεως του Αρείου Πάγου επί αναιρέσεως σε Συλλογική Αγωγή
Την 13-1-2020 εκδικάστηκε ενώπιον του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου η αίτηση αναιρέσεως με αριθμό 6241/537/2018, υπό αρ. πιν. 37, των ακολούθων αναιρεσειόντων:
1) Του Δευτεροβαθμίου Καταναλωτικού Σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΝΚΑ (ΓΟΚΕ)»,
2) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ,
3) Του Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωση Καταναλωτών με την επωνυμία ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ (ΙΝΚΑ ΚΡΗΤΗΣ),
κατά της τραπεζικής εταιρίας «EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» και της ΤρΕφΑθ 911/2018 (εκούσια δικαιοδοσία), η οποία εξεδόθη επί Συλλογικής Αγωγής των ανωτέρω Καταναλωτικών Ενώσεων, ακριβώς για τα δάνεια σε ρήτρα αξίας ελβετικού φράγκου, όπως ακριβώς και το επίδικο και κατά την εκδίκαση αυτής της Συλλογικής Αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτήθηκαν με τις προτάσεις τους την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΔΕΕ με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«…Α. Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ επιτρέποντας εμμέσως τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου;
Β. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ εμπίπτουν και διατάξεις ενδοτικού δικαίου στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που απαγορεύουν τον έλεγχο ρητρών;
Γ. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 της ΣΕΕ σε συνδυασμό με το Άρθρο 288 της ΣΔΕΕ υπό την αρχή της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιτρέπεται η εφαρμογή από δικαστήριο κράτους μέλους μίας διάταξης Οδηγίας αν και αυτή δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο;
Δ. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ μία συμβατική ρήτρα είναι πράγματι αυτοδικαίως σαφής και κατανοητή, επειδή επαναλαμβάνει μία νομοθετική διάταξη και εξαιρείται ακόμα και του ελέγχου διαφάνειας κατά τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ;
Ε. Κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 και του άρθρου 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ πληρούται η αρχή της διαφάνειας και υποχρέωσης προσυμβατικής ενημέρωσης του καταναλωτή, όταν για δάνειο σε συνάλλαγμα ή σε αξία συναλλάγματος, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει με μία αχρονολόγητη επιστολή τον δανειολήπτη μόνο περί των πιθανοτήτων μεταβολής συναλλαγματικών ισοτιμιών άνευ άλλης πληροφορίας ή παραδείγματος;
ΣΤ. Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ η περίληψη δηλωτικού όρου σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, η οποία αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;…»
Ιδίως, αναφορικά με το υποβληθέν αίτημα απευθύνσεως προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, που υπεβλήθη στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης, επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 της με αριθμό 2018/C 257/01 Σύστασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (βλέπε άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου.
Ωστόσο, επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση. Συνεπώς, δεν έχει αποσταλεί ούτε το αιτηθέν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.
ΙΑ. Συμπερασματικά
Από όλα όσα προηγήθηκαν καθίσταται προφανές ότι εκκρεμεί, μια απόφαση από τον Άρειο Πάγο αλλά και μια απόφαση του ΔΕΕ, ώστε να λυθεί στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο το ζήτημα των δανείων που εκφράστηκαν σε ελβετικό φράγκο.
Καθίσταται, εξίσου, προφανές, ότι η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ, ούτε έλυσε, ούτε και θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα, για όσους λόγους αναφέρθηκαν παραπάνω.
Με την διακίνηση δημοσιευμάτων σαν αυτό που αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος, επιχειρείται, η ανίερη δολοφονία του ηθικού αλλά και του δικαίου των δανειοληπτών, ώστε οι τελευταίοι, έχοντας την πεποίθηση ότι δήθεν συνετρίβησαν δικαστικώς, να σπεύσουν να ενδώσουν στις τραπεζικές πιέσεις, αναγκαζόμενοι να αναγνωρίσουν τα ύψη των οφειλών και να αποδεχτούν στο σύνολό τους όλους τους τραπεζικούς ισχυρισμούς και απαιτήσεις.
Δεν είναι δυνατό να γνωρίζω, υπό ποιες συνθήκες και με ποιες στοχεύσεις προέκυψε το -τάχα ενημερωτικό- άρθρο, στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω.
Γνωρίζω, όμως, ότι είναι ευθύνη του εκάστοτε γράφοντος η ενημέρωση να είναι ουσιώδης και ακριβής, απαλλαγμένη από κάθε απόπειρα δημιουργίας έωλων εντυπώσεων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτή η ευθύνη, είτε είναι άγνωστη, είτε υπερβαίνει το ανάστημα του ανθρώπου.
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020
Περί της επίσπευσης των δικών του Ν Κατσέλη
Ας δούμε ένα ένα τα άρθρα που ψηφίστηκαν και τα προβλήματα που μπορεί να κρύβουν, τα οποία, παραδόξως, δεν φάνηκε να απασχόλησαν την Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Άρθρο 4Α
Η διάταξη υποχρεώνει τον οφειλέτη
να επαναπροσδιορίσει την αίτηση, άλλως θεωρεί την αίτηση ως μη ασκηθείσα.
Η προτεινόμενη διάταξη είναι
πολλαπλώς προβληματική, αφού φαίνεται ασύμβατη με το υφιστάμενο δικονομικό δίκαιο
της χώρας, παραβιάζει το Σύνταγμα, τον Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ
και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα:
1) Κατά το άρθρο 225 του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας, από την κατάθεση της αγωγής και εφόσον επακολουθήσει
επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο επέρχονται, μεταξύ άλλων, οι δικονομικές
συνέπειες: α) της εκκρεμοδικίας και β) της αποκρυσταλλώσεως της δικαιοδοσίας
και της αρμοδιότητας. Η επέλευση της εκκρεμοδικίας οριοθετεί την αξίωση
δικαστικής προστασίας. Εν προκειμένω η εκκρεμοδικία καταργείται με
μεταγενέστερο νόμο που υπεισέρχεται στην ιδιωτική αξίωση δικαστικής προστασίας
και την απενεργοποιεί, παρόλο που δεν έχει συντρέξει κανείς από τους λόγους
κατάργησης της εκκεμοδικίας που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (όπως
πχ με την έκδοση απόφασης ή την παραίτηση από το δικόγραφο)
2) Αντίκειται στο άρθρο 20 παρ.
1 του Συντάγματος που διασφαλίζει ως ατομικό δικαίωμα, την παροχή έννομης
προστασίας, όπως αυτή παρέχεται από το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο ασκήσεως
του σχετικού δικαιώματος, αφού η εν λόγω διάταξη καταργεί την έννομη προστασία
που είχε ζητήσει ο διάδικος νομότυπα με το ασκηθέν ένδικο βοήθημα της αίτησης
του αρ 4 του Ν. 3869/2010.
3) Ενέχει επέμβαση της
νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής και αντίκειται γι΄ αυτό στη
θεμελιώδη διάκριση των εξουσιών που καθιερώνουν τα άρθρα 26 παρ.
1 και 3, 73 και 87 παρ.
1 του Συντάγματος, διότι δίδεται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας λύση, η
οποία μόνο με δικαστική απόφαση είναι δυνατόν να δοθεί, αφού πρόκειται για
ζήτημα, που έχει αχθεί ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου (δικαστηρίου), το
οποίο και μόνο έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα να αποφανθεί.
4) Αντίκειται, τέλος, στο
άρθρο 6 της
ΕΣΔΑ που απαιτεί (α) οι τυχόν τασσόμενοι περιορισμοί να έχουν θεμιτό σκοπό, (β)
να μην θίγουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος και (γ) την τήρηση της αρχής
της αναλογικότητας, η οποία προϋποθέτει την εξασφάλιση δίκαιης ισορροπίας
μεταξύ των θεμιτών σκοπών του κράτους και των μέτρων που χρησιμοποιεί το κράτος
για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Η αναλογικότητα προϋποθέτει επίσης την
επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και των δημόσιων
συμφερόντων. Οι ίδιες διατάξεις, εξάλλου, προστατεύουν από την υπερβολική
τυπολατρία (αυστηρή ερμηνεία των δικονομικών κανόνων), γεγονός που μπορεί να
στερεί από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα πρόσβασής τους σε δικαστήριο (βλ
σχετική απόφαση ΕΔΔΑ, Maširević κατά Σερβίας, Αριθ. 30671/08, 11 Φεβρουαρίου 2014).
5) Αντίκειται στο άρθρο 47 του
Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο οι περιορισμοί πρέπει
να είναι αναλογικοί και να σέβονται την ουσία του δικαιώματος (σχετ. ΔΕΕ,
Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-317/08 έως C-320/08, Rosalba Alassini κ.λπ. κατά
Telecom Italia SpA κ.λπ., 18 Μαρτίου 2010, σκέψεις 63-65).
Για να γίνει αντιληπτός ο παραλογισμός αρκεί να σημειωθεί το εξής: Η αίτηση η οποία καλείται σε επαναπροσδιορισμό έχει ήδη οδηγήσει σε συζήτηση αιτήσεως χορηγήσεως προσωρινής διαταγής, ίσως ακόμα και σε χορήγηση προσωρινής διαταγής, κατά το άρθρο 781 ΚΠολΔ. Έτσι, σε εκκρεμή υπόθεση για την οποία, μάλιστα, έχει επέλθει προσωρινή ρύθμιση κατάστασης, επεμβαίνει ο νομοθέτης και την καταργεί (τόσο την προσωρινή ρύθμιση, όσο και την δίκη της κυρίας αιτήσεως).
Άρθρο 4Β
Η αίτηση επαναπροσδιορισμού
γίνεται σε μια εξωδικαστική πλατφόρμα της ΕΓΔΙΧ. Η Ειδική Γραμματεία
Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) είναι αυτοτελής δημόσια υπηρεσία που
ιδρύθηκε με το Νόμο 4389/2016 και υπάγεται στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης
Ιδιωτικού Χρέους (ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ.), ενώ με το ΠΔ 81/2019 υπάγεται στο Υπουργείο
Οικονομικών. Ενόψει τούτων η διάταξη παραβιάζει το άρθρο 26 παρ.
1 του Συντάγματος, περί διάκρισης των εξουσιών, αποδίδοντας σε ηλεκτρονική
πλατφόρμα του ΥπΟικ τον ρόλο του λειτουργικού βραχίονα, αρμοδιότητας των
δικαστηρίων. Με τον τρόπο αυτό μια δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών καταλήγει
να αποδέχεται αίτηση που άπτεται της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων,
τα οποία και μόνο έχουν τη λειτουργική αρμοδιότητα να αποφανθούν. Η διάταξη δεν
προβλέπει καν ένα δευτερεύον σχέδιο έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση μη
λειτουργίας της πλατφόρμας και έτσι, δεν προβλέπει άλλο τρόπο προσδιορισμού, σε
περίπτωση που από λόγους ανωτέρας βίας (φυσικά φαινόμενα, πτώση του ίντερνετ, μηχανική βλάβη στην υποδοχή των αιτήσεων κλπ) καταστεί αδύνατη η αποστολή της αιτήσεως. Άλλωστε, τυχόν μη αποδοχή της
αίτησης από την πλατφόρμα, γεννά διοικητικής φύσεως διαφορά, δηλαδή αφαιρεί
αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, κατά τρόπο που η διάταξη μπορεί να
προκύψει ως αντίθετη και στο άρθρο 94 του Συντάγματος.
Άρθρο 4Δ
Η διάταξη υποχρεώνει τον οφειλέτη
να υποβάλει αίτηση επαναπροσδιορισμού σε συγκεκριμένο χρόνο, αναλόγως του
χρόνου καταθέσεως της αίτησης του αρ 4 του Ν. 3869/2010, άλλως κηρύσσει
απαράδεκτο της αιτήσεως επαναπροσδιορισμού. Κατ’ αρχάς, ακόμα και υπό την ισχύ
της συζητητικής αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ, εφόσον η αίτηση επαναπροσδιορισμού
άπτεται της προδικασίας, το απαράδεκτο θα επαγόταν αυτόθροα από το άρθρο 111
ΚΠολΔ, παρισταμένης της νομοθετικής ρύθμισης πλεοναστικής. Όμως, η διάταξη παρουσιάζει
σοβαρά προβλήματα, όμοια προβλήματα με τη διάταξη του άρθρου 4Α. Διότι
προσδιορίζει απώτατο χρονικό όριο επαναπροσδιορισμού την 30-06-2021. Δηλαδή,
αίτηση του Ν. 3869/2010 η οποία θα προσδιοριστεί να συζητηθεί για πρώτη
φορά πχ στις 30-06-2021 δεν δύναται να αναβληθεί (ούτε αιτήσει του πιστωτή λόγω
τιτλοποίησης και προκειμένου για την προσκόμιση των νομιμοποιητικών του
εγγράφων). Με την εν λόγω διάταξη δεν επιτρέπεται προσδιορισμός πέραν της 30-06-2021, η δικη είτε θα πρέπει να προσδιοριστεί εκ νέου και να γίνει αυθημερόν (!), είτε θα πρέπει να καταργηθεί. Με το παραγόμενο απαράδεκτο
καταργείται αντισυνταγματικά η δίκη του αιτούντος οφειλέτη, ακόμα κι αν
συντρέξουν γεγονότα για τα οποία αυτός δεν έχει καμία ευθύνη.
Άρθρο 4Ε
Ο γραμματέας λαμβάνει την αίτηση
επαναπροσδιορισμού από την πλατφόρμα και συντάξει πράξη κατάθεσης. Η διάταξη
είναι αόριστη. Η σύνταξη πράξης κατάθεσης δεν συνεπάγεται αυτόματα και την
σύνταξη πράξης προσδιορισμού δικασίμου (όπως συμβαίνει πχ στο αρ 237 ΚΠολΔ).
Παρά ταύτα, η διάταξη μένει μόνο στην πράξη κατάθεσης και δεν αναφέρεται σε ταυτόχρονη
πράξη επαναπροσδιορισμού, ο οποίος, παραμένει άγνωστο πώς συμβαίνει.
Άρθρο 4ΣΤ
Η αίτηση επαναπροσδιορισμού και η
πράξη κατάθεσης επιδίδονται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Κατ’ αρχήν η
διάταξη είναι θετική στο μέτρο που μειώνει τα έξοδα επιδόσεως των μετεχόντων
στη δίκη. Ωστόσο, η διάταξη είναι αόριστη αφού δεν ορίζει ποιος έχει υποχρέωση
κοινοποιήσεως, έστω και ηλεκτρονικά, ούτε ορίζει αποσβεστικές προθεσμίες κοινοποιήσεως. Έτσι
δεν είναι σαφές αν στην κοινοποίηση προβαίνει ο διάδικος ή η γραμματεία του
δικαστηρίου και έως πότε μπορεί να επιχειρηθεί η διαδικαστική ενέργεια.
Άρθρο 4Ζ
Η πρώτη περίοδος του άρθρου 4Ζ επαναλαμβάνει
την αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 4Α παρ 2. Η δεύτερη περίοδος της
διάταξης είναι ακόμα πιο προβληματική, αφού με αυτήν:
1) Ο νομοθέτης υπεισέρχεται και
καταργεί την εκκρεμοδικία. Όμως κατά τα άρθρα 221, 222 ΚΠολΔ, η κοινοποίηση της
αίτησης στους πιστωτές ίδρυσε εκκρεμοδικία, δηλαδή δίκη. Εν προκειμένω, ο
άσχετος νομοθέτης καταργεί δίκη με νόμο, δηλαδή νομοθετεί αντισυνταγματικά,
στερώντας τον πολίτη από το φυσικό του Δικαστή. Ισχύει ότι και για το άρθρο 4Α.
2) Αναφέρεται σε "κατάργηση" προσωρινής διαταγής. Όμως η προσωρινή διαταγή, αποτελεί τίτλο εκτελεστό του άρθρου 904 ΚΠολΔ και εκδίδεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων από το αρμόδιο δικαστήριο. Η ύπαρξη της προσωρινής διαταγής δεν είναι αντίθετη με την αρχή της δίκαιης δίκης κατά την έννοια του άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ [ΜονΠρΑθ 14443/1994, ΕΕργΔ 1995.361· ΜονΠρΘεσ 12551/1996, Αρμ 1996.1131), αλλά αποτελεί και η ίδια επιταγή της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 36-37/2002, ΕλλΔνη 2002.1027· Χρυσανθάκης, Δ 1994.1123· ο ίδιος, Δ 2006.1256· Βελλής, Ο ρόλος και η πρακτική σπουδαιότητα των ασφαλιστικών μέτρων στον τόμο «Η σύγχρονη δυναμική των ασφαλιστικών μέτρων» (1999) σ. 27].
Μάλιστα στην ελληνική έννομη τάξη έχει και συνταγματικό θεμέλιο, αφού η αναγνωριζόμενη με το άρθρ. 20§1 του Συντάγματος δημόσια αξίωση ένδικης προστασίας γίνεται δεκτό ότι περιλαμβάνει τόσο την οριστική όσο και την προσωρινή δικαστική προστασία, καθώς και τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, ανεξάρτητα από τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής. Υλοποιώντας έτσι ο έλληνας νομοθέτης τη σχετική συνταγματική επιταγή έχει ρυθμίσει με δικονομικές διατάξεις την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, η οποία ως κύρια έκφραση στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου έχει τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων, που προβλέπονται στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης (άρθρ. 682-738), αλλά και της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 781) του ΚΠολΔ. (Καλαβρός, Η παράλειψη παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης στον τόμο «Η δραστικότητα της προσωρινής δικαστικής προστασίας» (1995) σ. 97-98 και στη Δ 2003.662-667· Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης), ΕρμΚΠολΔ (2000), εισαγωγή στα άρθρ. 682-738 αριθ. 1· Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας (Αρβανιτάκης), ΕρμΚΠολΔ (2000), άρθρ άρθρ. 781 αριθ. 1, έτσι ακριβώς Κράνης σε Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων, Ζητήματα ασφαλιστικών μέτρων 2013, σελ 19-20-21).
Ως προσωρινή
δικαστική προστασία η προσωρινή διαταγή δύναται να ανακληθεί από το δικαστήριο
που την εξέδωσε όχι όμως να καταργηθεί. Η διάταξη αναφερόμενη σε κατάργηση της
προσωρινής διαταγής παρουσιάζει ακριβώς τα ίδια προβλήματα συνταγματικότητας με
το άρθρο 4Α.
Άρθρα 4Η έως και 4ΙΗ
Σύμφωνα με το αρ 4Η του προτεινόμενου Νόμου, οι διάδικοι
οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους μέσα σε εξήντα μέρες από την κατάθεση
της αίτησης επαναπροσδιορισμού.
Σύμφωνα με το αρ 4Θ του προτεινόμενου Νόμου, οι διάδικοι
μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, μέσα σε δεκαπέντε (15)
ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων.
Σύμφωνα με το αρ 4Ι του προτεινόμενου Νόμου, μέσα επίθεσης
και άμυνας προβάλλονται αποκλειστικά με τις προτάσεις επί ποινή απαραδέκτου.
Σύμφωνα με το αρ 4ΙΑ του προτεινόμενου Νόμου, η κύρια και η
πρόσθετη παρέμβαση ασκούνται με τις προτάσεις εντός της προθεσμίας του άρθρου
4Η.
Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΒ παρ 1 του προτεινόμενου Νόμου, μέσα
σε 45 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου (ως τέτοιο νοείται η παρέλευση του
χρόνου κατάθεσης προσθήκης) ορίζεται δικάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 4ΙΒ παρ 3 του προτεινόμενου Νόμου, δεν
εξετάζονται μάρτυρες στη δίκη.
Συγκεντρωτικά κάποιες πρώτες σκέψεις και παρατηρήσεις επί των παραπάνω:
1. Ο νομοθέτης δημιούργησε έναν παρακώδικα πολιτικής δικονομίας, ο οποίος ελέγχεται και ως αντισυνταγματικός στο σύνολο του, αφού δημιουργεί μια διαδικασία οιονεί εκούσιας δικαιοδοσίας, που όμως φέρει όλα τα στοιχεία της συζητητικής αρχής της τακτικής διαδικασίας, των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ. Ωστόσο, τα στοιχεία της τακτικής διαδικασίας δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην εκούσια δικαιοδοσία.
2. Η παράνοια του νομοθετήματος ομολογείται από το ίδιο το Υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο πριν από 3 μέρες ανακοίνωσε την συγκρότηση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για να αλλάξει τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Παρά ταύτα εισαγάγει τις ισχύουσες διατάξεις της τακτικής διαδικασίας, τις οποίες κρίνει ως χρήζουσες αλλαγής, στην προκείμενη διαδικασία και ενώ εδώ μιλάμε για αιτήσεις που δικάζονται με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
3. Η διάταξη του 4ΙΒ παρ 3 σύμφωνα με την οποία δεν
εξετάζονται μάρτυρες στη δίκη δεν συνάδει με τον συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο
του δικαστή, ο οποίος, κινούμενος στο μεταίχμιο δικαιοδοτικής και διοικητικής
λειτουργίας και αναλαμβάνων την ευθύνη ενός πρωτογενούς καθορισμού του δικαίου,
κατ’ απόκλιση της κύριας αποστολής του, της συνδεδεμένης με την κυρωτική
λειτουργία του δικαίου, συμμετέχει ενεργά στη συλλογή και απόδειξη του
πραγματικού υλικού της δίκης, απαλλαγμένος από αυστηρές δικονομικές δεσμεύσεις,
ώστε η υπόθεση που άγεται ενώπιόν του να επιλυθεί σύμφωνα με τις επιταγές του
δημοσίου συμφέροντος (έτσι Ν Κατηφόρης, Η δικονομία της ρυθμίσεως οφειλών
υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, σελ 4-5, με περαιτέρω παραπομπές σε Π.
Αρβανιτάκης, Οι διάδικοι στην πολιτική και διοικητική δίκη, 2005, σελ. 133,
Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (- Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ, 2000, Εισαγωγικές
παρατηρήσεις στα άρθρα 739-866, αρ. 1, Γ. Μητσόπουλος, Πολιτική δικονομία Ι,
1972, σελ. 22, ο ίδιος, Η έννοια της εκουσίας δικαιοδοσίας, ΝΔ 1971, σελ. 333
επ. (339) = Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου,
1983, σελ. 541 επ., Κ. Μπέης, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς
Πρωτοδικείου ΙΙΙ, 1970, σελ. 501 επ. (508), Γ. Ράμμος / Ν. Κλαμαρής,
Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου IV, 2η έκδ., 2010, σελ. 4-5).
Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 744 ΚΠολΔ ορίζει ότι το
δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την
εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και
ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της
έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Δηλαδή, στη διαδικασία
της εκούσιας δικαιοδοσίας ισχύει η ανακριτική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο
δικαστής μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς αναζήτηση της αλήθειας,
συμπεριλαμβανόμενης της εξέτασης μαρτύρων. Η διάταξη του άρθρου 4ΙΒ
υπεισερχόμενη και επιχειρώντας να ευνουχίσει την ανακριτική εξουσία του δικαστή,
είναι μη νόμιμη, ερευνώμενη ακόμα και ως αντισυνταγματική, αφού με τον τρόπο
αυτό επιχειρείται να αποστερηθούν οι διάδικοι επώνυμου αποδεικτικού μέσου, που
αναγνωρίζει το ελληνικό δίκαιο στα άρθρα 393-414 ΚΠολΔ.
4. Η διάταξη του αρ 4ΙΒ παρ 5 είναι εξίσου
προβληματική, αφού ορίζει ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 751 ΚΠολΔ.
Εφόσον η διάταξη του άρθρου 751 ΚΠολΔ επιτρέπει την μεταβολή του αιτήματος, η
διάταξη του άρθρου 4ΙΒ παρ 5 απαγορεύει την μεταβολή του αιτήματος.
a.
Όμως, με τη διάταξη του άρθρου 744 ΚΠολΔ
εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ
και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό
σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και
συλλογής αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και
μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, κατά
την ως άνω διαδικασία, δεν ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως από τα εδάφια 10, 12 και
13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,
διότι το δικαστήριο εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση
και να διατάξει αποδείξεις. Επιπλέον, στην εκούσια αυτή διαδικασία ισχύει η
ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για την δικανική του
πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο ακόμη και άκυρο
ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούνται τους όρους του νόμου αποδεικτικά
μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ,
και αποδεσμεύεται, σύμφωνα με τα άρθρα 744 και 759 ΚΠολΔ,
από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 2228/2007, ΕφΑθ
1340/2013 ΕλλΔνη 6/204, σελ 1625-1626).
b. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των
άρθρων 744, 745 και 751 ΚΠολΔ,
ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσον προστασίας κυρίως
δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του
δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της
δίκης, επιτρέπει την δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις εκείνων των
στοιχείων της αιτήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 747 § 2 τού ίδιου κώδικα, αλλά
και περαιτέρω την ευχέρεια αντλήσεως κρίσιμων στοιχείων της υποθέσεως και με
αυτεπάγγελτη ακόμη ενέργεια του δικαστηρίου από άλλα, πέραν από την αίτηση
διαδικαστικά ή αποδεικτικά έγγραφα (βλ. ΑΠ 1131/1987 ΝοΒ 36. 1601 πλειοψηφία,
ΕφΑθ 4462/2002 ΑρχΝ 2003. 483, ΕφΑθ 1937/2013 ΤΝΠ sakkoulas online).
c.
Έτσι, κατά μεν το ουσιαστικό μέρος, η απαγόρευση
μεταβολής του αιτήματος δημιουργεί τελολογικό παράδοξο, αφού το δικαστήριο
καλείται να ρυθμίσει την προσωπική κατάσταση φυσικού προσώπου, μη δυνάμενο να
δεχτεί αίτημα εδραζόμενο επί των μεταβολών της κατάστασης αυτής (πχ επιγενόμενη
ανεργία, που επιβάλει μεταβολή του αιτήματος ώστε από την υπαγωγή του οφειλέτη
στη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ 2, να ζητείται η υπαγωγή του στη ρύθμιση του αρ 8
παρ 5). Η διάταξη δείχνει νομοθέτη αποκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα,
αλαζόνα και αδιάφορο για την τρέχουσα πραγματικότητα, που η οικονομία βυθίζεται
σε βαθιά κρίση και τις συνέπειες θα τις βιώσουν οι πολίτες. Αυτοί οι πολίτες,
αύριο, αν ψηφιστεί το ερευνώμενο νομοσχέδιο, θα αδυνατούν να μεταβάλλουν το
αίτημα της αίτησής τους, ώστε να ανταποκρίνεται στις τότε συνθήκες. Έτσι, οι
οφειλέτες καθίστανται όμηροι, άλλων εποχών και άλλων συνθηκών, το δε δικαστήριο
υποχρεούνται να κρίνει με βάση πλασματικό αίτημα μη ανταποκρινόμενο στην
πραγματικότητα.
d.
Κατά δε το δικονομικό μέρος, δημιουργείται το
παράδοξο, αφενός μεν να εφαρμόζεται η συζητητική αρχή του άρθρου 106 ΚΠολΔ, η
οποία βαφτίζεται αυθαίρετα και καταχρηστικά ως «εκούσια δικαιοδοσία»,
συνιστώντας στην πραγματικότητα έναν παρακώδικα πολιτικής δικονομίας, αφετέρου
δε παρά την κατ’ ουσίαν εφαρμογή της συζητητικής αρχής ο οφειλέτης καταλήγει να
στερείται των λόγων αναιρέσεως των περιπτώσεων 10 («αν το δικαστήριο παρά το
νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως
αληθινά χωρίς απόδειξη»), 12 («αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του
νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων») και 13 («αν το δικαστήριο
εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης») του
άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Δηλαδή, ενώ η μεν διαδικασία ακολουθεί τη συζητητική αρχή κατά μια προσομοίωση
της τακτικής διαδικασίας, ο διάδικος αποστερείται του δικαιώματος να προβάλει
λόγος αναιρέσεως που προσιδιάζουν στο είδος της διαδικασίας αυτής, λόγω της
προσχηματικής εκδίκασης υπό την ισχύ του προτεινόμενου παρακώδικα πολιτικής
δικονομίας. Στόχος του νομοθέτη είναι η αντισυνταγματική αποψίλωση του οφειλέτη
ακόμα και από το δικαίωμά του να ελέγξει αναιρετικά τις αποφάσεις που θα εκδοθούν
και θα τον αφορούν.
5.
Τέλος, ενώ ο νομοθέτης νομοθετεί τα πάντα για
τον πρώτο βαθμό, αγνοεί επιδεικτικά τον δεύτερο βαθμό, δηλαδή τα Εφετεία. Στα
οποία προφανώς εξακολουθεί να ισχύει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι η μεν
συζήτηση στον πρώτο βαθμό είναι υποχρεωτικά έγγραφη, προσιδιάζει στην τακτική
διαδικασία των άρθρων 237, 238 ΚΠολΔ και ακολουθεί τους αυστηρούς κανόνες της
συζητητικής αρχής, παρά ταύτα η συζήτηση στο Εφετείο εξακολουθεί να είναι
υποχρεωτικά προφορική αφού, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115 § 2,
242 § 2, 741, 745 και 759 § 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις της
εκούσιας δικαιοδοσίας, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση,
δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ και, κατά συνέπεια, δεν ισχύει
η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι
δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Όταν δεν μπορεί να εφαρμοσθεί
η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν
παρουσιάστηκε στη συζήτηση, δικάζεται ερήμην (ΕφΠατρ 539/2009, ΕφΔωδ 165/2007,
ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 209/2006, ΕλλΔνη 48. 546, ΕφΑθ 1686/2006, ΕλλΔνη 47. 1104, ΕφΘεσ
2675/2018). Η παράλειψη καθορισμού διαδικασίας του δεύτερου βαθμού δείχνει
προχειρότητα και ανερμάτιστη σπουδή, κατακερματίζοντας τη διαδικασία με
διαδικαστικά προαπαιτούμενα που τελικώς άπτονται ολόκληρου του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας αλλά και του υπό ψήφιση παρακώδικα.
Μετά ταύτα, φρονώ προτιμότερη
αλλά και ειλικρινέστερη και σε κάθε περίπτωση συνεπέστερη θα ήταν μια
νομοθέτηση σύμφωνη με το πνεύμα του υπό ψήφιση Νόμου και τα συμφέροντα που
κόπτεται να υπηρετήσει το κυβερνών κόμμα. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία θα
μπορούσε να είναι εξαιρετικά απλή και σύντομη έχουσα μόνο τα κάτωθι δυο άρθρα:
Άρθρο 1
Η Τράπεζα έχει πάντα δίκιο
Άρθρο 2
Το προηγούμενο άρθρο εφαρμόζεται υποχρεωτικά σε κάθε
περίπτωση.


